marionete Άτσαλα διπλώνεις τη ζωή σου, πονάς, θλίβεσαι, κρύβεις την καρδιά σου στην άμμο, άνυδρες επιθυμίες, άγονοι σπόροι θέλησης.
Γεμάτη κόκκους η ζωή σου, παραλία χωρίς κύμα να την ξεπλύνει, να ξεβγάλει από μέσα της τους θησαυρούς σου.
Άναρθρες κραυγές ξεστομίζεις, με ιδεατά χείλη στα σωθικά του μυαλού σου. Φωνές που ζητούν τη λύτρωση.
Να βγουν έξω, να πνίξουν τον κόσμο αλλά δεν μπορείς. Τις πνίγεις στα κόκκαλα σου, που τρίζουν και σπάνε, στο συντονισμό των νότων τους.
Σκάβεις, χώνεσαι στη φωλιά σου, ακόμα σε τρελαίνουν.
Θέλεις, θέλεις, θέλεις!
Οργή πλημμύρα στην ψυχή σου, τιτάνιο κύμα πια, κομμάτι του εαυτού σου. Θέλει να τους πνίξει όλους, να σε αφήσει μόνη να κλωτσάς τα κορμιά τους πάνω στην γκρίζα άμμο που σε πληγώνει.
Μισείς, πονάς, σκέφτεσαι, ζητάς να κομματιάσεις ξένες σκέψεις που γίνανε δικές σου, τυραννικές, δύσμορφες, περίσσευμα των άλλων.
Δεν ξέρεις αν σκέφτεσαι η ίδια, αν ποθείς, αν επιθυμείς. Μισείς ότι κάνεις, αγαπάς αυτά που δεν θέλεις.
Συντρίμμια όλα γύρω σου, κρύσταλλοι το κορμί σου, σατανάς το είναι σου.
Τα διαλύεις όλα, λες ότι παίρνεις αποφάσεις, βάζεις όρια, μα και πάλι γυρνάς στο ίδιο.
Θέλεις να συντρίψεις τον εαυτό σου που σε άφησε να δεχτείς τα πάντα αυτών που αγαπάς και τώρα μισείς, που έγινες ένα μαζί τους, που δεν σε άφησαν να ξεχωρίσεις από τη δική τους στραβή πορεία, τεθλασμένη γραμμή μεθυσμένου πλοηγού.

key2my-heart-necklace-small Νύχτωσε πάλι και σε σκέφτομαι, μα δεν μπορώ να σε θυμηθώ…
Φέρνω τη μορφή σου μπρος στα μάτια μου, χωρίς να υπάρχεις στο μυαλό μου. Αισθάνομαι ότι πέρασες από μέσα μου κι άδειασες την ψυχή μου.
Νότες σπασμένες η φωνή σου στ’ αυτιά μου, σκορπίζονται και χάνονται στο θόρυβο των άλλων.
Λεπτά τα δάχτυλα σου, σκόρπισαν αναμνήσεις στο κορμί μου, αυλάκια στην ψυχή μου, ρυάκια σκοτεινά στο μυαλό μου, ποτάμια αδιαφορίας στην καρδιά μου.
Άγνωστες θύμησες, άμορφες, έρχονται και με τσιγκλούν, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
Έζησες κάποτε δίπλα μου, πριν χρόνια, πριν αιώνες παραμυθένιους, τότε που το φεγγάρι για μένα ήταν ζωντανό, τότε που έκαιγαν ηφαίστεια πάνω του. Εκείνες τις μέρες που τα άστρα λαμπύριζαν στην όψη σου και λαμπάδιαζε η φύση.
Πριν σβήσουν όλα στην απουσία σου, μαζί με σένα…
Έκαψες με τη φλόγα σου ότι ζωντανό υπήρχε στη ζωή μου, ακόμα και το όραμα σου, αφήνοντας με να γυρνώ, άδειος, μουδιασμένος, παγωμένος.
Δεν σε θυμάμαι πια και δεν ξέρω αν θέλω. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή ένα όνειρο. Ίσως σε μπερδεύω με κάποια άλλη, που κι αυτή δε θυμάμαι πλέον. Ίσως σε αδικώ, ίσως σου δίνω αξία, δεν μπορώ να πω και δεν με ενδιαφέρει.
Όποια και να ήσουν, έκλεισες μια πόρτα πίσω σου, που τώρα έχει σκουριάσει.
Να ήξερες τι έκανες, τι έκανα σε μένα…
Ποτέ δεν θα μάθεις τη δύναμη σου, γιατί έπαιζες, με μάθαινες πράγματα για βαριές ψυχές, σκληρές, ανούσια για τη ζωή.

seaΤρελή και μανιασμένη, γαλήνια και όμορφη, απέραντη και μυστική. Χιλιάδες επίθετα στοιχειώνουν τη μορφή της που χάνεται στη φαντασία και όλο αλλάζει. Χώνεται σε κάθε σχισμή που προσπαθεί να της επιβληθεί, κυριαρχεί στα πάντα.
Κάθομαι και την κοιτώ, να πλένει πόδια ερωτικά στο ένα της σημείο και να ρουφάει βαθιά μέσα της ψυχές που πλέουν στο κορμί της.
Τόσο όμορφη, ηδονική, γλυκιά, μα και τόσο ανηλεής στο θυμό της. Συμμαχεί με τον αέρα και ερωτοτροπεί μαζί του για να σε στείλει σε μέρη που η ίδια κάνει μαγικά και όταν βαρεθεί να στέκεσαι πάνω στην πλάτη της, κάνει βουτιά σαν δελφίνι στο βυθό και σε τραβά για πάντα.
Χιλιάδες μυστικά, άπειρες ιστορίες, χαμένες από το φως του ήλιου που την καίει. Αυτό το φως που την κάνει ατμό, πολύχρωμες σταγόνες, που καθρεφτίζεται πάνω της φανταστικά, έλξη θεϊκή.
Τη φοβάσαι αλλά την αγαπάς. Την τρέμεις αλλά την ποθείς. Η τέλεια ερωμένη. Σκύλα και μάνα, πιστή γυναίκα σύντροφος, αγγελικά πλασμένη. Πηγή ιστοριών, ζωής και έρωτα, πλάθει λιμάνια απόκρυφα, δαντέλες στη ματιά σου.

Κάθε φορά που χάνεσαι μου φέρνεις πίσω λέξεις. Ανάκατες τις αραδιάζεις μπροστά μου. Τα δάχτυλα μου χώνω μέσα τους και τις χαϊδεύω. Τις ρίχνω πάνω σ’ ένα χαρτί και μετά το στύβω δυνατά μέσα στη χούφτα μου, την ουσία τους να βγάλω.
Άμορφο σωρό μου φτιάχνουνε για να τις μαγειρέψω. Τις στρώνω, τις απλώνω, τις ζυμώνω και σε κοιτώ στα μάτια να δω τι άλλο θέλεις. Αναζητώ την επιθυμία σου κι ύστερα σε ταΐζω.
Όρεξη έχεις μέγιστη, δε λες να σταματήσεις, συνταγές νέες ζητάς και αυτοσχεδιάζω. Θέλω να μην πεινάς με το μυαλό, ακόμα μαγειρεύω. Σου δίνω την τροφή που θες, όταν μου το ζητήσεις.
Και μ’ αγαπάς και με θέλεις, γιατί σε χορταίνω, γιατί σε γλυκαίνω, γιατί σε πονώ, γιατί είμαι οι λέξεις...
Το ξέρω πως σε λίγο πάλι θα πεινάς, μα φέρε μου τις λέξεις…


Άπλωσε τα χέρια σου και αγκάλιασε με, σφίξε με πάνω σου, αγάπησε με σα να ‘μαι αληθινός κι ας είμαι μονάχα στο μυαλό σου.

Μηδένισε τις αποστάσεις και δες με διαφορετικά, κυλίσου μαζί μου στο δικό μου μαγικό στρώμα και άσε με να βγω από την ψυχή σου.

Δώσε μου μορφή και χτύπησε με και μετά διώξε με μακριά.

Να φύγω όπως ήρθα, ξαφνικά, απρόσκλητα κι ας είμαι ο φόβος που θέλεις πάντα κοντά σου κι ας λατρεύεις που σε τυραννώ.

Άσε με να φύγω, να βρω άλλη ψυχή να φωλιάσω, αλλιώς κάνε με δικό σου, κομμάτι του κορμιού σου και δέξου με όπως είμαι, δυνάστης, βίαιος, αχόρταγος.

Να σου τρώω κάθε βράδυ τις σκέψεις και συ να κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι μαζί μου και να γεύεσαι τη μοναξιά που σου προσφέρω.

Σ’ ένα γεύμα που δεν θα έχει τέλος παρά μόνο όταν δεν θα υπάρχει τίποτα άλλο από σένα.

Κι αν ποτέ χορτάσεις πριν από μένα και νιώσεις ότι θέλεις να μείνεις μόνη, άσε την πόρτα της καρδιάς σου μισάνοιχτη.

Εγώ θα καταλάβω και θα πετάξω σαν πουλί μακριά, άγγελος μαύρος σκοτεινός και θα χαθώ.

Το ξέρω όμως πως δεν θα μ’ αφήσεις ποτέ να φύγω, πάντα θα με αποζητάς στις πιο μύχιες σκέψεις σου και πάντα θα παρακαλάς για το άγγιγμα μου, γιατί σου δίνω αυτό που πάντα ήθελες…

Μια θέση στο δείπνο της ψυχής σου…


Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου.

Ζεσταίνει τις σκέψεις μου, φροντίζει τα αισθήματα αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Καίει τα ζιζάνια του κήπου μου που λιάζει αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Είναι όμορφος ακτινοβόλος αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Θέλει να βγει έξω να λάμψει από τα μάτια μου, να πλημμυρίσει ξένους παγετώνες, να φτιάξει δροσερά ποτάμια, να θεριέψει πολύχρωμα λουλούδια.

Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου που δεν λέει να σβήσει και όσο πάει και μεγαλώνει.

Έναν ήλιο που φτάνει για όλους όσους τρέμουν στην ψύχρα της μοναξιάς τους.

Έναν ήλιο που φλέγεται μονάχος στο μαύρο σύμπαν του κορμιού μου κι ας ξέρει ότι δεν θα βρει ποτέ του ταίρι.

Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου που φωτίζει αμέτρητα φεγγάρια και κάνει παρέα με μακρινά αστέρια διάσπαρτα κι απόμακρα...

Έναν ήλιο που δεν μπορείς να αγγίξεις κι ανάβει φωτιές χωρίς να θέλει...


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις