Κορμιά όμορφα, άσχημα, μικρά, μεγάλα, με βούληση, χωρίς.

Σάρκα, κρέας προς πώληση ή δανεισμό, έτοιμο να μαγειρευτεί στο μυαλό του καθένα με όλους τους τρόπους.

Πασαρέλες γεμάτες, καρδιές άδειες, ανίκανοι μάγειρες, ανικανοποίητες ορέξεις. Μισή-μία ώρα υπόθεση το κάθε γεύμα και πάλι πεινασμένοι, όλοι στη γύρα να φάνε, αχόρταγοι, γελοίοι, άθλιοι.

Τρέχουν πριν τελειώσει ο χρόνος και δεν τους το επιτρέπει πια, σκυλιά σε οίστρο, άδειοι κουβάδες, τρύπιοι...

Και το νερό να τρέχει από τις τρύπες τους συνέχεια και δωσ’ του να τους γεμίσουν. Κανείς όμως δεν σκέφτεται ότι, αν δεν αφιερώσει χρόνο και τέχνη να τις μπαλώσει πάντα θα τρέχουν, μέχρι οι ίδιοι να μην έχουν το κουράγιο να τραβούν νερό ή να φτάσουν στη λάσπη και να μείνουν άδειοι ντενεκέδες, όπως την πρώτη μέρα που ξεκίνησαν.

Γέμισε ο κόσμος άψυχα κορμιά και τρύπιους κουβάδες, άχρηστους για κάθε χρήση, διακοσμητικούς, χερούλια στραβά που αρπάζονται από τον καθένα και την κάθε μία που ψάχνει για λίγο νερό να ξεδιψάσει προσωρινά.

Ποιος ν’ ασχοληθεί με την επιδιόρθωση; Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός.

Που να κάτσει τώρα να ψάχνει για πηγή, όταν τα ξεροπήγαδα ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο, ίσα για να ψωρογεμίσουν τα σκουριασμένα κατακάθια;

Βήματα σκόρπια στην ξερή άμμο της καθημερινότητας, βολοδέρνουν ακατεύθυντα, αμελέτητα. Στα μάτια τους μοιάζουν ισόμορφα και σχετικά μέσα στην ασχήμια τους. Έργο τέχνης βενζινομένου από αναθυμιάσεις ζωγράφου.

Μονότονος ρυθμός στα τύμπανα σαν της γαλέρας, δίνει το πρόσταγμα κι άντε πάλι από την αρχή, κάθε μέρα με τον ίδιο τσαλακωμένο κουβά στα χέρια, για μια γουλιά νερό…

Μέχρι που έρχεται η ώρα που δεν μπορεί να κουβαλήσει πια άλλο ή δεν του δίνει κανείς και τότε, ψάχνει για το δέντρο που δεν πότισε ποτέ, αυτό που έπρεπε να βρίσκεται πίσω του, εκείνο που θα του δώσει σκιά και ηρεμία σαν χάσει τα κουράγια του.

Μα το δέντρο του έχει ξεραθεί, ποτέ δεν το φρόντισε, ποτέ δεν το σκάλισε, δεν υπάρχει, σπόρος μαραμένος έμεινε, όπως του τον έδωσαν στην αρχή, μόλις έβγαλε το πρώτο κλάμα.

Τώρα, που δεν του φτάνει ο τρύπιος κουβάς που τον βόλευε και τον ξεδιψούσε παροδικά, αυτός που τον πρόδωσε και διέλυσε από τα χτυπήματα του καθενός, ζηλεύει των άλλων.

Όσων τους φρόντισαν, πότισαν τις σκιές τους κι έφτιαξαν λιμνούλες για τους ίδιους και τους περαστικούς που έχουν ανάγκη, εκείνους που δεν ξέρουν τι να κάνουν, τους νέους.

Καυτός ο ήλιος της μοναξιάς αν δεν έχεις κάτι να σε σκιάσει, να σε δροσίσει, ν’ ακουμπήσεις πάνω του την κουρασμένη πλάτη σου που πονά από τις άσκοπες διαδρομές.

Χάθηκαν τα κορμιά, ξεράθηκαν τα πηγάδια, τέλειωσε το πανηγύρι.

Βλέπεις; Κι αν δεν δεις, θα νιώσεις. Την κάψα να σου ζεματά το κορμί και τα δέντρα των άλλων να μην έχουν θέση για σένα.

Γιατί;

Ρωτάς ακόμα γιατί;


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις