67 Και ξαφνικά απόκτησες προσωπικότητα, παρέα, ενδιαφέροντα. Ένιωσες ότι ξεκόλλησες από το βάλτο που σε είχαν βάλει οι άλλοι, αυτοί που πάντα φταίνε.

Ναι, αυτοί φταίνε, γιατί εσύ δεν έχεις ανάγκη κανέναν όταν νιώθεις καλά. Μπαλώνεις τις τρύπες σου κι εξαφανίζεσαι. Τρέχεις με χίλια και ξεχνάς ότι ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από εσένα, ταχύτερα κι από τη σκέψη σου, που μέχρι να γεννηθεί έχει γεράσει και χάνεται από μια πιο νέα που έρχεται στη ζωή.

Κι όμως, τώρα δεν σκέφτεσαι, είσαι καλά. Ρούφηξες ότι ήθελες από τους άλλους που πάντα φταίνε, τους μίσησες, τους είδες μικρούς και βγήκες στους δρόμους με νέα ψυχή, με καρδιά που βροντά από δύναμη, ν’ αναζητήσεις προορισμούς, καινούργια σκαλοπάτια που θα σε ανεβάσουν ακόμα πιο ψηλά.

Ναι, δεν χρειάζεσαι τίποτα πια, έχεις δύναμη και το δείχνεις. Φτύνεις, γελάς, αδιαφορείς. Λες ότι δεν ασχολείσαι με μικρότητες και με μεγαλείο σηκώνεις το κεφάλι ψηλά αλλά δεν βλέπεις τίποτα, μόνο κενό.

Γιατί άραγε;

Δεν σε νοιάζει καθόλου. Μέχρι την επόμενη φορά που θα ξεπέσεις στα ίδια σου τα μάτια και θα οικτίρεις τον εαυτό σου και θα ζητάς κατανόηση, ενδιαφέρον, στοργή αλλά δεν θα στη δίνει ούτε το είναι σου.

Και θα ψάχνεις μέσα σου, εκεί που νόμισες ότι άφησες τον εαυτό σου να σε περιμένει, μα δεν θα βρεις κανέναν. Όλοι θα έχουν φύγει, δεν θα σε περιμένουν πια, γιατί τρέχεις μοναχικά σε όμορφους δρόμους, χωρίς να φοβάσαι αν θα χτυπήσεις.

Ουράνια τόξα στο πέρασμα σου καλύπτουν κάθε ασχήμια. Βρήκες τη λύση. Φεύγεις μακριά. Είσαι αλλού…

Κλείνεις τα μάτια και απολαμβάνεις τη διαδρομή χωρίς σκέψη καμία. Παραληρείς μέσα στην ευδαιμονία της δύναμης σου. Το κάλλος και την ισχύ της σοφίας σου.

Όμορφα.

Νιώθεις τον αέρα της αγάπης να σε χτυπά στα μούτρα με μικρά σκαμπίλια χαϊδευτικά και ηδονίζεσαι. Λιώνεις μέσα στην υπερδιέγερση της επανάστασης σου.

Έσπασες τις αλυσίδες, πάλι, για άλλη μία φορά…

Ανοίγεις τα βλέφαρα και βλέπεις τα χρόνια να σε ακολουθούν κι ο χρόνος να τρέχει μπροστά σου γελώντας κι εσύ γελάς μαζί του κοροϊδευτικά.

Γιατί άραγε;

Ένα εμπόδιο σου κλείνει το δρόμο, σε ρίχνει κάτω, πάλι, για άλλη μία φορά…

Κοιτάς γύρω σου, προσπαθείς να σηκωθείς αλλά δεν υπάρχει χέρι να τραβήξει, πάλι, για άλλη μία φορά…

Αντικρίζεις ένα γνώριμο τοπίο, βλέπεις ότι βρίσκεσαι εκεί που ξεκίνησες, χωρίς ενέργεια, δίχως δύναμη, με πληγές, σε μια αρχή χωρίς τέλος, δύσκολη, ανηφορική, σκληρή, στην ίδια πάντα αρχή.

Έχασες την όμορφη διαδρομή μέσα στην ουτοπία του ψεύτικου ονείρου, γιατί κανένα όνειρο δεν είναι αληθινό.

Έκλεισες τα μάτια για να το ζήσεις αλλά το έχασες και μαζί του έχασες όσους στο τροφοδότησαν, όσους σε έκαναν να το πιστέψεις, όσους σε έκαναν να νιώσεις ότι δεν έχεις ανάγκη τίποτα.

Μόνο που τώρα το φως τους έσβησε κι έχεις παρέα μόνο το χρόνο που σε περιμένει, εκεί, στο ίδιο σημείο, καρτερικά, πάντα πιο νέος από σένα.

Αυτός δεν βιάζεται, θα γνωρίσει άπειρες μορφές σαν τη δική σου, θα λιώσει άλλες τόσες σκέψεις στο πέρασμα του.

Θα καταπιεί αμέτρητες σκέψεις σαν τις δικές μου μέσα στην αιωνιότητα του.

Άδικα διαβάζεις, ονειρέψου, πάλι, για άλλη μία φορά και μάθε να χτυπάς…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις