Το τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, η σκέψη θολή από αναμνήσεις, η μουσική να παίζει εκκωφαντικά κι εσύ να στέκεσαι μόνος, μέσα στο μισοσκόταδο, με το κεφάλι σκυμμένο, να τριγυρνάς το τσιγάρο στον γυάλινο πάτο του παίζοντας με τη στάχτη.

Κλεφτές ματιές ρίχνεις στην πόρτα ελπίζοντας να έρθει, να μπει ξαφνικά μέσα όπως την πρώτη φορά που αντικρίστηκαν τα μάτια σας.

Δεν θέλεις να το βάλεις κάτω, ακόμα ελπίζεις. Η σερβιτόρα που σου χαμογελά δεν σε σαγηνεύει, δεν μπορείς καν να της το ανταποδώσεις. Νιώθεις κουρασμένος, εξαντλημένος, ένα ράκος κι όμως συνεχίζεις να την σκέφτεσαι, να την αναζητάς, ξέροντας μέσα σου ότι δεν θα ξαναέρθει.

Βάζεις και πάλι το τσιγάρο στο στόμα και τραβάς μια ρουφηξιά, μια ακόμα τζούρα, κάπνα από αυτή που υπάρχει μπόλικη γύρω σου. Το μυαλό κενό, άδεια πίστα για να χορεύει μόνη της μέσα του. Λεπτή, ψηλή, με μαύρα θλιμμένα μάτια ανικανοποίητα…

Το παυσίλυπο ποτήρι σου, γεμάτο, περιμένει ν’ ανταμώσει τα χείλη σου που διψούν για φτηνή παρηγοριά, υποκατάστατο της απουσίας. Το σηκώνεις το ακουμπάς επάνω τους και η πικρόγλυκη γεύση του περιεχομένου του σου θυμίζει αυτή της προδοσίας.

«Να ‘ταν εδώ…» σκέφτεσαι όταν σταματά τον βασανιστικό χορό της για λίγο, όχι για να ξεκουραστεί αλλά για να της ζητήσεις πάλι να σηκωθεί, να σε τυραννήσει.

Δεν πονάς, την θέλεις αλλά όπως ήταν όταν την γνώρισες, όχι έτσι, αλλά δεν μπορείς να πας τον χρόνο πίσω και γι’ αυτό κατηγορείς τον εαυτό σου, τον χτυπάς αλύπητα μέσα στο κορμί σου, από τον έναν τοίχο του στον άλλον προσπαθώντας να τον κάνεις ν’ αλλάξει γνώμη και να ομολογήσει τα λάθη του.

Την αποζητάς μα συγχρόνως θα ήθελες να μην την είχες γνωρίσει.

Τι είναι αυτό που σε βασανίζει, που σε κάνει να μην ξέρεις τον λόγο της ύπαρξης σου πλέον, να μην βλέπεις τίποτα περισσότερο στον κόσμο, τα χαμόγελα, την αγάπη που σου δείχνουν, την ίδια τη ζωή;

Τι είναι αυτό που σε κρατά ακόμα δυνατό ακόμα κι όταν δεν το θέλεις;

Ακουμπάς το ποτήρι στο στρογγυλό μοναχικό τραπέζι μέσα στο μισοσκόταδο, γέρνεις την πλάτη στο κάθισμα και φυσάς τον καπνό ψηλά, τόσο ψηλά σα να προσπαθείς να σκεπάσεις τις σκέψεις.

Θεϊκά κορμιά λικνίζονται μερικά μέτρα μακριά σου, έτοιμα να σε βγάλουν από τον πόνο αλλά εσύ είσαι τυφλός πια. Τα μάτια σου έχουν κλειδώσει σε μια οπτασία απατηλή, μακρινή, ξένη…

«Που να είναι τέτοια ώρα, ποιος να κόβει βόλτες στο κορμί και το μυαλό της;» αναρωτιέσαι και χάνεσαι μέσα στον ήχο και τα λιγωμένα μάτια των θαμώνων…

Εύχεσαι να ήσουν σαν κι αυτούς, τους μικρούς στα αισθήματα, τους άθλιους απατεώνες που εξαγνίζονται μέσα στο χρήμα, τη βρωμιά, τα πληρωμένα πάθη.

Δεν είναι όμως έτσι και το ξέρεις, όπως ξέρεις ότι η μέρα θα είναι διαφορετική κι ότι η νύχτα θα σε βρει πάλι, μελαγχολική, σ’ ένα μπουντρούμι της καρδιάς σου, ν’ αναζητάς λύτρωση στα μαστίγια των τύψεων που σ’ έχουν σημαδέψει…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις