broken dollΚάθεσαι και την κοιτάς λες και δεν την έχεις ξαναδεί. Είναι η κούκλα που αναζητούσες καιρό αλλά δεν εμφανιζόταν πουθενά. Λες και είχε πάρει διαζύγιο από εσένα και είχε φύγει, άγνωστο για πού, μακριά.

Ναι, δεν ήταν στο σπίτι γιατί θα την είχες βρει μέσα στην αγωνία σου ν’ αναπολήσεις τα παιδικά σου χρόνια. Τότε που ανέμελη είχες τη ζωή μπροστά σου και μπορούσες να έχεις όλο τον κόσμο στα χέρια σου, μόνο με την ομορφιά σου, όπως έκανε και η δική σου κούκλα.

Τότε, που τους άφηνες να παίζουν μαζί σου, να σε ντύνουν, να σε γδύνουν, να σε ταΐζουν με λόγια και χάδια και να τους προσφέρεις τη χαρά να σε κρατούν αγκαλιά, νομίζοντας ότι μπορούν να παίζουν μαζί σου, χωρίς να σπάσεις ποτέ.

Σαν τη μικρή σου κούκλα…

Και χάθηκες και εξαφανίστηκες, όπως αυτή…

Κι έσπασες όπως αυτή, κοινή μοίρα, άδικη…

Τώρα, κάθεσαι και την κοιτάς για άλλη μια φορά και αναρωτιέσαι αν έλειπε αυτή από κοντά σου ή εσύ από την ίδια.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιείς ότι, εσύ την άφησες πίσω, δεν έφυγε ποτέ.

Σπασμένη στο πάτωμα, να υποφέρει, να σε περιμένει να γυρίσεις.

Ήθελες να τελειώσεις τα παιδικά σου χρόνια βιαστικά, σου ήταν εμπόδιο.

Την κοιτάς άλλη μια φορά. Νιώθεις άσχημα που την αμέλησες, που την εμπιστεύθηκες σε ξένα χέρια, να διαλύσει. Που δεν την σεβάστηκαν όπως περίμενες να κάνουν.

Θέλεις να την πάρεις από το κρύο πάτωμα και να της δώσεις τη φροντίδα που χρειάζεται, ίσως και μια θεϊκή πνοή στο στόμα αλλά δεν έχεις το κουράγιο ακόμα.

Δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις, ποιο κομμάτι της να πρωτομαζέψεις.


Ο χρόνος τρέχει αμείλικτα κι εσύ κοιτάς ένα ρολόι σταματημένο στον τοίχο, προσπαθώντας να τον κρατήσεις πίσω. Τα μάτια σου κρέμονται από τους δείκτες του, που ακίνητοι στηρίζουν το βλέμμα σου και το παρηγορούν.

Σαν να βλέπεις τα λεπτά να χορεύουν στο παλιό κουφάρι του κρατώντας συντροφιά στις σκέψεις σου. Δεν μπορείς ν’ απαγκιστρωθείς από πάνω του. Κάτι θέλει να σου πει και θέλεις να το ακούσεις.

«Ώρες χαμένες, νεκρές…» σου ψιθυρίζει και το βλέπεις ν’ αγκομαχά να σπρώξει ένα δείκτη λίγο πιο κάτω, σε μια ύστατη προσπάθεια να πολεμήσει το χρόνο. Παλεύει με τα γρανάζια του κι εσύ με τα δικά σου. Και οι δύο, σύμμαχοι πια ενάντια στο χρόνο, αγωνιάτε για το επόμενο λεπτό, την ώρα που χάνετε.

«Τι όμορφο που ήσουν νέο…» σκέφτεσαι και κάνεις ότι μπορείς να το θυμηθείς τις πρώτες μέρες του, πριν αρχίσει να ξεθωριάζει, όπως κι εσύ. Τότε που δεν δίνατε σημασία ο ένας στον άλλον, παρά μια κλεφτή ματιά για να συντονιστείτε για τους άλλους, πάντα για τους άλλους.

Και τώρα που η ώρα πέρασε και χάθηκαν οι άλλοι, κοιτάζεστε σαν ερωτευμένοι. Έχετε μείνει οι δύο σας και πρέπει να συνυπάρξετε, αυτό σταματημένο κι εσύ λίγο πριν...


Σύννεφα, δύο, λευκά, χόρευαν, ερωτοτροπούσαν. Αγαπούσαν, ακουμπούσαν με χάρη κι απομακρύνονταν παιχνιδίζοντας. Έτσι δειλά ζευγάρωσαν.

Κόκκινος κεραυνός, ένωσης σημάδι, τα έκανε βροχή, στάλες όμορφες, ανόμοιες, που έπεσαν στη γη.

Εσύ, όμορφη, γλυκιά, καθάρια, άφοβη, πρόσμενες και αδημονούσες να τις αισθανθείς. Άνοιξες τα χέρια, έστρεψες τις λευκές παλάμες σου στον ουρανό και ζήτησες με δέηση να έρθουν.

Έπεσαν επάνω σου, σε δρόσισαν κι αγαλλίασες κι έβγαλες έναν ηδονικό αναστεναγμό από τη δροσιά τους κι εγώ να σε κοιτώ κρυφά να τις χαϊδεύεις με το είναι σου, να με ανταγωνίζονται, να με σκοτώνουν με την ύπαρξη τους.

Ζήλεψα, πόνεσα, υπέφερα, ήθελα μακριά σου να τις διώξω αλλά δεν μου έδωσες σημασία. Ένιωσα ότι τις αγαπάς πάνω από μένα, ταράχτηκε η ψυχή μου, σκίστηκε η καρδιά μου, θόλωσα.

Ένιωσα μέσα στο κενό μυαλό μου να φτερουγίζουν δύο άσπρα περιστέρια, ανήσυχα, αδύναμα να ταιριάξουν, ανίκανα να βρουν κλαδάκι να σταθούν.

Μαύρους τοίχους να στέκουν μπρος στη σκέψη μου, να μην μπορώ να ζήσω τίποτα άλλο, παρά τη στιγμή, την εικόνα σου που μίσησα, που έδινε αγάπη και αλλού, που άφηνε κάτι άλλο να σε αγγίξει.

Θέλησα να τους γκρεμίσω μα δεν μπόρεσα. Έριξα το βλέμμα μου άλλη μια φορά πάνω τους και είδα, σχήματα, αποχρώσεις, φως, κρυμμένα μες στη σκοτεινιά. Μου το είχες πει, το μαύρο έχει χρώμα, μα δεν σε πίστευα, το δικό σου μαύρο και πόνεσα πολύ…

Είδα τα μάτια σου να πλημμυρίζουν ουράνια τόξα από χαρά, χιλιάδες, μύρια κι εσύ να στέκεις ευτυχισμένη, ήρεμη, κάτω από τις στάλες που ποθούσες.

Έζησα να σε δω σαν λουλούδι, ν’ ανθίζεις στο πέρασμα τους, να μυρώνεις και τις φθόνησα.


Λόγια που πετούν στον αέρα σαν μικρά χελιδόνια, έτοιμα να φωλιάσουν με το ταίρι τους σ’ αυτούς που θα πιστέψουν.

Στ’ αυτιά που θα νομίσουν πως κουβαλούν την άνοιξη.

Σ’ αυτούς που ζουν γι’ αυτήν, υπομένοντας το βαρύ χειμώνα τους, που ποτέ δεν φεύγει.

Λέξεις σκαμμένες στο χαρτί, αναζητούν η μία την άλλη για να πλανέψουν τα μάτια που θα τις δουν.

Κάθονται, στοιχίζονται, τακτοποιούνται κι αλλάζουν συνεχώς σειρά, για να μπερδέψουν, να εξαπατήσουν.

Τη μια φτιάχνουν σχήματα τρυφερά και την άλλη ακονίζουν μαχαίρια που πονούν και κόβουν σε χίλια κομμάτια, αισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις.

Μερικές φορές πάλι, λατρεύουν, αγαπούν τα λόγια, ερωτοτροπούν, ζευγαρώνουν μαζί τους και συνωμοτούν.

Γεννούν υπάρξεις, ψεύτικες αγγελικές μορφές, φανταστικούς σωτήρες, σαρώνοντας θύμησες και πάθη.

Ορθώνουν ανάστημα και χτυπούν μέχρι να σε ρίξουν κάτω.

Κι όταν το πετύχουν, γυρνούν αμετανόητες πίσω και θεραπεύουν, γίνονται ίαση, άφεση στον πόνο.

Τι κι αν μετά πολεμούν μεταξύ τους για τη νίκη, το τρόπαιο, την πρωτιά, αγέρωχα και ασταμάτητα συνεχίζουν μέσα από στόματα μικρά, χέρια αποστεωμένα…

Λέξεις ανώριμες, λόγια αδάμαστα, δάκρυα ζεστά.


Το τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, η σκέψη θολή από αναμνήσεις, η μουσική να παίζει εκκωφαντικά κι εσύ να στέκεσαι μόνος, μέσα στο μισοσκόταδο, με το κεφάλι σκυμμένο, να τριγυρνάς το τσιγάρο στον γυάλινο πάτο του παίζοντας με τη στάχτη.

Κλεφτές ματιές ρίχνεις στην πόρτα ελπίζοντας να έρθει, να μπει ξαφνικά μέσα όπως την πρώτη φορά που αντικρίστηκαν τα μάτια σας.

Δεν θέλεις να το βάλεις κάτω, ακόμα ελπίζεις. Η σερβιτόρα που σου χαμογελά δεν σε σαγηνεύει, δεν μπορείς καν να της το ανταποδώσεις. Νιώθεις κουρασμένος, εξαντλημένος, ένα ράκος κι όμως συνεχίζεις να την σκέφτεσαι, να την αναζητάς, ξέροντας μέσα σου ότι δεν θα ξαναέρθει.

Βάζεις και πάλι το τσιγάρο στο στόμα και τραβάς μια ρουφηξιά, μια ακόμα τζούρα, κάπνα από αυτή που υπάρχει μπόλικη γύρω σου. Το μυαλό κενό, άδεια πίστα για να χορεύει μόνη της μέσα του. Λεπτή, ψηλή, με μαύρα θλιμμένα μάτια ανικανοποίητα…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις