Η κρίση είναι ευκαιρία έλεγαν κάποιοι πριν μερικά χρόνια και με εκνεύριζαν αφάνταστα. Σήμερα σκεπτόμενος πιο λογικά και προσγειωμένα βλέπω ότι δεν είχαν και τόσο άδικο, άσχετα αν το επιχείρημα τους ήταν καθαρά συμφεροντολογικό, διότι προσπαθούσαν να πουλήσουν εκδούλευση στο κόμμα τους, υπερασπίζοντας το.
Μέσα στην βλακεία τους ήξεραν τι έλεγαν, χωρίς όμως να έχουν συναίσθηση του νοήματος των λόγων τους. Αυτοί μιλούσαν για οικονομική κρίση, ενώ το θέμα αφορούσε μια γενικότερη και πολύπλευρη.
Μέσα από την έλλειψη χρήματος αναδείχθηκε ότι το χειρότερο έκρυβε η κοινωνία μας κάτω από τόνους δανεικού και μη υλισμού.
Αποδείχθηκε ότι είμαστε μια καθαρά απροσάρμοστη συνομοταξία ανθρωποειδών που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν απλά το ευκόλως ζην και όχι το ευ ζην.
Κοπρίτες και απατεώνες όλων των ειδών έχουν πλέον πετάξει από πάνω τους το μανδύα της «αρχοντιάς» και της «φιλοσοφίας» και αρκούνται στο να επιχειρούν να κόψουν όσα περισσότερα κομμάτια από τον διπλανό τους.
Οι δήθεν χουβαρντάδες των δανεικών έγιναν τουρκόγυφτοι του κερατά και «σφάζουν» ακόμα και για πέντε ευρώ. Μεγάλες εταιρίες δείχνουν την «κοινωνική ευθύνη» μαζεύοντας ακόμα και μεταχειρισμένες καφετιέρες -που θα τους είναι άχρηστες- από τα μαγαζιά. Υπάλληλοι κλέβουν ότι μπορούν από τα αφεντικά τους και μετά παριστάνουν τους αγανακτισμένους και τους αδικημένους. Νεαρά κωλόπαιδα αντιγράφουν τις τεμπέλικες δικαιολογίες των αρχιτεμπέληδων γονέων τους και κλαψουρίζουν όλη μέρα. Κανείς δεν θέλει να κάνει τίποτα ουσιαστικό για να βελτιώσει το επίπεδο του και δεν μιλώ μόνο για το οικονομικό.
Φυσικά και είναι άθλια η κατάσταση στην Ελλάδα και θα γίνει ακόμα πιο άθλια και οι περισσότεροι από εμάς έχουν πληγεί βάναυσα από αυτή την απαίσια και ανάλγητη πολιτική που στέλνει μέχρι και  άρρωστους ανθρώπους με βαριά και χρόνια νοσήματα στην εφορία για χρέη νοσηλείας σε δημόσια νοσοκομεία, ο θεός να τα κάνει…
Αυτά όλα όμως δεν μπορούν να είναι δικαιολογία για να γινόμαστε κι εμείς ακόμα πιο άθλιοι. Η σαβούρα που είδα να ξεπροβάλλει μέσα στον τελευταίο χρόνο λόγω της έλλειψης χρημάτων δεν έχει προηγούμενο. Οι τεμπέληδες απατεώνες έχουν ξεπεράσει κάθε λογικό ποσοστό. Το ξεσαβούριασμα που πρέπει να κάνουμε καθημερινά δεν λέγεται.
Και όλα αυτά γιατί;
Γιατί απλά το χρήμα δεν ρέει άφθονο για να καλύψει «αναπηρίες» του χαρακτήρα και κουτσουρεμένες προσωπικότητες.
Για αυτούς που λυπάμαι περισσότερο είναι τα όσα άχρηστα νέα παιδιά υπάρχουν και τους δήθεν φιλοσοφημένους που σε κοιτούν πρώτα στο πορτοφόλι. Μου φαίνεται ότι κανείς δεν έχει καταλάβει, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, ότι τα πάντα στη ζωή δεν είναι χρήμα, ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα που κανείς δεν αναφέρει.
Όλοι μιλούν για λεφτά και μόνο για λεφτά, λες και αυτά θα μας μεταμορφώσουν σε άρχοντες από κουράδες. Από τους άθλιους πολιτικούς μέχρι τους πιο άθλιους «διανοούμενους» που παριστάνουν τις μωρές παρθένες, όσο οι συνάνθρωποι τους υποφέρουν.
Σήμερα, βλέποντας μια παλιά συνέντευξη του Καστοριάδη, που μου έστειλε ένας φίλος, τον άκουσα να λέει στο τέλος της ότι, αν ήταν στην Ελλάδα δεν θα είχε κάνει αυτά που έκανε. Και είχε απόλυτο δίκιο. Είμαστε ένα μεγάλο κωλοχανείο, με την καλή έννοια, που θα έλεγε και ο Ψινάκης, αλλά είμαστε.
Και αυτό γιατί;
Απλά γιατί οι μετριότητες είναι τόσες πολλές που έχουν στείλει εξορία τους αρίστους.
Και οι μετριότητες καταλαβαίνουν μόνο από ένα πράγμα. Το τεμπέλικο χρήμα και θα πασχίζουν πάντα να το αποκτήσουν με όποιο τρόπο μπορούν και να το υπερασπιστούν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο.
Ο βάτραχος πρίγκιπας δεν γίνεται, πάρτε το απόφαση!

Κοίταξες στην άκρη του κορμιού σου και σαν ακροβάτης έριξες το βλέμμα σου πάλι στον γκρεμό του.
«Πόσες σταγόνες αίμα είναι ένας άνθρωπος;» αναρωτήθηκες και βούτηξες στο κενό του μυαλού σου.
Άρχισες να πετάς με μαγικά φτερά και να σκορπίζεις μερικά από αυτά σε γνωστές και άγνωστες σκιές κάτω από σένα, σκιές που δεν σε κοιτούν.
Ένα ελαφρύ άγγιγμα στο μάγουλο τους και ξύπνησες μερικές από αυτές.
Σηκώθηκες ξανά και αναρωτήθηκες «πόσες σταγόνες νερό είναι μια σκιά;»
Ύστερα κοίταξες με έπαρση στην άκρη του μυαλού σου. Το ένιωσες μεγάλο, δυνατό, έτοιμο να ξεχυθεί από το περίβλημα του, εκεί που άλλα πλέουν και νομίζουν ότι αρμενίζουν μεσοπέλαγα.
Ύβρις, ίσως…
Άπλωσες το χέρι και άρπαξες μία σκιά. Την έφερες κοντά σου. Προσπάθησες να την γνωρίσεις, πήρε κι άλλη κι άλλη, μα ήταν όλες ίδιες.
Πέταξες ξανά με δυνατά φτερουγίσματα. Προσπάθησες να αναζητήσεις κάτι ανώτερο.
«Πόσες σταγόνες αμβροσία είναι ένας Θεός;» ψέλλισες βέβηλα πριν αρχίσεις να χάνεσαι μέσα του.
«Πόσες σταγόνες Θείο είναι ο Παράδεισος;» φώναξες υπεροπτικά και προσπάθησες να τον πιεις…
Τόσο κοντά στα πάντα κι όμως τόσο κοντά στο τίποτα. Μαύρες ηλιαχτίδες λούζουν τη σκέψη σου, μα δεν τις φοβάσαι. Θέλεις να μπλεχτείς μαζί τους σ’ έναν αέρινο χορό.
Πόσα ποτάμια άπειρου είναι το πνεύμα κι όμως τόσο ρηχό που σπας το νου σου…
Πόση ανούσια ουσία χυμένη σε γελοίες λέξεις, άξιες υπερβολής μιας βλακώδους προβολής επίδειξης.
Τόση, όσο να σε κάνει να κοιτάς μοναχός το σύμπαν που κρύβεις μέσα σου, χωρίς κανένα σύντροφο, την ώρα που σχοινοβατείς στο επόμενο βήμα, χωρίς να κρατιέσαι από κανένα χέρι, μόνος στην δική σου άβυσσο που έχεις μάθει να λατρεύεις…

Ρίχνεις την άγκυρα στο βυθό του μυαλού σου προσπαθώντας να σταματήσεις τις σκέψεις που τρέχουν στα μαύρα νερά του. Έναν φάρο αναζητάς απεγνωσμένα με την άκρη του ματιού σου, όσο κρατάς με δύναμη τον κάβο, από το φόβο του να σε παρασύρουν πάλι.
Τίποτα, κανένα φως, έστω αμυδρό και τα χέρια να μουδιάζουν από τον κάματο και τα πόδια να τρέμουν από τη δύναμη που βάζουν ν’ αντισταθούν.
Κι εσύ εκεί με το φόβο του βαρκάρη που θέλει να σε περάσει απέναντι.
Αυτόν που σου κόβει τα σχοινιά, αθόρυβα και ύπουλα μ’ ένα μικρό σουγιά.
Αυτόν με το σατανικό μειδίαμα στο κακοσχηματισμένο του πρόσωπο.
Αυτόν που ζητά να παρασυρθείς και πάλι στους άθλιους ωκεανούς των σκέψεων, μέχρι να πνιγείς.
Κανείς δεν είναι δίπλα σου να κρατήσει μαζί σου αυτό το καταραμένο σχοινί. Μόνο κατά διαστήματα ρωτούν από την ακτή αν αντέχεις κι εσύ απαντάς «ναι αντέχω», γιατί δεν έχεις πει ποτέ «όχι, δεν αντέχω», γιατί δεν θέλεις να κάνεις συμμέτοχο στο δικό σου αγώνα άλλους, γιατί ξέρεις πως δεν θ’ αντέξουν.
Κι αυτοί πάντα φεύγουν γιατί χαμογελάς, γιατί σε θεωρούν δυνατό, γιατί είσαι δυνατός και τότε το καταλαβαίνουν και γυρνούν πίσω και σου ζητούν να κρατήσεις και τα δικά τους σχοινιά για λίγο, για να φύγουν και πάλι με χάχανα, να παίξουν…
Έτσι τους έχουν πει. Έτσι τους έχουν μάθει. Πως πρέπει να παίζουν για να μην προβληματίζονται και αυτό τους βολεύει.
Τι κρίμα, πόσος άδειος κόσμος, πόσα άδεια μυαλά, πόσες άδειες σκέψεις…
Ο βαρκάρης σου κόβει την τελευταία ίνα και το καράβι σου πάλι σαλπάρει ακυβέρνητο και αυτοί στην ακτή σε βρίζουν που άφησες τα χρωματιστά σχοινάκια τους για να πιάσεις την τιμονιέρα, μην χαθείς στα κύματα που θέλουν να σε σκεπάσουν.
Όλοι μαζί σε σιχτιρίζουν γιατί δεν τους άφησες να παίξουν περισσότερο αλλά κανείς δεν ρώτησε για τα ροζιασμένα πονεμένα χέρια σου, μα εσένα δεν σε νοιάζει. Δεν είναι η πρώτη καταιγίδα που θα σε χτυπήσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζεις.
Το πρόσωπο σου έχει λιώσει από την αλμύρα, έχει γίνει σκληρό, δεν συμβαδίζει με το μέσα σου.
Τι κρίμα, πόσο κενό βρίσκεται ανάμεσα σε σένα και την ακτή, ανάμεσα σε σένα και αυτούς...
Όσο ανάμεσα στη γη και το κοντινότερο άστρο.
Όσο ανάμεσα στις σκέψεις που σας χωρίζουν.
Σκοτάδι πυκνό, μα εσύ έχεις μάθει να βλέπεις σ’ αυτό. Το μόνο που σε απασχολεί είναι ο βαρκάρης που δεμένος στην πρύμνη σου, σε ακολουθεί τροχίζοντας το μικρό του σουγιά, έτοιμος να σου κόψει πάλι τον κάβο στο επόμενο αγκυροβόλι.
Κι εσύ να μπαλώνεις τα δίχτυα της σκέψης σου μονάχος σ’ ένα νοτισμένο σκαρί που λίγο θέλει να σε πάρει μαζί του στο βυθό.
Κι ο καθένας να ζητά απλά να τον πας κρουαζιέρα στ’ ανοιχτά όσο παίζει στο κατάστρωμα σου…

Είναι από τις λίγες φορές που γνωρίζω από πριν τον τίτλο ενός κειμένου μου αλλά δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω.
Τσουτσού συνήθως λέμε κάποιον ή κάποια που ανακατεύεται εκεί που δεν τον σπέρνουν ή παριστάνει τον έξυπνο ή και που κάνει ψιλορουφιανιές κατωτάτου επιπέδου, γιατί ναι κυρίες και κύριοι, ακόμα και η ρουφιανιά έχει επίπεδα!
Από εκεί προκύπτει και η φράση «πετάγεται σαν τσουτσού» ή «χώνεται σαν τσουτσού γιατί ως γνωστόν η τσουτσού χώνεται όπου βρει, ακόμα και σε συζητήσεις.
Ας πούμε δύο απλά παραδείγματα:
1. Πόσες φορές γνωρίζοντας πολύ καλά ένα θέμα και κάνοντας γι’ αυτό αναφορά σε μια παρέα δεν πετάχτηκε κάποιος/α που δεν σας ξέρει καλά, ωσάν τσουτσού, να σας κάνει τον έξυπνο δίνοντας οδηγίες και εκφέροντας άποψη ως γνήσιος ημιμαθής;
2. Πόσες φορές δεν αποφασίσατε να ανοιχτείτε σε έναν φίλο/η γκόμενο/α και να του πείτε αυτό που σας απασχολεί και πάλι ωσάν τσουτσού να αρχίζει να σας μιλάει μόνο για τα δικά του/της σπάζοντας σας τα παπάρια;
Αυτό που λέτε είναι «το σύνδρομο της τσουτσούς» που τη ενδιαφέρει να παραστήσει την έξυπνη γιατί ως γνωστό δεν έχει μυαλό ή να κάνει το δικό της, εξ ου και το «έχει της τσουτσούς του το χαβά».
Βαριές κουβέντες ε;
Τρίχες λέω εγώ. Αυτά τα ακούμε κάθε μέρα από μικροί από σοβαρούς και μη σοβαρούς ανθρώπους και πολλές φορές από τις ίδιες τις τσουτσούδες που έχουν άγνοια της κατάστασης και ιδιότητάς τους.
Το πρώτο παράδειγμα δεν σας θυμίζει λίγο πολιτικές συζητήσεις που παρακολουθούμε κατά διαστήματα; Δεν σας θυμίζει λίγο από ελληνική παρέα, καφενείο, οικογένεια;
Όχι ε;
Για αναρωτηθείτε τότε μήπως είσαστε εσείς αυτή η μικρή τσουτσού που το έχει ο κόσμος τούμπανο κι εσείς κρυφό καμάρι.

Αυτά τα ολίγα γιατί… με τσουτσούδες θα ασχολούμαστε τώρα;



Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα κάτι. Μέσα σε αυτό το διάστημα πολλά έγιναν. Επιβεβαιώθηκε για ακόμα μια φορά στο μυαλό μου ότι, ποτέ κανείς φίλος δεν σε βοηθά, πως αγάπες, λουλούδια και λοιπές σάχλες υπάρχουν μόνο όταν κάποιος σε χρειάζεται και πως στον κόσμο κυκλοφορεί ατελείωτη τσολαρία και καμένοι άνθρωποι, σωματικά και πνευματικά.
Περίεργοι τύποι και τύπισσες που έρχονται από το πουθενά και επιστρέφουν εκεί, μέσα στο σύννεφο καπνού που τους περιβάλλει και στο οποίο νιώθουν ασφαλείς.
Μια νέα και πολύ σύντομα πρώην «φίλη» με ρώτησε κάποια στιγμή γιατί πολλές φορές γράφω μαύρα, έχοντας την εντύπωση μάλλον ότι είμαι γενικά απαισιόδοξο άτομο. Της απάντησα ότι ξερνώ τη μαυρίλα που δέχομαι καθημερινά σε ένα κείμενο, όταν το κάνω αυτό, για να μπορώ όχι μόνο να ξεσαβουριάζω από τα όσα δέχομαι καθημερινά αλλά και να βλέπουν και άλλοι άνθρωποι πως δεν είναι μόνοι. Πως και κάποιος άλλος τους καταλαβαίνει, έστω με τον τρόπο του.
Τσόλι…
Ας επανέλθουμε λοιπόν στην τσολαρία. Αυτή τη βρίσκουμε και στις καλύτερες οικογένειες, στο φιλικό μας περιβάλλον, σε ανθρώπους πλούσιους, φτωχούς, μορφωμένους, αμόρφωτους, κλπ., δεν κάνει διάκριση.
Αυτοί οι τύποι και οι τύπισσες που λέτε, είναι συνήθως άτομα χωρίς χαρακτήρα, ιδανικά, αρχές και καμένοι/ες σωματικά και πνευματικά. Είναι κάτι σαν τα παράσιτα στα δέντρα. Όταν δουν κάποιο που αντέχει, ορμάνε άξεστα και αγενέστατα επάνω του και απρόσκλητα και με θράσος, ζητούν να τραφούν από αυτό, απομυζώντας ότι το καλύτερο, μαραζώνοντας το, διότι ξέρουν ότι δεν είναι ικανά να τραφούν μόνα τους.
Κάπως έτσι είναι ο ένας τύπος τσολαρίας, γιατί υπάρχει και δεύτερος. Αυτός που έχει απομυζήσει τόσο πολύ χυμό και νομίζει ότι είναι δέντρο ο ίδιος/α γιατί απλά ως ξενιστής έπνιξε αυτόν που του έδωσε στήριγμα. Αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος γιατί απλά έχει καταφέρει να επιβιώσει και να αναρριχηθεί εκεί που δεν θα έπρεπε να είναι.
Αποτέλεσμα, να είμαστε μια χώρα τσολιών αρσενικών και θηλυκών που τρέχουν δεξιά και αριστερά και που πνίγουν καθημερινά όσους ανθρώπους προσπαθούν να βελτιώσουν εαυτόν και καταστάσεις, χαρακτήρα και πνεύμα, κοινωνία και συνάνθρωπο.
Μαύρα, ξεμαύρα αυτά που γράφω, αυτά θα αντιμετωπίσω πάλι στην επόμενη συναναστροφή μου το πιθανότερο και μάλλον κι εσείς το ίδιο, οπότε καλό είναι να κοιτάζουμε την πραγματικότητα κατάματα και να μην παραμυθιαζόμαστε μπας και ψεκάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα ζιζάνια και την βγάλουμε καθαρή…
Α, και το σημαντικότερο. Όλα αυτά σε πλησιάζουν με το πρόσχημα της αγάπης και της βοήθειας όσον αφορά το πρώτο είδος, είτε χρησιμοποιούν την εξουσία που έχουν καταλάβει για να βγάλουν ότι πιο βρώμικο και κομπλεξικό κρύβουν μέσα τους από την παιδική ηλικία τότε που τους είχαν όλοι για τις φάπες ή για τον π……., όσον αφορά τον δεύτερο τύπο.

Άντε Καλό Πάσχα, ακόμα και στα τσόλια.
Ένα αυγό ωμό ή βρασμένο το δικαιούνται ακόμα και αυτά!


«Κράτη απατεώνες» είναι η πρώτη φράση που μου έρχεται στο μυαλό, μετά τα γεγονότα στην Κύπρο και τα κουρέματα των καταθέσεων των ιδιωτών.
Θυμάμαι ένα φίλο που μου έλεγε πέρυσι ότι, αν είναι να βάλουν χέρι στις καταθέσεις των ιδιωτών στην Ελλάδα θα το κάνουν Παρασκευή απόγευμα, τότε που είναι κλειστές οι τράπεζες και μεσολαβεί Σαββατοκύριακο, ώστε ο κόσμος να μην προλάβει να αντιδράσει και πως δεν θα μπορούν να κάνουν παρά περιορισμένες αναλήψεις από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης.
Όπερ και εγένετο, στην Κύπρο όμως που από ότι έλεγαν δεν υπήρχε πρόβλημα…
Σκεπτόμενος όλα αυτά κατέληξα στο εξής συμπέρασμα, που μπορεί να έχουν καταλήξει  βέβαια πολλοί και να μην το γνωρίζω. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία παγκόσμια συμμορία, κλάσεις ανώτερη από τη Μαφία, που έχει πλέον καταλάβει τις κυβερνήσεις κρατών, δήθεν μέσα από την αγάπη προς τον λαό που θέλει να προστατεύσει.
Κυνηγούν αδιάκοπα το χρήμα όπως οι κυνηγοί το θήραμα, μέχρι να το εγκλωβίσουν και να το κατασπαράξουν.
Εδώ θυμάμαι και έναν άλλο φίλο που μου έλεγε για το πώς γίνεται το κυνήγι του αγριογούρουνου στο δάσος. Μαζεύονται μερικοί καραγκιόζηδες με όπλα και πιάνουν καλές θέσεις ψηλά σε ένα ξέφωτο, στο οποίο το αγριογούρουνο δεν έχει λόγο να βγει όταν δεν φοβάται. Αυτοί στέκονται καλά προστατευμένοι και περιμένουν μερικούς άλλους καραγκιόζηδες που έχουν πάρει ντενεκέδες στα χέρια, τους οποίους χτυπούν κάνοντας μεγάλο θόρυβο μαζί με τα σκυλιά τους που γαυγίζουν. Τα ζώα τρομαγμένα από το θόρυβο τρέχουν στο δάσος αλλά προς την κατεύθυνση που τα οδηγούν οι εν λόγω «κύριοι», δηλαδή μέσα από το μονοπάτι προς το ξέφωτο που περιμένουν οι κυνηγοί. Έτσι, όταν το θήραμα φτάσει ακάλυπτο σε εκείνο το σημείο, χωρίς να ξέρει τι το περιμένει, γίνεται η μεγάλη σφαγή.
Το λεγόμενο καρτέρι!
Όμορφο ε;
Αυτό λοιπόν έκανε και αυτή η συμμορία. Κατεύθυνε όλο τον κόσμο προς το ξέφωτο της Κύπρου, όπου έγινε το μεγάλο μακελειό. Εκεί έστησαν το καρτέρι τους.
Γιατί στην Κύπρο και όχι στην Ελλάδα;
Μα γιατί πόσους δημόσιους υπαλλήλους να έχει η Κύπρος και γενικά πόσους εργαζόμενους για να περικόψουν μισθούς και συντάξεις όπως στην Ελλάδα; Όλοι κι όλοι ως πληθυσμός είναι 500 με 800 χιλιάδες μαζί με τους τουρκοκύπριους.
Έτσι, έκαναν την μεγάλη αρπαχτή από τα δάνεια και τους μισθούς στη χώρα μας, έκαναν μεγάλη φασαρία με τους ντενεκέδες τους ώστε να φύγει το μεγαλύτερο ποσό των καταθέσεων στην Κύπρο όπου θεωρούνταν οικονομικός παράδεισος και ανέγγιχτη κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη και εκεί με το πρόσχημα ότι δεν θα πειράξουν τους μισθούς, γιατί άλλωστε δεν τους ενδιέφεραν λόγω μικρού πληθυσμού, τσάκισαν τις καταθέσεις εντός του εορταστικού τριημέρου, παράνομα βέβαια, γιατί δεν είναι δημόσιο χρήμα.
Κι αυτό όμορφο ε;
Λοιπόν τώρα πείτε μου αν είναι ή όχι διεθνής συμμορία και οι δικοί μας οι τενεκετζήδες που απλά παίρνουν μερίδιο από το θήραμα. Όχι τίποτα σπουδαίο, ίσως κανένα μπουτάκι ή τα αμελέτητα του αγριογούρουνου, ώστε να τα μελετήσουν μιας και δεν έκαναν το ίδιο με το μνημόνιο.

Κι έχεις και την προπαγανδιστική και αποπροσανατολιστική υπαλληλική «δημοκρατική αριστερά» να σου λέει για τον χαιρετισμό του ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ, ο οποίος όπως διατείνεται είναι φασιστικός και βάζουν ουσιαστικά ένα παιδί να απολογείται τηλεοπτικά, τρομοκρατημένο, στην Ελλάδα της λογοκρισίας και του εκφοβισμού, μήπως κάποια πολιτικά απολειφάδια του χαλάσουν την καριέρα του και τολμούν να μιλάνε για πατριωτισμό και Κωνσταντινούπολη, όταν η Ρεπούση τους, έγραφε ξεδιάντροπα και ανιστόρητα για συνωστισμό στη Σμύρνη και αυτοί οι «πατριώτες» αποκαλούν την Πόλη, Ιστανμπούλ…

Όσα και να παίρνετε σαν αμοιβή για τις υπηρεσίες σας «κυρίες» και «κύριοι» των προδοτικών κυβερνήσεων Ελλάδας, Κύπρου και Ευρωπαπαριάς, είναι λίγα μπροστά στο κακό που κάνετε.
Και τώρα θα πω κάτι άσχετο με αυτό αλλά ο καθένας το παίρνει όπως θέλει και από όπου θέλει.

Η πουτάνα και πανάκριβη να είναι, πάλι πουτάνα είναι!

Αυτό κι αν είναι όμορφο ε;

Άντε, καλή Καθαρή Δευτέρα…



Τώρα τελευταία δεν γράφω συχνά, προχθές έκλεισα για δεύτερη και μάλλον τελευταία φορά, αυτό το βλακώδες κοινωνικό δίκτυο που λέγεται Facebook, γιατί στα άλλα δεν έδινα και ιδιαίτερη σημασία και σήμερα 17/3/2013 αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο.
Θα αναρωτηθεί κάποιος «για ποιους;» και θα έχει απόλυτο δίκιο. Εκτός του ότι στο ιντερνέτ γίνεται χαμός από καλά αλλά και κακά κείμενα και όλοι προσπαθούν να πάρουν ένα κομμάτι από την προσοχή των άλλων, την οποία την αξίζουν άσχετα με την ποιότητα της δουλειάς τους, και την οποία πάλι δεν έχω κανένα δικαίωμα να κρίνω, έτσι κι εγώ προσπαθώ να τραβήξω για άλλη μια φορά την προσοχή του εαυτού μου και να νουθετήσω το εγώ μου μέσα από την ταπεινότητα που προέρχεται από την ανάμιξη με την πληθώρα των λογογράφων.
Γι’ αυτό, με άλλη μια λογογραφία, κάνω αυτό που άλλοι χαρακτηρίζουν ψυχοθεραπεία και εγώ ονομάζω εσωτερική συνομιλία εκτόνωσης στον υπολογιστή.
Είναι κάτι σαν εξομολόγηση ή το παραμιλητό στο δρόμο, μόνο που είναι πιο σικάτο και κουλτουριάρικο. Άλλο να γράφεις για πάρτι σου και να το λες –έχει ένα πρεστίζ- και άλλο να προχωράς μόνος στο δρόμο και να σε λένε τρελό.
Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι, για άλλη μια φορά, βαρέθηκα την ατέρμονη αιώνια και ανίκητη βλακεία. Για άλλη μία φορά ένιωσα να αδειάζω από δυνάμεις προσπαθώντας να τα βάλω με τον «άλογο» γίγαντα που επίμονα, χωρίς αίσθηση πόνου και χρόνου με πιέζει και δεν λέει να καταλάβει ότι πρέπει να εκπολιτιστεί.
Τι είναι ο εκπολιτισμός άλλωστε;
Τίποτα άλλο από μια εξευγενισμένη βλακεία, η οποία όμως δεν παύει να είναι βλακεία. Τίποτα λιγότερο από μία σικάτη εκμετάλλευση και μια διανοητική ανεπάρκεια, καλυμμένη από το πέπλο της ευγενούς αγένειας, που παριστάνει την «ντομπροσύνη».
Τι λέξη κι αυτή…
Όπως πολλές άλλες ελληνικές, που λέμε σήμερα ότι δεν υπάρχουν πια. Αλήθεια όμως υπήρχαν κάποτε ή εμείς έχουμε εξιδανικεύσει ανθρώπους και εποχές που ίσως εφηύραν αυτές τις λέξεις για να καλύψουν τη «λαμογιά» τους;
Άλλη λέξη και τούτη. Έχει καταντήσει χαριτωμένη γιατί κολλάει παντού.
«Τι κάνεις ρε λαμόγιο;» ρωτά ο ένας.
«Χα χα χα, α ρε λαμόγιο!» ανταπαντά ο άλλος και χαίρονται και οι δύο.
Περίεργο ε;
«Μπα…», θα έλεγα. Καθόλου. Εδώ το υποκοριστικό όλων των ελλήνων σπουδαγμένων και μη είναι «μαλάκας», στο ελαφρύ «λαμόγιο» θα κολλήσουμε;
Αναρωτιέμαι ώρες-ώρες, αν κάποιοι είναι μαλάκες και λαμόγια σε μόνιμη βάση ή αν κατά διαστήματα είμαστε όλοι, έστω και για λίγο.
Ποιος ξέρει, ίσως ισχύουν και τα δύο…
Πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι, κανείς δεν κάνει τίποτα δωρεάν και ότι, όλος ο κόσμος όταν έχει μια δύσκολη στιγμή παραπονιέται, είτε ότι δεν έχει καμία βοήθεια, είτε ότι οι περισσότεροι γύρω του έχουν όπως λένε «της τσουτσούς τους το χαβά».
Πω, πω κάτι λέξεις!
Μας πειράζει ίσως να τις διαβάζουμε αλλά αν είναι να τις πούμε στην παρέα χαριεντιζόμαστε όλοι και όλες σαν μυξοπαρθένες που είδαν το πουλάκι του συμμαθητή τους ή πιτσιρικάδες κρυφά το βρακί της δασκάλας.
Δεν ξέρω αν είπα πολλά και αν κάποιοι είχαν το κουράγιο να φτάσουν μέχρι αυτή τη γραμμή.
Δεν ξέρω αν θεωρούν ότι όλα αυτά δεν είχαν ειρμό και συνοχή, παρόλο που αντικατοπτρίζουν την ασυνέχεια και ασυνέπεια των κοινωνιών μας παγκόσμια.
Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι, σε αυτή την ζωή ο αλτρουισμός και η αλληλοβοήθεια πληρώνονται ακριβά -σε οποιοδήποτε είδος- όταν προσφέρονται, ενώ πάντα ζητούνται δωρεάν.
Αυτό μου έδειξαν τα 45 χρόνια μου πάνω στη γη και αυτό αφορά όλες τις φυλές, τις κοινωνίες, τις κάστες, τις οργανώσεις, τα πάντα.
Και ξέρετε τι μου το επιβεβαιώνει;
Η ανάγκη ύπαρξης τους.
Όποιος καταλάβει κατάλαβε, σεμινάρια και φιλοσοφίες τέλος.
Βαρέθηκα, όπως κι εσείς…

D84747A096AC410A359BEF5B04BA01A5Τις τελευταίες μέρες, ειδικά μετά τα γεγονότα των παιδιών που έπαθαν ασφυξία από το αναμμένο μαγκάλι, το οποίο περίμεναν να τους δώσει λίγη ζεστασιά και τις ηλίθιες δηλώσεις κυβέρνησης αλλά και δήθεν εκπολιτισμένων που παίζουν πιάνο στις κομματικές παρουσιάσεις, στυλ Τζήμερου, είμαι τρομερά εκνευρισμένος και αηδιασμένος.

Όταν, χτεσινά καλοαναθρεμμένα και κακομαθημένα κωλόπαιδα, που έγιναν πολιτικοί, γλείφοντας, φτύνοντας και κάνοντας κωλοτούμπες, ξεχνούν την ανθρώπινη φορεσιά στο σπίτι και φορούν το τομάρι της πτωματοφάγας ύαινας, τότε δεν έχουμε τίποτα άλλο να περιμένουμε.

Το γελοίο της υπόθεσης είναι ότι, ενώ είμαστε εργοδότες τους δεν μπορούμε να τους απολύσουμε, γιατί έχουμε συμφωνήσει πριν πολλά-πολλά χρόνια, την εποχή που ο λαός μας προσπαθούσε να συνέλθει από τις συνεχιζόμενες κατακτήσεις γειτονικών και μη λαών που σφετερίζονταν τη γη μας και την ελευθερία μας, τη «δημοκρατική» καθυπόταξη μας και τους αφήσαμε να φτιάξουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο συντάγματα αντιδημοκρατικά, που τους εξασφαλίζουν την παραμονή στην εξουσία για 4 ή 5 έτη, ακόμα και αν αλλάξουμε γνώμη ενδιάμεσα ή διαπιστώσουμε ότι είναι κλέφτες ή εγκληματίες.

Έτσι, τα πλούσια κωλόπαιδα των φεουδαρχών, των τοκογλύφων, των ρουφιάνων και των δοσίλογων, έφτιαξαν μια κοινωνική δομή που αν και δεν μας ευχαριστούσε απόλυτα, τουλάχιστον ήταν ανεκτή από όσους την κληρονομήσαμε, θέλοντας και μη.

Αυτή τη στιγμή όμως, έχουμε φτιάσει στο σημείο που όλα αυτά τα κληρονομικά διαδεχόμενα κωλόπαιδα έχουν ζηλέψει τη «δόξα» του δικαιώματος επί της ζωής που ασκούσαν οι πρόγονοι τους και έχοντας βρει έτοιμη την υποδομή, προσπαθούν να μας κάνουν και πάλι σκλάβους.

Με αυτό τον τρόπο, έχουν κάνει απρόσιτα τα αγαθά της καθημερινής διαβίωσης όπως, φάρμακα, ρεύμα, νερό οσονούπω, πετρέλαιο θέρμανσης που ήταν η αιτία θανάτου των φοιτητών και πολλά άλλα, τα οποία συνδυασμένα με μειώσεις μισθών προκαλούν μια γενοκτονία άνευ προηγουμένου.

Εδώ δεν μιλάμε πια για δημόσιο χρέος και δάνεια αλλά για εξολόθρευση, σε ιδιότυπα κρεματόρια, του πληθυσμού μας.

Όταν ξέρουμε ποιοι είναι οι καταχραστές, οι κλέφτες και οι απατεώνες και τους έχουμε ακόμα στη βουλή αντί στη φυλακή με δήμευση των περιουσιών τους τι άλλο να πούμε;

Αρκετοί Έλληνες βέβαια, συνεχίζουν να τους υποστηρίζουν αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα!

Ποιος σας είπε ότι τα γιουσουφάκια, οι ρουφιάνοι και οι χειροφιλητές δεν υπήρχαν ακόμα και στην αρχαιότητα;

Εμείς άλλωστε δεν είχαμε τον Εφιάλτη ως παραδειγματικό διεθνή ρουφιάνο;

Όσο για τον ανθρωπισμό…

Ε, είπαμε στον τίτλο, αυτός είναι ουτοπία, ακόμα και μεταξύ μας!


67 Και ξαφνικά απόκτησες προσωπικότητα, παρέα, ενδιαφέροντα. Ένιωσες ότι ξεκόλλησες από το βάλτο που σε είχαν βάλει οι άλλοι, αυτοί που πάντα φταίνε.

Ναι, αυτοί φταίνε, γιατί εσύ δεν έχεις ανάγκη κανέναν όταν νιώθεις καλά. Μπαλώνεις τις τρύπες σου κι εξαφανίζεσαι. Τρέχεις με χίλια και ξεχνάς ότι ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από εσένα, ταχύτερα κι από τη σκέψη σου, που μέχρι να γεννηθεί έχει γεράσει και χάνεται από μια πιο νέα που έρχεται στη ζωή.

Κι όμως, τώρα δεν σκέφτεσαι, είσαι καλά. Ρούφηξες ότι ήθελες από τους άλλους που πάντα φταίνε, τους μίσησες, τους είδες μικρούς και βγήκες στους δρόμους με νέα ψυχή, με καρδιά που βροντά από δύναμη, ν’ αναζητήσεις προορισμούς, καινούργια σκαλοπάτια που θα σε ανεβάσουν ακόμα πιο ψηλά.

Ναι, δεν χρειάζεσαι τίποτα πια, έχεις δύναμη και το δείχνεις. Φτύνεις, γελάς, αδιαφορείς. Λες ότι δεν ασχολείσαι με μικρότητες και με μεγαλείο σηκώνεις το κεφάλι ψηλά αλλά δεν βλέπεις τίποτα, μόνο κενό.

Γιατί άραγε;

Δεν σε νοιάζει καθόλου. Μέχρι την επόμενη φορά που θα ξεπέσεις στα ίδια σου τα μάτια και θα οικτίρεις τον εαυτό σου και θα ζητάς κατανόηση, ενδιαφέρον, στοργή αλλά δεν θα στη δίνει ούτε το είναι σου.

Και θα ψάχνεις μέσα σου, εκεί που νόμισες ότι άφησες τον εαυτό σου να σε περιμένει, μα δεν θα βρεις κανέναν. Όλοι θα έχουν φύγει, δεν θα σε περιμένουν πια, γιατί τρέχεις μοναχικά σε όμορφους δρόμους, χωρίς να φοβάσαι αν θα χτυπήσεις.

Ουράνια τόξα στο πέρασμα σου καλύπτουν κάθε ασχήμια. Βρήκες τη λύση. Φεύγεις μακριά. Είσαι αλλού…

Κλείνεις τα μάτια και απολαμβάνεις τη διαδρομή χωρίς σκέψη καμία. Παραληρείς μέσα στην ευδαιμονία της δύναμης σου. Το κάλλος και την ισχύ της σοφίας σου.

Όμορφα.

Νιώθεις τον αέρα της αγάπης να σε χτυπά στα μούτρα με μικρά σκαμπίλια χαϊδευτικά και ηδονίζεσαι. Λιώνεις μέσα στην υπερδιέγερση της επανάστασης σου.

Έσπασες τις αλυσίδες, πάλι, για άλλη μία φορά…

Ανοίγεις τα βλέφαρα και βλέπεις τα χρόνια να σε ακολουθούν κι ο χρόνος να τρέχει μπροστά σου γελώντας κι εσύ γελάς μαζί του κοροϊδευτικά.

Γιατί άραγε;

Ένα εμπόδιο σου κλείνει το δρόμο, σε ρίχνει κάτω, πάλι, για άλλη μία φορά…

Κοιτάς γύρω σου, προσπαθείς να σηκωθείς αλλά δεν υπάρχει χέρι να τραβήξει, πάλι, για άλλη μία φορά…

Αντικρίζεις ένα γνώριμο τοπίο, βλέπεις ότι βρίσκεσαι εκεί που ξεκίνησες, χωρίς ενέργεια, δίχως δύναμη, με πληγές, σε μια αρχή χωρίς τέλος, δύσκολη, ανηφορική, σκληρή, στην ίδια πάντα αρχή.

Έχασες την όμορφη διαδρομή μέσα στην ουτοπία του ψεύτικου ονείρου, γιατί κανένα όνειρο δεν είναι αληθινό.

Έκλεισες τα μάτια για να το ζήσεις αλλά το έχασες και μαζί του έχασες όσους στο τροφοδότησαν, όσους σε έκαναν να το πιστέψεις, όσους σε έκαναν να νιώσεις ότι δεν έχεις ανάγκη τίποτα.

Μόνο που τώρα το φως τους έσβησε κι έχεις παρέα μόνο το χρόνο που σε περιμένει, εκεί, στο ίδιο σημείο, καρτερικά, πάντα πιο νέος από σένα.

Αυτός δεν βιάζεται, θα γνωρίσει άπειρες μορφές σαν τη δική σου, θα λιώσει άλλες τόσες σκέψεις στο πέρασμα του.

Θα καταπιεί αμέτρητες σκέψεις σαν τις δικές μου μέσα στην αιωνιότητα του.

Άδικα διαβάζεις, ονειρέψου, πάλι, για άλλη μία φορά και μάθε να χτυπάς…


lonely Αγρίεψαν οι σκέψεις κι ένα δάκρυ κύλησε.

Ποτάμι μικρό για την ψυχή σου, σταγόνα δροσερή για άλλους.

Νοτισμένες πνοές σου μιλούν μέσα στο σκοτάδι, μα εσύ στέλνεις ρυάκια μοναξιάς μέσα από το κλάμα.

Ο πόνος σκεπάζει τα πάντα γύρω σου κι εύχεσαι να είχες δαμάσει το αγρίμι που έκρυβες.

Στάλες μικρές, όμορφες, δροσερές, ανακουφίζουν το ζεστό σου πρόσωπο κι εύχεσαι πάλι να μην τις είχες ανάγκη.

Σπέρνεις πόνο γύρω σου να μαραθεί μες στο σκοτάδι.

Βουβός πνιγμός στο λαιμό σου τα λόγια που ζητούν να ξεπηδήσουν αλλά δεν τολμούν.

Αυτός είναι ο θησαυρός σου, οι λέξεις που μαζεύεις αλλά δεν τις δίνεις πουθενά, τις κρατάς άπληστα μόνο για σένα.

Κι όλες οι λέξεις είναι μία.

Κι όλες οι λέξεις είναι η ίδια.

Κι όλες οι λέξεις κρύβουν ένα συναίσθημα.

Κι όλες οι λέξεις που είναι μόνες σπάνε στα δύο, συντροφιά να κρατούν η μία στην άλλη.

Αγάπη, μοναξιά…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις