hideΚρύψου μικρό μου…

Βγες έξω, πες κάτι και κρύψου πάλι.

Άφησε σημάδια για να δηλώσεις την παρουσία σου και κρύψου. Ναι, κρύψου καλά. Κλείσε τα μάτια ώστε να μη σε δουν. Μεγάλωσε τα βλέφαρα και κάλυψε αυτό που βλέπεις για να μη σε καταλάβουν.

Βάλε λουλούδια, γλυκά, ψεύτικα θέλω, εικονικές αγάπες και κρύψου. Γίνε χελώνα και φτιάξε χαλύβδινο καβούκι και κρύψου.

Ναι, κρύψου, κάτω από πέτρες βαριές και ναυάγια της ζωής σου.

Είναι καλό να φοβάσαι κι ακόμα πιο καλό να μην μαθαίνει κανείς τίποτα για σένα. Θάψε τις ατέλειες σου, βάλε στόχους μέσα από χαρακώματα και χτύπα τους άλλους, αλλά κρύψου.

Μην τους αφήνεις να μάθουν πολλά για σένα. Κάνε τους να σε θέλουν, δείξε ότι τους θέλεις αλλά μην φανερώνεσαι πλήρως.

Πάντα να είσαι σ’ ετοιμότητα να φύγεις αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι, όπως ήρθες…

Βγες αργά το βράδυ και παρακολούθησε το θήραμα σου αλλά κρύψου καλά. Παίξε με πολλά, μα μην τ’ αφήνεις να δουν τη φωλιά σου, τ’ ορμητήριο σου, το μέρος που σε προστατεύει.

Κι αν διαπιστώσεις πως δεν τα βγάζεις πέρα και γίνεσαι θύμα, γύρνα στη σκοτεινή τρύπα σου και μέτρα τις πληγές, στήνοντας ψεύτικους πολέμους στο μυαλό σου, ηρωικές μάχες που σου άφησαν σημάδια, αλλά προς θεού κρύψου!

Στάσου ακίνητο να παρατηρείς τον κόσμο μέσα από την ασφάλεια που σου προσφέρει η μυστικότητα σου.

Κράτα πάντα το μεγαλύτερο κομμάτι σου για σένα και ριξ’ το στη θράκα της ψυχής σου, με την ψευδαίσθηση της ξένης ζεστής σάρκας, που αρωματικά γεμίζει την αχόρταγη όρεξη που έχεις.


Σε αυτές τις εκλογές είναι σαν να κάνουμε αποδελτίωση. Γεμίσαμε αποκόμματα μικρά και μεγάλα. Ούτε καν θυμάμαι πόσα είναι αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία.

Σημασία έχει ότι άρχισε πάλι μια προπαγάνδα στα πλαίσια της προβοκάτσιας και μια προβοκάτσια στα πλαίσια της προπαγάνδας των αθλίων ηγετών των κομμάτων της βουλής, όσον αφορά τους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς.

Ξαφνικά μέσα στη στρατηγική του αποπροσανατολισμού του ταλαιπωρημένου κόσμου και εν όψει της «συσπείρωσης» και της διόγκωσης του μίσους στην ελληνική κοινωνία, γιατί μόνο με το μίσος μπορούν να επανεκλεγούν τα ρεμάλια, αρχίζουν οι ιδεολογικές κτηνωδίες. Δημιουργία εχθρών που τόσα χρόνια ήταν αμελητέοι, εμφανίζονται.

Κάποτε, πριν πολλά-πολλά χρόνια, ήταν το ΚΚΕ, μετά η ΝΔ, κατόπιν το ΛΑΟΣ, ύστερα ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα που όλοι μαζί βρίσκονται στο ίδιο μαντρί εμφανίζεται η Χρυσή Αυγή, μέχρι να γίνει κι αυτή ένα «εξευγενισμένο» ΛΑΟΣ, να συναγελαστεί δηλαδή με τα υπόλοιπα πρόβατα της Μέρκελ και του κάθε τραπεζίτη, αν γίνει αυτό.


bald_eagleΤιποτένια χέρια απλώνονται παντού. Σφίγγουν δυνατά σαν πλοκάμια και μπαίνουν στα σωθικά σου.

Μαύρες ανάσες αγκομαχούν να κρατήσουν το ρυθμό.

Άστρα που τρεμοσβήνουν στο δικό τους ρυθμό.

Καυτές σκέψεις λιώνουν παγωμένα μυαλά και πασχίζουν να ολοκληρωθούν, μάταια.

Πνιγμένες ορμές που σαν κύματα χτυπούν στο στήθος θέλοντας να το σπάσουν.

Μια άγνωστη γλώσσα αντηχεί με σκληρές λέξεις που λυσσασμένα σου τρυπούν τ’ αυτιά. Πρασινισμένος χαλκός η θέληση, τσακίζεται στο κάθε άγγιγμα της φωνής, πλάθεται στα καλούπια της.

Άκου, για σένα απλώνονται οι ψίθυροι της νύχτας. Για να τους μεγεθύνεις στο δικό σου μέτρο. Να τους κάνεις φωνές που σου σπάνε τα μηνίγγια ή νανούρισμα στοργικό που θα σε πάει μακριά. Εσύ διαλέγεις τι θ’ ακούσεις, πως θα το δημιουργήσεις.

Χαλύβδινοι βράχοι, φτιαγμένοι από τσιμεντένια χέρια σου κλείνουν τ’ οπτικό πεδίο. Θες να δεις καθαρά αλλά δεν μπορείς. Κρυφοκοιτάζεις από τα σπασίματα τους αλλά δεν βλέπεις όλη την εικόνα.

Άλλη φορά αντικρίζεις ένα ανθισμένο λουλούδι σε μια άκρη κι άλλη ξερό χώμα. Προσπαθείς να θυμηθείς από ποια γωνία και πια τρύπα κοίταξες κάθε φορά αλλά όλο ξεχνάς ή το επιλέγεις, γιατί δεν θέλεις να θυμάσαι ό,τι σου κλείνει το δρόμο. Ζητάς την εναλλαγή των αισθημάτων, των συναισθημάτων κι ας μην το κάνεις συνειδητά.

Σπας τα μούτρα σου στα βράχια αλλά δεν σε πειράζει, παρόλο που λίγα μέτρα πιο κάτω υπάρχει δρόμος ανοιχτός. Δεν τολμάς να τον περάσεις. Νιώθεις προστασία πίσω από τους γκρίζους όγκους που σε περιορίζουν.


Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα όλα είναι μαϊμού, από τσάντες, μέχρι υπηρεσίες, αναπήρους, αστυνομικούς, γιατρούς, δικηγόρους, παράγοντες, ταξιτζήδες και τρέχα γύρευε. Για τους πολιτικούς φυσικά ποτέ δεν γινόταν λόγος γιατί αυτοί ήταν de facto monkey business.

Έτσι, ο κόσμος είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στη περιβόητη διανόηση, η οποία κι αυτή είχε τα δικά της προβλήματα…

Βλέπετε στην Ελλάδα η διανόηση είναι κάπως σαν τα βαριά ανθυγιεινά, όπου ξεκινούν από τον μπετατζή και φτάνουν σ’ αυτή που κάνει μανικιούρ και νυχοτεχνίες γιατί την πειράζει το ασετόν…

Κάπου εκεί μέσα τρύπωσε κάθε λογής βλάκας συγγραφέας, σκηνοθέτης, μουσικός, τραγουδιστής, ηθοποιός, καθηγητής, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και η λίστα δεν έχει τελειωμό, για να κλέψει λίγο δόξα και μυαλό από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, ρήσεις των οποίων αποστήθιζε μανιωδώς για να δείξει «σοφός» ή «σοφή».

Αν είχε τελειώσει και κανένα πανεπιστήμιο πάλι καλά, πούλαγε μούρη επιστημονική κι ας ήταν για ιχθυοκαλλιέργεια ή γεωπονική οι γνώσεις του/της.

Αν δεν είχε τελειώσει, αρκεί που είχε μπει.

Αν δεν είχε μπει, ήταν πολύ έξυπνος/η γι’ αυτά και τα έγραφε στα παπάρια του, όπως διατείνονταν.

Α, ναι, και η χυδαία γλώσσα και αθυροστομία όπως και η άκρα ευγένεια είναι ένα στοιχείο της κουλτούρας στην Ελλάδα. Κάτι σαν το, «γαμώ το κέρατό σας κυρία μου…», κλπ.


Νέκρωσαν οι αισθήσεις. Βαριά η ατμόσφαιρα. Το γλέντι και το τσίκνισμα ερχόμενο από μακριά σπάει την μυρωδιά των σκουπιδιών, που σαν κεραμιδόγατος έχει χώσει το κεφάλι μέσα και τα ψάχνει.

Σκέφτηκε πολλές φορές να τελειώσει τη ζωή του αλλά η λογική του είπε ότι ζωή δεν είναι ούτε το αρνί στη σούβλα αυτές τις μέρες, ούτε τα μπιχλιμπίδια και τα ψευτοδώρα.

Ζωή είναι αυτό που έχει όταν αναπνέει, κινείται. Αυτό που κάνει με το ανασκάλεμα των σκουπιδιών. Ναι, ακόμα και αυτό είναι ζωή. Η μπόχα και τα λιγδιασμένα από παλιά λίπη χέρια. Τα κοψίματα από σπασμένα μπουκάλια στις σακούλες που κανείς δεν πέταξε χωριστά για ανακύκλωση γιατί η πράσινη ανάπτυξη ήταν μαύρη και άραχλη και κανείς δεν φρόντισε γι’ αυτή. Τα σκισμένα δάχτυλα από τις μισές κονσέρβες που χορταίνουν τα αδέσποτα, γιατί πρέπει να ζήσουν κι αυτά. Αυτά που έκανε και ο ίδιος μέχρι χθες.

Σοφή η φύση. Η σπατάλη του ενός επιβίωση του άλλου.

Κι αυτός, αδέσποτος τώρα, στον ίδιο αγώνα με τις γάτες και τους σκύλους, που περιμένουν ο ένας να φύγει ο άλλος από τις σακούλες, όπως στη ζούγκλα. Μόνο που κι εδώ πάλι αδικημένα είναι τα ζώα που μας συντροφεύουν στο κολαστήριο της ψυχής μας, είμαστε δεν είμαστε επαρκείς. Πάλι αυτός στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Το μόνο που δεν θέλει είναι τους αρουραίους αλλά ούτε αυτοί τον θέλουν.

Σοφή η φύση. Πάντα έχει ένα σχέδιο για τη ζωή όλων.


Cute Little HugΖητάς μια αγκαλιά να σε ζεστάνει, να τριφτείς μέσα της, να σε κρύψει από τον ψυχρό κόσμο που ζεις, να νιώσεις οικεία. Πολλά «να» για να ειπωθούν σε μια πρόταση.

Ένα είναι το ουσιαστικό.

Ζητάς μια αληθινή αγκαλιά κι ας έχεις περάσει πολλές στη ζωή σου. Θέλεις να είναι πατρική, μα και αδελφική, στοργική και μητρική, φιλική αλλά και ερωτική.

Ζητάς μια αγκαλιά για όλες τις εποχές, καλές ή κακές. Ζεστή το χειμώνα, δροσερή το καλοκαίρι. Προστατευτική όταν κινδυνεύεις, χαλαρή να μην σε πνίγει.

Αλήθεια, τι κάνει μια αγκαλιά…

Πόσα προσφέρει…

Πόση δύναμη έχει…

Αν το καλοσκεφτείς δεν είναι τίποτα παραπάνω από δύο χέρια που σε τυλίγουν ή τα δικά σου που τυλίγονται σ’ έναν άλλον, μιαν άλλη…

Κι όμως, αυτά τα δύο χέρια μπορεί να έχουν τη δύναμη των φτερούγων ενός πουλιού που προστατεύει τα μικρά του, μιας σκέπης στην καταιγίδα.

Βλέπεις το σκύλο σου να τρέχει, τη γάτα σου και θέλεις να τα πάρεις αγκαλιά αλλά αυτά δεν μπορούν. Δεν έχουν τα χέρια που ζητάς.

Παρόλα ταύτα παίρνεις την αγάπη που έχεις ανάγκη, μονομερώς, ακόμα κι αν δεν σε αγκαλιάζει ο άλλος.

Και το ζώο σε καταλαβαίνει κι εσύ το ζουλάς επάνω σου, να ρουφήξεις το συναίσθημα μονομιάς. Κι αυτό σε αφήνει να το κάνεις, το καταλαβαίνει.

Γιατί αυτό είναι μια αγκαλιά. Αγάπη, στοργή, προστασία, φυγή, άγγιγμα, έρωτας, ζωή…

Ζητάς μια αγκαλιά μα δεν θυμάσαι πόσες αγκαλιές σου έδωσαν κάποτε ή πόσες ήθελαν να σου δώσουν και τις απέρριψες, γιατί δεν τις θεώρησες αρκετά μεγάλες, σφιχτές, χαλαρές...


Κορμιά όμορφα, άσχημα, μικρά, μεγάλα, με βούληση, χωρίς.

Σάρκα, κρέας προς πώληση ή δανεισμό, έτοιμο να μαγειρευτεί στο μυαλό του καθένα με όλους τους τρόπους.

Πασαρέλες γεμάτες, καρδιές άδειες, ανίκανοι μάγειρες, ανικανοποίητες ορέξεις. Μισή-μία ώρα υπόθεση το κάθε γεύμα και πάλι πεινασμένοι, όλοι στη γύρα να φάνε, αχόρταγοι, γελοίοι, άθλιοι.

Τρέχουν πριν τελειώσει ο χρόνος και δεν τους το επιτρέπει πια, σκυλιά σε οίστρο, άδειοι κουβάδες, τρύπιοι...

Και το νερό να τρέχει από τις τρύπες τους συνέχεια και δωσ’ του να τους γεμίσουν. Κανείς όμως δεν σκέφτεται ότι, αν δεν αφιερώσει χρόνο και τέχνη να τις μπαλώσει πάντα θα τρέχουν, μέχρι οι ίδιοι να μην έχουν το κουράγιο να τραβούν νερό ή να φτάσουν στη λάσπη και να μείνουν άδειοι ντενεκέδες, όπως την πρώτη μέρα που ξεκίνησαν.

Γέμισε ο κόσμος άψυχα κορμιά και τρύπιους κουβάδες, άχρηστους για κάθε χρήση, διακοσμητικούς, χερούλια στραβά που αρπάζονται από τον καθένα και την κάθε μία που ψάχνει για λίγο νερό να ξεδιψάσει προσωρινά.

Ποιος ν’ ασχοληθεί με την επιδιόρθωση; Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός.

Που να κάτσει τώρα να ψάχνει για πηγή, όταν τα ξεροπήγαδα ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο, ίσα για να ψωρογεμίσουν τα σκουριασμένα κατακάθια;

Βήματα σκόρπια στην ξερή άμμο της καθημερινότητας, βολοδέρνουν ακατεύθυντα, αμελέτητα. Στα μάτια τους μοιάζουν ισόμορφα και σχετικά μέσα στην ασχήμια τους. Έργο τέχνης βενζινομένου από αναθυμιάσεις ζωγράφου.


«Χρόνος χαμένος» σκέφτεται, «άδικος κόπος…»

Δεν νιώθει κακία, ούτε κάτι άλλο. Για την ακρίβεια δεν νιώθει τίποτα. Μια μαύρη τρύπα του έχει ρουφήξει τα πάντα. Στη θέση των αισθημάτων ένα κενό, που όσοι δεν το καταλαβαίνουν το περνούν για πληγή.

Μακάρι να ήταν πληγή, θα ήξερε πώς να την επουλώσει. Το κενό όμως; Αυτό δεν επουλώνεται, δεν έχει μέθοδο γιατρειάς γιατί απλά δεν είναι πληγή.

Έχει φτάσει στο σημείο να μην τα βάζει ούτε με τον εαυτό του που επέλεξε πάλι να χάσει το χρόνο του καθαρίζοντας μυαλά, διορθώνοντας τσακισμένες ψυχικές μορφές, που έχουν χάσει το χαρακτήρα τους, ερμαφρόδιτες υπάρξεις, οι οποίες ζουν μονάχα για να ζουν, μέχρι να περάσει ο χρόνος τους και μαζί με το δικό τους κι ο δικός του.

Βήματα ασταθή, μεθυσμένα, μαστουρωμένα, χαμένα μέσα στη ζάλη της παράνοιας, της αβεβαιότητας, της ασάφειας των στόχων της ζωής.

Βήματα που καταλήγουν πάντα σ’ ένα γκρεμό ή ένα βήμα πριν από αυτόν. Τσακισμένες προσωπικότητες που αναζητούν ένα χέρι να τις τραβήξει μια γραμμή πριν από την τρέλα, πριν το βάραθρο της απόγνωσης και μετά το χτυπούν.

Τους αρέσει να βηματίζουν λίγο πριν το τέλος. Δεν θέλουν να τιμωρήσουν τον εαυτό τους αλλά όσους ενδιαφερθούν γι’ αυτούς, να τους τρομάζουν συνέχεια, να τους κάνουν να δείχνουν προσοχή με την δήθεν απερισκεψία τους. Σαν αυτούς που κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας και καλούν ένα φίλο που θα έρθει να τους σώσει λίγο πριν το τέλος.

Γιατί δεν το θέλουν το τέλος, μα δεν θέλουν ούτε αυτούς που τους σώζουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν τι θέλουν ή μάλλον ξέρουν…

Θέλουν να τους τραβήξουν όλους μέσα στο δυστυχισμένο κόσμο τους, εκεί που νιώθουν ασφαλείς και να ρουφούν ενέργεια και δύναμη μέχρι να τους εξαντλήσουν.


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις