Κοίταξες στην άκρη του κορμιού σου και σαν ακροβάτης έριξες το βλέμμα σου πάλι στον γκρεμό του.
«Πόσες σταγόνες αίμα είναι ένας άνθρωπος;» αναρωτήθηκες και βούτηξες στο κενό του μυαλού σου.
Άρχισες να πετάς με μαγικά φτερά και να σκορπίζεις μερικά από αυτά σε γνωστές και άγνωστες σκιές κάτω από σένα, σκιές που δεν σε κοιτούν.
Ένα ελαφρύ άγγιγμα στο μάγουλο τους και ξύπνησες μερικές από αυτές.
Σηκώθηκες ξανά και αναρωτήθηκες «πόσες σταγόνες νερό είναι μια σκιά;»
Ύστερα κοίταξες με έπαρση στην άκρη του μυαλού σου. Το ένιωσες μεγάλο, δυνατό, έτοιμο να ξεχυθεί από το περίβλημα του, εκεί που άλλα πλέουν και νομίζουν ότι αρμενίζουν μεσοπέλαγα.
Ύβρις, ίσως…
Άπλωσες το χέρι και άρπαξες μία σκιά. Την έφερες κοντά σου. Προσπάθησες να την γνωρίσεις, πήρε κι άλλη κι άλλη, μα ήταν όλες ίδιες.
Πέταξες ξανά με δυνατά φτερουγίσματα. Προσπάθησες να αναζητήσεις κάτι ανώτερο.
«Πόσες σταγόνες αμβροσία είναι ένας Θεός;» ψέλλισες βέβηλα πριν αρχίσεις να χάνεσαι μέσα του.
«Πόσες σταγόνες Θείο είναι ο Παράδεισος;» φώναξες υπεροπτικά και προσπάθησες να τον πιεις…
Τόσο κοντά στα πάντα κι όμως τόσο κοντά στο τίποτα. Μαύρες ηλιαχτίδες λούζουν τη σκέψη σου, μα δεν τις φοβάσαι. Θέλεις να μπλεχτείς μαζί τους σ’ έναν αέρινο χορό.
Πόσα ποτάμια άπειρου είναι το πνεύμα κι όμως τόσο ρηχό που σπας το νου σου…
Πόση ανούσια ουσία χυμένη σε γελοίες λέξεις, άξιες υπερβολής μιας βλακώδους προβολής επίδειξης.
Τόση, όσο να σε κάνει να κοιτάς μοναχός το σύμπαν που κρύβεις μέσα σου, χωρίς κανένα σύντροφο, την ώρα που σχοινοβατείς στο επόμενο βήμα, χωρίς να κρατιέσαι από κανένα χέρι, μόνος στην δική σου άβυσσο που έχεις μάθει να λατρεύεις…

Ρίχνεις την άγκυρα στο βυθό του μυαλού σου προσπαθώντας να σταματήσεις τις σκέψεις που τρέχουν στα μαύρα νερά του. Έναν φάρο αναζητάς απεγνωσμένα με την άκρη του ματιού σου, όσο κρατάς με δύναμη τον κάβο, από το φόβο του να σε παρασύρουν πάλι.
Τίποτα, κανένα φως, έστω αμυδρό και τα χέρια να μουδιάζουν από τον κάματο και τα πόδια να τρέμουν από τη δύναμη που βάζουν ν’ αντισταθούν.
Κι εσύ εκεί με το φόβο του βαρκάρη που θέλει να σε περάσει απέναντι.
Αυτόν που σου κόβει τα σχοινιά, αθόρυβα και ύπουλα μ’ ένα μικρό σουγιά.
Αυτόν με το σατανικό μειδίαμα στο κακοσχηματισμένο του πρόσωπο.
Αυτόν που ζητά να παρασυρθείς και πάλι στους άθλιους ωκεανούς των σκέψεων, μέχρι να πνιγείς.
Κανείς δεν είναι δίπλα σου να κρατήσει μαζί σου αυτό το καταραμένο σχοινί. Μόνο κατά διαστήματα ρωτούν από την ακτή αν αντέχεις κι εσύ απαντάς «ναι αντέχω», γιατί δεν έχεις πει ποτέ «όχι, δεν αντέχω», γιατί δεν θέλεις να κάνεις συμμέτοχο στο δικό σου αγώνα άλλους, γιατί ξέρεις πως δεν θ’ αντέξουν.
Κι αυτοί πάντα φεύγουν γιατί χαμογελάς, γιατί σε θεωρούν δυνατό, γιατί είσαι δυνατός και τότε το καταλαβαίνουν και γυρνούν πίσω και σου ζητούν να κρατήσεις και τα δικά τους σχοινιά για λίγο, για να φύγουν και πάλι με χάχανα, να παίξουν…
Έτσι τους έχουν πει. Έτσι τους έχουν μάθει. Πως πρέπει να παίζουν για να μην προβληματίζονται και αυτό τους βολεύει.
Τι κρίμα, πόσος άδειος κόσμος, πόσα άδεια μυαλά, πόσες άδειες σκέψεις…
Ο βαρκάρης σου κόβει την τελευταία ίνα και το καράβι σου πάλι σαλπάρει ακυβέρνητο και αυτοί στην ακτή σε βρίζουν που άφησες τα χρωματιστά σχοινάκια τους για να πιάσεις την τιμονιέρα, μην χαθείς στα κύματα που θέλουν να σε σκεπάσουν.
Όλοι μαζί σε σιχτιρίζουν γιατί δεν τους άφησες να παίξουν περισσότερο αλλά κανείς δεν ρώτησε για τα ροζιασμένα πονεμένα χέρια σου, μα εσένα δεν σε νοιάζει. Δεν είναι η πρώτη καταιγίδα που θα σε χτυπήσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζεις.
Το πρόσωπο σου έχει λιώσει από την αλμύρα, έχει γίνει σκληρό, δεν συμβαδίζει με το μέσα σου.
Τι κρίμα, πόσο κενό βρίσκεται ανάμεσα σε σένα και την ακτή, ανάμεσα σε σένα και αυτούς...
Όσο ανάμεσα στη γη και το κοντινότερο άστρο.
Όσο ανάμεσα στις σκέψεις που σας χωρίζουν.
Σκοτάδι πυκνό, μα εσύ έχεις μάθει να βλέπεις σ’ αυτό. Το μόνο που σε απασχολεί είναι ο βαρκάρης που δεμένος στην πρύμνη σου, σε ακολουθεί τροχίζοντας το μικρό του σουγιά, έτοιμος να σου κόψει πάλι τον κάβο στο επόμενο αγκυροβόλι.
Κι εσύ να μπαλώνεις τα δίχτυα της σκέψης σου μονάχος σ’ ένα νοτισμένο σκαρί που λίγο θέλει να σε πάρει μαζί του στο βυθό.
Κι ο καθένας να ζητά απλά να τον πας κρουαζιέρα στ’ ανοιχτά όσο παίζει στο κατάστρωμα σου…

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις