Σύννεφα, δύο, λευκά, χόρευαν, ερωτοτροπούσαν. Αγαπούσαν, ακουμπούσαν με χάρη κι απομακρύνονταν παιχνιδίζοντας. Έτσι δειλά ζευγάρωσαν.

Κόκκινος κεραυνός, ένωσης σημάδι, τα έκανε βροχή, στάλες όμορφες, ανόμοιες, που έπεσαν στη γη.

Εσύ, όμορφη, γλυκιά, καθάρια, άφοβη, πρόσμενες και αδημονούσες να τις αισθανθείς. Άνοιξες τα χέρια, έστρεψες τις λευκές παλάμες σου στον ουρανό και ζήτησες με δέηση να έρθουν.

Έπεσαν επάνω σου, σε δρόσισαν κι αγαλλίασες κι έβγαλες έναν ηδονικό αναστεναγμό από τη δροσιά τους κι εγώ να σε κοιτώ κρυφά να τις χαϊδεύεις με το είναι σου, να με ανταγωνίζονται, να με σκοτώνουν με την ύπαρξη τους.

Ζήλεψα, πόνεσα, υπέφερα, ήθελα μακριά σου να τις διώξω αλλά δεν μου έδωσες σημασία. Ένιωσα ότι τις αγαπάς πάνω από μένα, ταράχτηκε η ψυχή μου, σκίστηκε η καρδιά μου, θόλωσα.

Ένιωσα μέσα στο κενό μυαλό μου να φτερουγίζουν δύο άσπρα περιστέρια, ανήσυχα, αδύναμα να ταιριάξουν, ανίκανα να βρουν κλαδάκι να σταθούν.

Μαύρους τοίχους να στέκουν μπρος στη σκέψη μου, να μην μπορώ να ζήσω τίποτα άλλο, παρά τη στιγμή, την εικόνα σου που μίσησα, που έδινε αγάπη και αλλού, που άφηνε κάτι άλλο να σε αγγίξει.

Θέλησα να τους γκρεμίσω μα δεν μπόρεσα. Έριξα το βλέμμα μου άλλη μια φορά πάνω τους και είδα, σχήματα, αποχρώσεις, φως, κρυμμένα μες στη σκοτεινιά. Μου το είχες πει, το μαύρο έχει χρώμα, μα δεν σε πίστευα, το δικό σου μαύρο και πόνεσα πολύ…

Είδα τα μάτια σου να πλημμυρίζουν ουράνια τόξα από χαρά, χιλιάδες, μύρια κι εσύ να στέκεις ευτυχισμένη, ήρεμη, κάτω από τις στάλες που ποθούσες.

Έζησα να σε δω σαν λουλούδι, ν’ ανθίζεις στο πέρασμα τους, να μυρώνεις και τις φθόνησα.

Ανήμπορος ν’ αντέξω, έστρεψα προς στον ουρανό και ζήτησα από το θεό να με κάνει σύννεφο και βροχή και στάλες να σ’ αγκαλιάσουν.

Και ο θεός με άκουσε, πόνεσε μαζί μου και δάκρυσε. Μ’ άγγιξε με το χέρι του να ξαναγεννηθώ αγγελικό φτερό και πρόσταξε στον άνεμο να με φυσήξει μαλακά μέχρι το γαλάζιο τ’ ουρανού που σε σκέπαζε.

Με πέρασε σαν αερικό δίπλα σου, άγγιξα λεπτά το μάγουλο σου κι ανέβηκα ψηλά.

Κι ύστερα έγινα σύννεφο, μεγάλο, δυνατό κι έδιωξα όλα τ’ άλλα, τα πολέμησα και σκέπασα τον ήλιο κι εσένανε μαζί.

Κόπηκα στα δύο, ζευγάρωσα με τον εαυτό μου για να μην έρθει άλλος κοντά σου, κεραύνωσα, διαλύθηκα μοναχά για σένα κι έγινα βροχή, άπειρες στάλες να νιώσεις στο κορμί σου.

Κι άρχισα να πέφτω πάνω σου, ένιωσα να ζηλεύω τις άλλες σταγόνες μου που σ’ άγγιζαν για μένα. Η κάθε μία μου σε ήθελε δική της αποκλειστικά, μα το ανέχτηκα γιατί ήμουν εγώ.

Τότε ένιωσα πως μ’ αγάπησες, πως με πόθησες και μου ‘φυγε η ζήλεια. Κύλισα στο πρόσωπο σου, στο ζεστό σου δέρμα κι έγινα ατμός και ξαναήρθα πάνω σου να σε χορτάσω, ξανά και ξανά, μέχρι να πάψω να υπάρχω, να διώξω κάθε ξένη στάλα.

Μπλέχτηκα στα μαλλιά σου, μπήκα στην καρδιά σου, ξέπλυνα τις σκέψεις σου, τις ενοχές, τα πάθη, τις αναμνήσεις. Να σκέφτεσαι μόνο εμένα, την αίσθηση μου, την ψυχή μου.

Άγγιξα τις άκρες των δαχτύλων σου, ακούμπησα μαλακά στις παλάμες σου που με δέχτηκαν με χαρά και γλίστρησα μέσα στις μικρές χαραγματιές τους να κρυφτώ. Φίλησα το λαιμό σου, σε λάτρεψα, έγινα η θεϊκή στιγμή, για να σου πάρω το μυαλό, να σε μαγέψω.

Και όταν ένιωσα να τελειώνω, να μην υπάρχω άλλο, κράτησα την πιο γλυκιά μου στάλα για το τέλος, την άφησα να πέσει στα ρόδινα σου χείλη και σ’ άφησα να με πιεις, ώστε να γίνω ένα με το κορμί σου, να ζω μονάχα μέσα σου κι ας έχω χαθεί για πάντα…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις