Κάθε φορά που χάνεσαι μου φέρνεις πίσω λέξεις. Ανάκατες τις αραδιάζεις μπροστά μου. Τα δάχτυλα μου χώνω μέσα τους και τις χαϊδεύω. Τις ρίχνω πάνω σ’ ένα χαρτί και μετά το στύβω δυνατά μέσα στη χούφτα μου, την ουσία τους να βγάλω.
Άμορφο σωρό μου φτιάχνουνε για να τις μαγειρέψω. Τις στρώνω, τις απλώνω, τις ζυμώνω και σε κοιτώ στα μάτια να δω τι άλλο θέλεις. Αναζητώ την επιθυμία σου κι ύστερα σε ταΐζω.
Όρεξη έχεις μέγιστη, δε λες να σταματήσεις, συνταγές νέες ζητάς και αυτοσχεδιάζω. Θέλω να μην πεινάς με το μυαλό, ακόμα μαγειρεύω. Σου δίνω την τροφή που θες, όταν μου το ζητήσεις.
Και μ’ αγαπάς και με θέλεις, γιατί σε χορταίνω, γιατί σε γλυκαίνω, γιατί σε πονώ, γιατί είμαι οι λέξεις...
Το ξέρω πως σε λίγο πάλι θα πεινάς, μα φέρε μου τις λέξεις…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις