xronos Άλλη μια φορά πάλεψες με μια σκουριασμένη κλειδαριά, γλιτσιασμένη από τα γλοιώδη χέρια που απλώθηκαν πάνω της άτσαλα για να την ανοίξουν κι έσπασαν το αταίριαστο κλειδί τους μέσα της.
Άλλη μια φορά τα έβαλες με το χρόνο που οξειδώνει κάθε λέξη που τρέχει στα κανάλια του, αυτόν που τρυπά ψυχές, επουλώνει πληγές που αιμορραγούν, σφραγίζει στόματα και σκέψεις, κλειδώνει καρδιές, αποσυνθέτει όνειρα και κορμιά στην κυριάρχησή του.
Άλλη μια φορά τον νίκησες ψεύτικα, αγνοώντας τον δικό σου που σε σκουντά όλο και πιο δυνατά στην πλάτη, για να σου υπενθυμίσει ό,τι σε λίγο φεύγετε.
Έτσι είναι ο χρόνος, μυριάδυμα αδελφάκια σπαρμένα τριγύρω να σε απασχολούν, να σου γελούν, να σε κολακεύουν, να σου αποσπούν την προσοχή, να σε ικετεύουν, να σε προκαλούν να λύσεις τους Γόρδιους δεσμούς που δένουν με ιδιαίτερη τέχνη σε όσους σου κινούν το ενδιαφέρον, όσους σκέφτεσαι και πονάς κι εσύ να παλεύεις μαζί τους κι αυτά να γελούν πίσω από την πλάτη σου με την ήττα ή τη νίκη σου, γιατί πάλι δική τους είναι.
Ο χρόνος δεν χάνει ποτέ.
Πικρή η χαρά της νίκης. Η σκουριά τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη σου κι απλώνεται πάλι στις ξένες κλειδαριές, οδηγώντας σε, σε νέα μάχη με κάθε ίχνος ικμάδας που τρέφει την πράσινη μούχλα κάθε σφαγμένης σκέψης.

Πολλά μου έρχονταν στο μυαλό πριν αρχίσω να γράφω αυτό το κείμενο και δεν ήξερα από να αρχίσω. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι όλες οι σκέψεις μου άρχισαν να καταφθάνουν μετά από την ξαφνική εμφάνιση στον εγκέφαλο μου, της διαφήμισης της Τασούλας και του Κίτσου με το περιβόητο τράτζικ.
Εκεί που καθόμουν στην βεράντα κι έπινα έναν καφέ στα σκοτεινά, βλέποντας κάποιους καλούς -ας πούμε- γείτονες στα μπαλκόνια, έριξα μια ματιά στο αστικό τοπίο που μας περιβάλλει και μέσα στο θόρυβο, από τα κατά διαστήματα περιελθόντα μηχανάκια, οι εικόνες από διάφορες καταστάσεις και γεγονότα αναπήδησαν σαν πηγή στο κεφάλι μου και αναφώνησα μέσα μου, ωσάν νέος αστικός Κίτσος, τράτζικ!
Αναπόλησα με λύπη τα όσα αντικρίζουμε καθημερινά. Αυτή την άσχημη πόλη αλλά και γενικότερα όλες αυτές τις ελληνικές άθλιες πόλεις που σχεδιάστηκαν και φτιάχτηκαν από το γούστο ενός χωριάτη τη δεκαετία του πενήντα, το απαίσιο λάιφ στάιλ (προτιμώ να γράφω τις λέξεις σε Αγγληνικά – αντίστοιχο του Greeklish) του ενενήντα, του κάθε Καρακίτσου εκδότη που έκανε τη χωριαταρία σε ανάμιξη με τη δυναστεία που παιζόταν το ογδόντα και τις αμερικάνικες σαπουνόπερες, ένα συνονθύλευμα μόδας και αστικής βλαχιάς που ακολούθησαν όλα τα νέα παιδιά μην έχοντας άλλα πρότυπα. Και δεν θα βάλω πρότυπα τη δήθεν κουλτούρα και διανόηση στην Ελλάδα γιατί κι αυτή για τα μπάζα είναι. Κλίκες, κολλεγιές, ίντριγκες και άστα να πάνε.

Ήταν κάποτε μια κοπέλα που θεωρούσε ότι ήταν όμορφη αλλά ένιωθε άσχημη. Μια πληγή μέσα της που όλο μεγάλωνε δεν τη άφηνε να ζήσει την ομορφιά που ένιωθε ότι της άξιζε.
Εναγωνίως έψαχνε δεξιά και αριστερά ν’ ακούσει μια καλή κουβέντα, κάποιον να της αγγίξει την ψυχή, αλλά μάταια…
Ώσπου μια μέρα, βρέθηκε μπροστά της ένας άνθρωπος που την κοίταξε στα μάτια τη ψυχής και της είπε ότι είναι υπέροχη.
Ίσως να μην το πίστευε αλλά την είδε να το θέλει τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να μην το κάνει, την συμπόνεσε. Της έλεγε όμορφα λόγια, χάιδευε την καρδιά της καθάριζε το μέσα της, καταλάγιαζε τον πόνο της και αυτή ζούσε σ’ ένα όνειρο. Έβλεπε πεταλούδες, ήλιους, φεγγάρια και άρχισε να πετάει από πάνω της το πάπλωμα του σκότους επιτέλους.
Ξεκίνησε να ζει στο φως, ένα φως φερμένο από κάποιον που ένιωσε συμπόνια, που δεν ήθελε να την βλέπει να σφαδάζει μόνη και να περιποιείται τις τεράστιες πληγές της, οι οποίες δεν ήξερε ακόμα και η ίδια αν της άξιζαν.
Με τον καιρό άρχισαν να φεύγουν οι ενοχές από το μυαλό της και ζητούσε όλο και περισσότερα. Τόσα πολλά που άρχισαν να κουράζουν και να εξαντλούν αυτόν που της στάθηκε χωρίς καν να την ξέρει, γιατί πάντα ζητούσε λίγο ακόμα βάλσαμο για το πόνο της αλλά ποτέ δεν θέλησε να του δείξει το αίτιο των πληγών ώστε να την βοηθήσει να τις θεραπεύσει. Είχε μάθει να ζει με αυτές, ήταν ένας τρόπος να κάνει τους άλλους να την λυπούνται. Τις σκέπαζε πάντα με επιμέλεια και μονίμως ικέτευε για άλλη μια δόση λύτρωσης, μέχρι που απάλυνε τον πόνο.
Ο καιρός περνούσε και η κοπέλα άρχισε πια ν’ αντιμετωπίζει τη ζωή με άλλο μάτι, ένιωσε ότι μπορούσε να το κάνει παντού, ν’ αναζητά και να βρίσκει την πολυπόθητη αγάπη όπως νόμιζε και όχι συμπόνια πλέον, απλά και μόνο με ένα βλέμμα, μια φωνή. Ξέχασε για λίγο τον πόνο και άρχισε να γελά, να ανοίγεται, σκέπασε την γάγγραινα που την κατέτρωγε με αρωματικές λέξεις και άρχισε να τρέχει σε ολάνθιστους αγρούς, πιστεύοντας ότι είχε πια θεραπευθεί.

Είδα τα σύννεφα να 'ρχονται κατά πάνω μου και έκανα στην άκρη. Δύο από αυτά μου έγνεψαν να τα ακολουθήσω. Δίστασα για λίγο αλλά το έκανα να δω που θα με πάνε.

Στον ήλιο τα είδα μαζικά επίθεση να κάνουν, να λιώνουν, να με βρέχουν και να με προσπερνούνε.

Δείλιασα, σταμάτησα, μούσκεμα από το νερό τους. Τα είδα με στοργή, τα λυπήθηκα μα κοίταξα πιο κάτω. Τα χρώματα με έπνιξαν, μου κόψαν την ανάσα. Η φύση πανηγύριζε μέσα στο μακελειό τους.

Ένα χαμόγελο στην άκρη του ματιού μ' έκανε να δω τώρα στα ψηλά.

Ο ήλιος!

Με κοίταξε, μ' αγάπησε, μου έκλεισε το μάτι και μου είπε με μια γλυκιά ακτίνα του "μην τα λυπάσαι, εγώ τα φτιάχνω, για μένα, για σένα, για όλους.

Τα δημιουργώ, τα μεγαλώνω, τα γεμίζω εγωισμό και δύναμη και με την ταπεινότητα τους, όταν πάνε να με πιάσουν, φροντίζω πια αυτούς που βρίσκονται από κάτω τους, όσους αγνόησαν για μένα. Τα σύννεφα είναι φτιαγμένα για να κλαίνε όταν θελήσουν να φτάσουν τον ήλιο αλλά δεν καίγονται, γίνονται ζωή για τη ζωή που άφησαν γι' αυτό το σκοπό... Το ξέρουμε και οι δύο..."


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις