Αυτή η μάζα που σε αγαπά, σε ενθαρρύνει, σε εξυψώνει, σε λατρεύει, σε θεοποιεί και μετά  πουλά, σε διαπομπεύει, σε λοιδορεί, σε χλευάζει, σε εξορίζει, σε εκτελεί.
Αυτή η μάζα που αλλάζει στάση κατά το δοκούν και ανάλογα με τους «αρχηγούς» που διαλέγει κάθε λίγο και λιγάκι.
Αυτή η μάζα που τόσοι την έχουν χαρακτηρίσει, πλήθος, όχλο, λαό, εξέγερση, αγανάκτηση.
Αυτή που μαζί σου πίνει καφέ και σε δέκα λεπτά σου ετοιμάζει την κρεμάλα.
Αυτή που μισεί την περηφάνια και την θεωρεί αλαζονεία, που κι έτσι να είναι δεν της πέφτει λόγος.
Αυτή που μισεί και σιχαίνεται ότι καλό υπάρχει και ότι θεωρεί καλύτερο από την ίδια.
Που θέλει να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα.
Που δεν θέλει να βγει από τα σκατά γιατί βαριέται αλλά θέλει να σε τραβήξει μέσα.
Που θέλει εναγωνίως να σε αποκαθηλώσει και να σε κάνει ίσο.
Ίσο με τι;
Μα, με τη μάζα φυσικά.
Γιατί αυτή η τεμπέλικη πρόστυχη μάζα που ζει απλά για να ζει και ζει περιμένοντας να πεθάνει δεν έχει μεγάλα όνειρα και αν έχει είναι του καναπέ ή ομαδικά, ποτέ προσωπικά και ποτέ δεν μάχεται να τα πραγματοποιήσει.
Γιατί αυτή η προστυχιά είναι ότι χειρότερο έχουμε σαν κοινωνία, σαν άνθρωποι.



Όταν σβήνουν οι φωνές ανάβουν οι σκέψεις.
Μέσα στο αμυδρό φως του σκοταδιού καλείσαι να μιλήσεις μαζί τους.
Να τους πεις ψιθυριστά ότι ακόμα είσαι εκεί, πως μια μέρα έμεινε άλαλη για άλλη μια φορά.
Πως πάλεψες.
Πως μόχθησες να την δεις να φεύγει.
Πως σε άφησε ήσυχη μέσα στ' αερικά της νύχτας.
Για άλλη μια φορά μόνη μ’ εσένα αγκαλιά.
Για άλλη μια φορά ξαπλωμένη στην γλυκιά ζεστασιά του μυαλού σου.
Αν ήξερες πόσο όμορφο είναι το φευγιό της μέρας κι ας νομίζεις ότι σε πνίγουν οι θηλιές των εμμονών.
Ακούς το ρολόι της καρδιάς σου μέσα στη σιγαλιά κι αναστενάζεις ξέροντας πως είσαι ακόμα εκεί.
Θέλεις να σφίξεις το χέρι που κρύβεται μέσα σου και να τραβήξεις δυνατά τον εαυτό σου που χάνεται στο φως που θέλει να έρθει.
Αυτόν που κρύβεται σχολαστικά από τους άλλους.
Αυτόν που βγαίνει μοναχά όταν μένετε μόνοι.
Τώρα είναι η ώρα που γίνεστε ένα.
Τότε που κοιτάζει ο ένας τον άλλον στα μάτια κι ας νομίζεις ότι γνωρίζεστε από τη γέννηση σας.
Εκείνες τις στιγμές τον μισείς ή τον αγαπάς.
Θέλει να σε σκοτώσει ή να σε λατρέψει.



«Αυτοί ζούνε πίσω από τον ήλιο» άκουσα πριν μερικές μέρες από ένα γνωστό που θέλησε να μου δώσει ένα παράδειγμα.
Μου άρεσε αυτή η φράση και την κράτησα. Με προβλημάτισε όμως αρκετά, τόσο που να την θυμάμαι ακόμα.
Ίσως γιατί δεν περίμενα να την ακούσω από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ίσως πάλι γιατί μου φάνηκε να μην την έχω ακούσει ποτέ ξανά.
Και λέω μου φάνηκε γιατί ακούμε τόσα πολλά που σε λίγα πλέον δίνουμε σημασία
 Ίσως για κάποιους άλλους να είναι πολύ γνώριμη, ίσως και όχι.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι αυτό.
Το ζητούμενο είναι τι εννοεί ο καθένας όταν λέει μια τέτοια φράση και ποιον ακριβώς ήλιο εννοεί γιατί απ’ ότι φαίνεται ο καθένας μας έχει τον προσωπικό του ήλιο που σχεδιάζει στο μυαλό του και τις προσωπικές του σκιές. Τους δικούς του χαρακτήρες σ’ ένα προσωπικό θέατρο, πίσω από ένα μαγικό πανί που κρύβει όσα δεν θέλει να δει λεπτομερώς.
Πόσοι και ποιοι άραγε να ζουν πίσω από τον ήλιο μας και ποιοι είναι αυτοί;
Αν τύχει και βρεθούμε στη δική τους θέση –γιατί κανείς δεν γνωρίζει που θα βρίσκεται από τη μία στιγμή στην άλλη- αλλάζουμε ήλιο ανάλογα με την κατάστασή μας;
Τι μας δίνει ο ήλιος μας πίσω από τον οποίο κρύβονται όλα αυτά τα «όντα» που δεν θεωρούμε δικά μας ή του «επιπέδου» μας;


Ξάπλωσες μέσα στον αγρό του μυαλού σου. Γέμισες λουλούδια τις σκέψεις σου και άνοιξες τα φτερά σου να πετάξεις σ’ έναν γνωστό κόσμο που όμως ακόμα δεν γνωρίζεις.
Κι όμως το βάρος στην καρδιά σου ακόμα σε τραβά κάτω. Δεν σε αφήνει να δεις καμία από τις ομορφιές που σε περιτριγυρίζουν.
Άσκοπα παλεύεις με τις σκέψεις σου που αναζητούν μιαν αχτίδα στο σκοτάδι που κρύβεται πίσω από τον ήλιο της ψυχής σου.
Κάποιοι σου λένε πως όλα θα πάνε καλά αλλά τους βλέπεις να μελαγχολούν κάτω από το βάρος των δικών τους σκέψεων. Αέρας τα λόγια τους που σου πληγώνουν το πρόσωπο. Νότισμα που πονά τα κόκκαλα του κορμιού σου οι πράξεις τους. Ανούσιες θεραπείες από πληγωμένους συμβούλους που δεν έχουν χαϊδέψει ακόμα την οντότητα τους αφήνοντας πάνω της πληγές να τους βασανίζουν.
Κι όμως ακόμα ζητάς ελπίδα σε ξένες λέξεις, σε λόγια κενά, σε ψεύτικα χαμόγελα παρηγοριάς. Πιστεύεις ότι το πλήθος θα σε προστατεύσει από το άτομο. Όχι το άτομο του παρελθόντος αλλά το δικό σου.
Κι όμως ακόμα δεν το βάζεις κάτω. Διαλέγεις έναν δρόμο από ένστικτο και προχωράς.
Άλλες φορές διαλέγεις έναν δρόμο γιατί σου αρέσει η διαδρομή. Δεν έχει πάντα ωραίο τέλος μια όμορφη διαδρομή. Ένα ταξίδι δεν είναι πάντα γλυκό, ίσως κρύβει πίκρα στο τέλος αλλά εσύ το αποζητάς με όλο σου το είναι.

xronos Άλλη μια φορά πάλεψες με μια σκουριασμένη κλειδαριά, γλιτσιασμένη από τα γλοιώδη χέρια που απλώθηκαν πάνω της άτσαλα για να την ανοίξουν κι έσπασαν το αταίριαστο κλειδί τους μέσα της.
Άλλη μια φορά τα έβαλες με το χρόνο που οξειδώνει κάθε λέξη που τρέχει στα κανάλια του, αυτόν που τρυπά ψυχές, επουλώνει πληγές που αιμορραγούν, σφραγίζει στόματα και σκέψεις, κλειδώνει καρδιές, αποσυνθέτει όνειρα και κορμιά στην κυριάρχησή του.
Άλλη μια φορά τον νίκησες ψεύτικα, αγνοώντας τον δικό σου που σε σκουντά όλο και πιο δυνατά στην πλάτη, για να σου υπενθυμίσει ό,τι σε λίγο φεύγετε.
Έτσι είναι ο χρόνος, μυριάδυμα αδελφάκια σπαρμένα τριγύρω να σε απασχολούν, να σου γελούν, να σε κολακεύουν, να σου αποσπούν την προσοχή, να σε ικετεύουν, να σε προκαλούν να λύσεις τους Γόρδιους δεσμούς που δένουν με ιδιαίτερη τέχνη σε όσους σου κινούν το ενδιαφέρον, όσους σκέφτεσαι και πονάς κι εσύ να παλεύεις μαζί τους κι αυτά να γελούν πίσω από την πλάτη σου με την ήττα ή τη νίκη σου, γιατί πάλι δική τους είναι.
Ο χρόνος δεν χάνει ποτέ.
Πικρή η χαρά της νίκης. Η σκουριά τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη σου κι απλώνεται πάλι στις ξένες κλειδαριές, οδηγώντας σε, σε νέα μάχη με κάθε ίχνος ικμάδας που τρέφει την πράσινη μούχλα κάθε σφαγμένης σκέψης.

Πολλά μου έρχονταν στο μυαλό πριν αρχίσω να γράφω αυτό το κείμενο και δεν ήξερα από να αρχίσω. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι όλες οι σκέψεις μου άρχισαν να καταφθάνουν μετά από την ξαφνική εμφάνιση στον εγκέφαλο μου, της διαφήμισης της Τασούλας και του Κίτσου με το περιβόητο τράτζικ.
Εκεί που καθόμουν στην βεράντα κι έπινα έναν καφέ στα σκοτεινά, βλέποντας κάποιους καλούς -ας πούμε- γείτονες στα μπαλκόνια, έριξα μια ματιά στο αστικό τοπίο που μας περιβάλλει και μέσα στο θόρυβο, από τα κατά διαστήματα περιελθόντα μηχανάκια, οι εικόνες από διάφορες καταστάσεις και γεγονότα αναπήδησαν σαν πηγή στο κεφάλι μου και αναφώνησα μέσα μου, ωσάν νέος αστικός Κίτσος, τράτζικ!
Αναπόλησα με λύπη τα όσα αντικρίζουμε καθημερινά. Αυτή την άσχημη πόλη αλλά και γενικότερα όλες αυτές τις ελληνικές άθλιες πόλεις που σχεδιάστηκαν και φτιάχτηκαν από το γούστο ενός χωριάτη τη δεκαετία του πενήντα, το απαίσιο λάιφ στάιλ (προτιμώ να γράφω τις λέξεις σε Αγγληνικά – αντίστοιχο του Greeklish) του ενενήντα, του κάθε Καρακίτσου εκδότη που έκανε τη χωριαταρία σε ανάμιξη με τη δυναστεία που παιζόταν το ογδόντα και τις αμερικάνικες σαπουνόπερες, ένα συνονθύλευμα μόδας και αστικής βλαχιάς που ακολούθησαν όλα τα νέα παιδιά μην έχοντας άλλα πρότυπα. Και δεν θα βάλω πρότυπα τη δήθεν κουλτούρα και διανόηση στην Ελλάδα γιατί κι αυτή για τα μπάζα είναι. Κλίκες, κολλεγιές, ίντριγκες και άστα να πάνε.

Ήταν κάποτε μια κοπέλα που θεωρούσε ότι ήταν όμορφη αλλά ένιωθε άσχημη. Μια πληγή μέσα της που όλο μεγάλωνε δεν τη άφηνε να ζήσει την ομορφιά που ένιωθε ότι της άξιζε.
Εναγωνίως έψαχνε δεξιά και αριστερά ν’ ακούσει μια καλή κουβέντα, κάποιον να της αγγίξει την ψυχή, αλλά μάταια…
Ώσπου μια μέρα, βρέθηκε μπροστά της ένας άνθρωπος που την κοίταξε στα μάτια τη ψυχής και της είπε ότι είναι υπέροχη.
Ίσως να μην το πίστευε αλλά την είδε να το θέλει τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να μην το κάνει, την συμπόνεσε. Της έλεγε όμορφα λόγια, χάιδευε την καρδιά της καθάριζε το μέσα της, καταλάγιαζε τον πόνο της και αυτή ζούσε σ’ ένα όνειρο. Έβλεπε πεταλούδες, ήλιους, φεγγάρια και άρχισε να πετάει από πάνω της το πάπλωμα του σκότους επιτέλους.
Ξεκίνησε να ζει στο φως, ένα φως φερμένο από κάποιον που ένιωσε συμπόνια, που δεν ήθελε να την βλέπει να σφαδάζει μόνη και να περιποιείται τις τεράστιες πληγές της, οι οποίες δεν ήξερε ακόμα και η ίδια αν της άξιζαν.
Με τον καιρό άρχισαν να φεύγουν οι ενοχές από το μυαλό της και ζητούσε όλο και περισσότερα. Τόσα πολλά που άρχισαν να κουράζουν και να εξαντλούν αυτόν που της στάθηκε χωρίς καν να την ξέρει, γιατί πάντα ζητούσε λίγο ακόμα βάλσαμο για το πόνο της αλλά ποτέ δεν θέλησε να του δείξει το αίτιο των πληγών ώστε να την βοηθήσει να τις θεραπεύσει. Είχε μάθει να ζει με αυτές, ήταν ένας τρόπος να κάνει τους άλλους να την λυπούνται. Τις σκέπαζε πάντα με επιμέλεια και μονίμως ικέτευε για άλλη μια δόση λύτρωσης, μέχρι που απάλυνε τον πόνο.
Ο καιρός περνούσε και η κοπέλα άρχισε πια ν’ αντιμετωπίζει τη ζωή με άλλο μάτι, ένιωσε ότι μπορούσε να το κάνει παντού, ν’ αναζητά και να βρίσκει την πολυπόθητη αγάπη όπως νόμιζε και όχι συμπόνια πλέον, απλά και μόνο με ένα βλέμμα, μια φωνή. Ξέχασε για λίγο τον πόνο και άρχισε να γελά, να ανοίγεται, σκέπασε την γάγγραινα που την κατέτρωγε με αρωματικές λέξεις και άρχισε να τρέχει σε ολάνθιστους αγρούς, πιστεύοντας ότι είχε πια θεραπευθεί.

Είδα τα σύννεφα να 'ρχονται κατά πάνω μου και έκανα στην άκρη. Δύο από αυτά μου έγνεψαν να τα ακολουθήσω. Δίστασα για λίγο αλλά το έκανα να δω που θα με πάνε.

Στον ήλιο τα είδα μαζικά επίθεση να κάνουν, να λιώνουν, να με βρέχουν και να με προσπερνούνε.

Δείλιασα, σταμάτησα, μούσκεμα από το νερό τους. Τα είδα με στοργή, τα λυπήθηκα μα κοίταξα πιο κάτω. Τα χρώματα με έπνιξαν, μου κόψαν την ανάσα. Η φύση πανηγύριζε μέσα στο μακελειό τους.

Ένα χαμόγελο στην άκρη του ματιού μ' έκανε να δω τώρα στα ψηλά.

Ο ήλιος!

Με κοίταξε, μ' αγάπησε, μου έκλεισε το μάτι και μου είπε με μια γλυκιά ακτίνα του "μην τα λυπάσαι, εγώ τα φτιάχνω, για μένα, για σένα, για όλους.

Τα δημιουργώ, τα μεγαλώνω, τα γεμίζω εγωισμό και δύναμη και με την ταπεινότητα τους, όταν πάνε να με πιάσουν, φροντίζω πια αυτούς που βρίσκονται από κάτω τους, όσους αγνόησαν για μένα. Τα σύννεφα είναι φτιαγμένα για να κλαίνε όταν θελήσουν να φτάσουν τον ήλιο αλλά δεν καίγονται, γίνονται ζωή για τη ζωή που άφησαν γι' αυτό το σκοπό... Το ξέρουμε και οι δύο..."


marionete Άτσαλα διπλώνεις τη ζωή σου, πονάς, θλίβεσαι, κρύβεις την καρδιά σου στην άμμο, άνυδρες επιθυμίες, άγονοι σπόροι θέλησης.
Γεμάτη κόκκους η ζωή σου, παραλία χωρίς κύμα να την ξεπλύνει, να ξεβγάλει από μέσα της τους θησαυρούς σου.
Άναρθρες κραυγές ξεστομίζεις, με ιδεατά χείλη στα σωθικά του μυαλού σου. Φωνές που ζητούν τη λύτρωση.
Να βγουν έξω, να πνίξουν τον κόσμο αλλά δεν μπορείς. Τις πνίγεις στα κόκκαλα σου, που τρίζουν και σπάνε, στο συντονισμό των νότων τους.
Σκάβεις, χώνεσαι στη φωλιά σου, ακόμα σε τρελαίνουν.
Θέλεις, θέλεις, θέλεις!
Οργή πλημμύρα στην ψυχή σου, τιτάνιο κύμα πια, κομμάτι του εαυτού σου. Θέλει να τους πνίξει όλους, να σε αφήσει μόνη να κλωτσάς τα κορμιά τους πάνω στην γκρίζα άμμο που σε πληγώνει.
Μισείς, πονάς, σκέφτεσαι, ζητάς να κομματιάσεις ξένες σκέψεις που γίνανε δικές σου, τυραννικές, δύσμορφες, περίσσευμα των άλλων.
Δεν ξέρεις αν σκέφτεσαι η ίδια, αν ποθείς, αν επιθυμείς. Μισείς ότι κάνεις, αγαπάς αυτά που δεν θέλεις.
Συντρίμμια όλα γύρω σου, κρύσταλλοι το κορμί σου, σατανάς το είναι σου.
Τα διαλύεις όλα, λες ότι παίρνεις αποφάσεις, βάζεις όρια, μα και πάλι γυρνάς στο ίδιο.
Θέλεις να συντρίψεις τον εαυτό σου που σε άφησε να δεχτείς τα πάντα αυτών που αγαπάς και τώρα μισείς, που έγινες ένα μαζί τους, που δεν σε άφησαν να ξεχωρίσεις από τη δική τους στραβή πορεία, τεθλασμένη γραμμή μεθυσμένου πλοηγού.

key2my-heart-necklace-small Νύχτωσε πάλι και σε σκέφτομαι, μα δεν μπορώ να σε θυμηθώ…
Φέρνω τη μορφή σου μπρος στα μάτια μου, χωρίς να υπάρχεις στο μυαλό μου. Αισθάνομαι ότι πέρασες από μέσα μου κι άδειασες την ψυχή μου.
Νότες σπασμένες η φωνή σου στ’ αυτιά μου, σκορπίζονται και χάνονται στο θόρυβο των άλλων.
Λεπτά τα δάχτυλα σου, σκόρπισαν αναμνήσεις στο κορμί μου, αυλάκια στην ψυχή μου, ρυάκια σκοτεινά στο μυαλό μου, ποτάμια αδιαφορίας στην καρδιά μου.
Άγνωστες θύμησες, άμορφες, έρχονται και με τσιγκλούν, μα δεν ξέρω ποια είσαι.
Έζησες κάποτε δίπλα μου, πριν χρόνια, πριν αιώνες παραμυθένιους, τότε που το φεγγάρι για μένα ήταν ζωντανό, τότε που έκαιγαν ηφαίστεια πάνω του. Εκείνες τις μέρες που τα άστρα λαμπύριζαν στην όψη σου και λαμπάδιαζε η φύση.
Πριν σβήσουν όλα στην απουσία σου, μαζί με σένα…
Έκαψες με τη φλόγα σου ότι ζωντανό υπήρχε στη ζωή μου, ακόμα και το όραμα σου, αφήνοντας με να γυρνώ, άδειος, μουδιασμένος, παγωμένος.
Δεν σε θυμάμαι πια και δεν ξέρω αν θέλω. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ήταν αλήθεια ή ένα όνειρο. Ίσως σε μπερδεύω με κάποια άλλη, που κι αυτή δε θυμάμαι πλέον. Ίσως σε αδικώ, ίσως σου δίνω αξία, δεν μπορώ να πω και δεν με ενδιαφέρει.
Όποια και να ήσουν, έκλεισες μια πόρτα πίσω σου, που τώρα έχει σκουριάσει.
Να ήξερες τι έκανες, τι έκανα σε μένα…
Ποτέ δεν θα μάθεις τη δύναμη σου, γιατί έπαιζες, με μάθαινες πράγματα για βαριές ψυχές, σκληρές, ανούσια για τη ζωή.

seaΤρελή και μανιασμένη, γαλήνια και όμορφη, απέραντη και μυστική. Χιλιάδες επίθετα στοιχειώνουν τη μορφή της που χάνεται στη φαντασία και όλο αλλάζει. Χώνεται σε κάθε σχισμή που προσπαθεί να της επιβληθεί, κυριαρχεί στα πάντα.
Κάθομαι και την κοιτώ, να πλένει πόδια ερωτικά στο ένα της σημείο και να ρουφάει βαθιά μέσα της ψυχές που πλέουν στο κορμί της.
Τόσο όμορφη, ηδονική, γλυκιά, μα και τόσο ανηλεής στο θυμό της. Συμμαχεί με τον αέρα και ερωτοτροπεί μαζί του για να σε στείλει σε μέρη που η ίδια κάνει μαγικά και όταν βαρεθεί να στέκεσαι πάνω στην πλάτη της, κάνει βουτιά σαν δελφίνι στο βυθό και σε τραβά για πάντα.
Χιλιάδες μυστικά, άπειρες ιστορίες, χαμένες από το φως του ήλιου που την καίει. Αυτό το φως που την κάνει ατμό, πολύχρωμες σταγόνες, που καθρεφτίζεται πάνω της φανταστικά, έλξη θεϊκή.
Τη φοβάσαι αλλά την αγαπάς. Την τρέμεις αλλά την ποθείς. Η τέλεια ερωμένη. Σκύλα και μάνα, πιστή γυναίκα σύντροφος, αγγελικά πλασμένη. Πηγή ιστοριών, ζωής και έρωτα, πλάθει λιμάνια απόκρυφα, δαντέλες στη ματιά σου.

Κάθε φορά που χάνεσαι μου φέρνεις πίσω λέξεις. Ανάκατες τις αραδιάζεις μπροστά μου. Τα δάχτυλα μου χώνω μέσα τους και τις χαϊδεύω. Τις ρίχνω πάνω σ’ ένα χαρτί και μετά το στύβω δυνατά μέσα στη χούφτα μου, την ουσία τους να βγάλω.
Άμορφο σωρό μου φτιάχνουνε για να τις μαγειρέψω. Τις στρώνω, τις απλώνω, τις ζυμώνω και σε κοιτώ στα μάτια να δω τι άλλο θέλεις. Αναζητώ την επιθυμία σου κι ύστερα σε ταΐζω.
Όρεξη έχεις μέγιστη, δε λες να σταματήσεις, συνταγές νέες ζητάς και αυτοσχεδιάζω. Θέλω να μην πεινάς με το μυαλό, ακόμα μαγειρεύω. Σου δίνω την τροφή που θες, όταν μου το ζητήσεις.
Και μ’ αγαπάς και με θέλεις, γιατί σε χορταίνω, γιατί σε γλυκαίνω, γιατί σε πονώ, γιατί είμαι οι λέξεις...
Το ξέρω πως σε λίγο πάλι θα πεινάς, μα φέρε μου τις λέξεις…


Άπλωσε τα χέρια σου και αγκάλιασε με, σφίξε με πάνω σου, αγάπησε με σα να ‘μαι αληθινός κι ας είμαι μονάχα στο μυαλό σου.

Μηδένισε τις αποστάσεις και δες με διαφορετικά, κυλίσου μαζί μου στο δικό μου μαγικό στρώμα και άσε με να βγω από την ψυχή σου.

Δώσε μου μορφή και χτύπησε με και μετά διώξε με μακριά.

Να φύγω όπως ήρθα, ξαφνικά, απρόσκλητα κι ας είμαι ο φόβος που θέλεις πάντα κοντά σου κι ας λατρεύεις που σε τυραννώ.

Άσε με να φύγω, να βρω άλλη ψυχή να φωλιάσω, αλλιώς κάνε με δικό σου, κομμάτι του κορμιού σου και δέξου με όπως είμαι, δυνάστης, βίαιος, αχόρταγος.

Να σου τρώω κάθε βράδυ τις σκέψεις και συ να κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι μαζί μου και να γεύεσαι τη μοναξιά που σου προσφέρω.

Σ’ ένα γεύμα που δεν θα έχει τέλος παρά μόνο όταν δεν θα υπάρχει τίποτα άλλο από σένα.

Κι αν ποτέ χορτάσεις πριν από μένα και νιώσεις ότι θέλεις να μείνεις μόνη, άσε την πόρτα της καρδιάς σου μισάνοιχτη.

Εγώ θα καταλάβω και θα πετάξω σαν πουλί μακριά, άγγελος μαύρος σκοτεινός και θα χαθώ.

Το ξέρω όμως πως δεν θα μ’ αφήσεις ποτέ να φύγω, πάντα θα με αποζητάς στις πιο μύχιες σκέψεις σου και πάντα θα παρακαλάς για το άγγιγμα μου, γιατί σου δίνω αυτό που πάντα ήθελες…

Μια θέση στο δείπνο της ψυχής σου…


Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου.

Ζεσταίνει τις σκέψεις μου, φροντίζει τα αισθήματα αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Καίει τα ζιζάνια του κήπου μου που λιάζει αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Είναι όμορφος ακτινοβόλος αλλά όσο πάει και μεγαλώνει.

Θέλει να βγει έξω να λάμψει από τα μάτια μου, να πλημμυρίσει ξένους παγετώνες, να φτιάξει δροσερά ποτάμια, να θεριέψει πολύχρωμα λουλούδια.

Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου που δεν λέει να σβήσει και όσο πάει και μεγαλώνει.

Έναν ήλιο που φτάνει για όλους όσους τρέμουν στην ψύχρα της μοναξιάς τους.

Έναν ήλιο που φλέγεται μονάχος στο μαύρο σύμπαν του κορμιού μου κι ας ξέρει ότι δεν θα βρει ποτέ του ταίρι.

Έχω έναν ήλιο στο μυαλό μου που φωτίζει αμέτρητα φεγγάρια και κάνει παρέα με μακρινά αστέρια διάσπαρτα κι απόμακρα...

Έναν ήλιο που δεν μπορείς να αγγίξεις κι ανάβει φωτιές χωρίς να θέλει...


hideΚρύψου μικρό μου…

Βγες έξω, πες κάτι και κρύψου πάλι.

Άφησε σημάδια για να δηλώσεις την παρουσία σου και κρύψου. Ναι, κρύψου καλά. Κλείσε τα μάτια ώστε να μη σε δουν. Μεγάλωσε τα βλέφαρα και κάλυψε αυτό που βλέπεις για να μη σε καταλάβουν.

Βάλε λουλούδια, γλυκά, ψεύτικα θέλω, εικονικές αγάπες και κρύψου. Γίνε χελώνα και φτιάξε χαλύβδινο καβούκι και κρύψου.

Ναι, κρύψου, κάτω από πέτρες βαριές και ναυάγια της ζωής σου.

Είναι καλό να φοβάσαι κι ακόμα πιο καλό να μην μαθαίνει κανείς τίποτα για σένα. Θάψε τις ατέλειες σου, βάλε στόχους μέσα από χαρακώματα και χτύπα τους άλλους, αλλά κρύψου.

Μην τους αφήνεις να μάθουν πολλά για σένα. Κάνε τους να σε θέλουν, δείξε ότι τους θέλεις αλλά μην φανερώνεσαι πλήρως.

Πάντα να είσαι σ’ ετοιμότητα να φύγεις αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι, όπως ήρθες…

Βγες αργά το βράδυ και παρακολούθησε το θήραμα σου αλλά κρύψου καλά. Παίξε με πολλά, μα μην τ’ αφήνεις να δουν τη φωλιά σου, τ’ ορμητήριο σου, το μέρος που σε προστατεύει.

Κι αν διαπιστώσεις πως δεν τα βγάζεις πέρα και γίνεσαι θύμα, γύρνα στη σκοτεινή τρύπα σου και μέτρα τις πληγές, στήνοντας ψεύτικους πολέμους στο μυαλό σου, ηρωικές μάχες που σου άφησαν σημάδια, αλλά προς θεού κρύψου!

Στάσου ακίνητο να παρατηρείς τον κόσμο μέσα από την ασφάλεια που σου προσφέρει η μυστικότητα σου.

Κράτα πάντα το μεγαλύτερο κομμάτι σου για σένα και ριξ’ το στη θράκα της ψυχής σου, με την ψευδαίσθηση της ξένης ζεστής σάρκας, που αρωματικά γεμίζει την αχόρταγη όρεξη που έχεις.


Σε αυτές τις εκλογές είναι σαν να κάνουμε αποδελτίωση. Γεμίσαμε αποκόμματα μικρά και μεγάλα. Ούτε καν θυμάμαι πόσα είναι αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία.

Σημασία έχει ότι άρχισε πάλι μια προπαγάνδα στα πλαίσια της προβοκάτσιας και μια προβοκάτσια στα πλαίσια της προπαγάνδας των αθλίων ηγετών των κομμάτων της βουλής, όσον αφορά τους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς.

Ξαφνικά μέσα στη στρατηγική του αποπροσανατολισμού του ταλαιπωρημένου κόσμου και εν όψει της «συσπείρωσης» και της διόγκωσης του μίσους στην ελληνική κοινωνία, γιατί μόνο με το μίσος μπορούν να επανεκλεγούν τα ρεμάλια, αρχίζουν οι ιδεολογικές κτηνωδίες. Δημιουργία εχθρών που τόσα χρόνια ήταν αμελητέοι, εμφανίζονται.

Κάποτε, πριν πολλά-πολλά χρόνια, ήταν το ΚΚΕ, μετά η ΝΔ, κατόπιν το ΛΑΟΣ, ύστερα ήρθε η ώρα του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα που όλοι μαζί βρίσκονται στο ίδιο μαντρί εμφανίζεται η Χρυσή Αυγή, μέχρι να γίνει κι αυτή ένα «εξευγενισμένο» ΛΑΟΣ, να συναγελαστεί δηλαδή με τα υπόλοιπα πρόβατα της Μέρκελ και του κάθε τραπεζίτη, αν γίνει αυτό.


bald_eagleΤιποτένια χέρια απλώνονται παντού. Σφίγγουν δυνατά σαν πλοκάμια και μπαίνουν στα σωθικά σου.

Μαύρες ανάσες αγκομαχούν να κρατήσουν το ρυθμό.

Άστρα που τρεμοσβήνουν στο δικό τους ρυθμό.

Καυτές σκέψεις λιώνουν παγωμένα μυαλά και πασχίζουν να ολοκληρωθούν, μάταια.

Πνιγμένες ορμές που σαν κύματα χτυπούν στο στήθος θέλοντας να το σπάσουν.

Μια άγνωστη γλώσσα αντηχεί με σκληρές λέξεις που λυσσασμένα σου τρυπούν τ’ αυτιά. Πρασινισμένος χαλκός η θέληση, τσακίζεται στο κάθε άγγιγμα της φωνής, πλάθεται στα καλούπια της.

Άκου, για σένα απλώνονται οι ψίθυροι της νύχτας. Για να τους μεγεθύνεις στο δικό σου μέτρο. Να τους κάνεις φωνές που σου σπάνε τα μηνίγγια ή νανούρισμα στοργικό που θα σε πάει μακριά. Εσύ διαλέγεις τι θ’ ακούσεις, πως θα το δημιουργήσεις.

Χαλύβδινοι βράχοι, φτιαγμένοι από τσιμεντένια χέρια σου κλείνουν τ’ οπτικό πεδίο. Θες να δεις καθαρά αλλά δεν μπορείς. Κρυφοκοιτάζεις από τα σπασίματα τους αλλά δεν βλέπεις όλη την εικόνα.

Άλλη φορά αντικρίζεις ένα ανθισμένο λουλούδι σε μια άκρη κι άλλη ξερό χώμα. Προσπαθείς να θυμηθείς από ποια γωνία και πια τρύπα κοίταξες κάθε φορά αλλά όλο ξεχνάς ή το επιλέγεις, γιατί δεν θέλεις να θυμάσαι ό,τι σου κλείνει το δρόμο. Ζητάς την εναλλαγή των αισθημάτων, των συναισθημάτων κι ας μην το κάνεις συνειδητά.

Σπας τα μούτρα σου στα βράχια αλλά δεν σε πειράζει, παρόλο που λίγα μέτρα πιο κάτω υπάρχει δρόμος ανοιχτός. Δεν τολμάς να τον περάσεις. Νιώθεις προστασία πίσω από τους γκρίζους όγκους που σε περιορίζουν.


Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα όλα είναι μαϊμού, από τσάντες, μέχρι υπηρεσίες, αναπήρους, αστυνομικούς, γιατρούς, δικηγόρους, παράγοντες, ταξιτζήδες και τρέχα γύρευε. Για τους πολιτικούς φυσικά ποτέ δεν γινόταν λόγος γιατί αυτοί ήταν de facto monkey business.

Έτσι, ο κόσμος είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στη περιβόητη διανόηση, η οποία κι αυτή είχε τα δικά της προβλήματα…

Βλέπετε στην Ελλάδα η διανόηση είναι κάπως σαν τα βαριά ανθυγιεινά, όπου ξεκινούν από τον μπετατζή και φτάνουν σ’ αυτή που κάνει μανικιούρ και νυχοτεχνίες γιατί την πειράζει το ασετόν…

Κάπου εκεί μέσα τρύπωσε κάθε λογής βλάκας συγγραφέας, σκηνοθέτης, μουσικός, τραγουδιστής, ηθοποιός, καθηγητής, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και η λίστα δεν έχει τελειωμό, για να κλέψει λίγο δόξα και μυαλό από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, ρήσεις των οποίων αποστήθιζε μανιωδώς για να δείξει «σοφός» ή «σοφή».

Αν είχε τελειώσει και κανένα πανεπιστήμιο πάλι καλά, πούλαγε μούρη επιστημονική κι ας ήταν για ιχθυοκαλλιέργεια ή γεωπονική οι γνώσεις του/της.

Αν δεν είχε τελειώσει, αρκεί που είχε μπει.

Αν δεν είχε μπει, ήταν πολύ έξυπνος/η γι’ αυτά και τα έγραφε στα παπάρια του, όπως διατείνονταν.

Α, ναι, και η χυδαία γλώσσα και αθυροστομία όπως και η άκρα ευγένεια είναι ένα στοιχείο της κουλτούρας στην Ελλάδα. Κάτι σαν το, «γαμώ το κέρατό σας κυρία μου…», κλπ.


Νέκρωσαν οι αισθήσεις. Βαριά η ατμόσφαιρα. Το γλέντι και το τσίκνισμα ερχόμενο από μακριά σπάει την μυρωδιά των σκουπιδιών, που σαν κεραμιδόγατος έχει χώσει το κεφάλι μέσα και τα ψάχνει.

Σκέφτηκε πολλές φορές να τελειώσει τη ζωή του αλλά η λογική του είπε ότι ζωή δεν είναι ούτε το αρνί στη σούβλα αυτές τις μέρες, ούτε τα μπιχλιμπίδια και τα ψευτοδώρα.

Ζωή είναι αυτό που έχει όταν αναπνέει, κινείται. Αυτό που κάνει με το ανασκάλεμα των σκουπιδιών. Ναι, ακόμα και αυτό είναι ζωή. Η μπόχα και τα λιγδιασμένα από παλιά λίπη χέρια. Τα κοψίματα από σπασμένα μπουκάλια στις σακούλες που κανείς δεν πέταξε χωριστά για ανακύκλωση γιατί η πράσινη ανάπτυξη ήταν μαύρη και άραχλη και κανείς δεν φρόντισε γι’ αυτή. Τα σκισμένα δάχτυλα από τις μισές κονσέρβες που χορταίνουν τα αδέσποτα, γιατί πρέπει να ζήσουν κι αυτά. Αυτά που έκανε και ο ίδιος μέχρι χθες.

Σοφή η φύση. Η σπατάλη του ενός επιβίωση του άλλου.

Κι αυτός, αδέσποτος τώρα, στον ίδιο αγώνα με τις γάτες και τους σκύλους, που περιμένουν ο ένας να φύγει ο άλλος από τις σακούλες, όπως στη ζούγκλα. Μόνο που κι εδώ πάλι αδικημένα είναι τα ζώα που μας συντροφεύουν στο κολαστήριο της ψυχής μας, είμαστε δεν είμαστε επαρκείς. Πάλι αυτός στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Το μόνο που δεν θέλει είναι τους αρουραίους αλλά ούτε αυτοί τον θέλουν.

Σοφή η φύση. Πάντα έχει ένα σχέδιο για τη ζωή όλων.


Cute Little HugΖητάς μια αγκαλιά να σε ζεστάνει, να τριφτείς μέσα της, να σε κρύψει από τον ψυχρό κόσμο που ζεις, να νιώσεις οικεία. Πολλά «να» για να ειπωθούν σε μια πρόταση.

Ένα είναι το ουσιαστικό.

Ζητάς μια αληθινή αγκαλιά κι ας έχεις περάσει πολλές στη ζωή σου. Θέλεις να είναι πατρική, μα και αδελφική, στοργική και μητρική, φιλική αλλά και ερωτική.

Ζητάς μια αγκαλιά για όλες τις εποχές, καλές ή κακές. Ζεστή το χειμώνα, δροσερή το καλοκαίρι. Προστατευτική όταν κινδυνεύεις, χαλαρή να μην σε πνίγει.

Αλήθεια, τι κάνει μια αγκαλιά…

Πόσα προσφέρει…

Πόση δύναμη έχει…

Αν το καλοσκεφτείς δεν είναι τίποτα παραπάνω από δύο χέρια που σε τυλίγουν ή τα δικά σου που τυλίγονται σ’ έναν άλλον, μιαν άλλη…

Κι όμως, αυτά τα δύο χέρια μπορεί να έχουν τη δύναμη των φτερούγων ενός πουλιού που προστατεύει τα μικρά του, μιας σκέπης στην καταιγίδα.

Βλέπεις το σκύλο σου να τρέχει, τη γάτα σου και θέλεις να τα πάρεις αγκαλιά αλλά αυτά δεν μπορούν. Δεν έχουν τα χέρια που ζητάς.

Παρόλα ταύτα παίρνεις την αγάπη που έχεις ανάγκη, μονομερώς, ακόμα κι αν δεν σε αγκαλιάζει ο άλλος.

Και το ζώο σε καταλαβαίνει κι εσύ το ζουλάς επάνω σου, να ρουφήξεις το συναίσθημα μονομιάς. Κι αυτό σε αφήνει να το κάνεις, το καταλαβαίνει.

Γιατί αυτό είναι μια αγκαλιά. Αγάπη, στοργή, προστασία, φυγή, άγγιγμα, έρωτας, ζωή…

Ζητάς μια αγκαλιά μα δεν θυμάσαι πόσες αγκαλιές σου έδωσαν κάποτε ή πόσες ήθελαν να σου δώσουν και τις απέρριψες, γιατί δεν τις θεώρησες αρκετά μεγάλες, σφιχτές, χαλαρές...


Κορμιά όμορφα, άσχημα, μικρά, μεγάλα, με βούληση, χωρίς.

Σάρκα, κρέας προς πώληση ή δανεισμό, έτοιμο να μαγειρευτεί στο μυαλό του καθένα με όλους τους τρόπους.

Πασαρέλες γεμάτες, καρδιές άδειες, ανίκανοι μάγειρες, ανικανοποίητες ορέξεις. Μισή-μία ώρα υπόθεση το κάθε γεύμα και πάλι πεινασμένοι, όλοι στη γύρα να φάνε, αχόρταγοι, γελοίοι, άθλιοι.

Τρέχουν πριν τελειώσει ο χρόνος και δεν τους το επιτρέπει πια, σκυλιά σε οίστρο, άδειοι κουβάδες, τρύπιοι...

Και το νερό να τρέχει από τις τρύπες τους συνέχεια και δωσ’ του να τους γεμίσουν. Κανείς όμως δεν σκέφτεται ότι, αν δεν αφιερώσει χρόνο και τέχνη να τις μπαλώσει πάντα θα τρέχουν, μέχρι οι ίδιοι να μην έχουν το κουράγιο να τραβούν νερό ή να φτάσουν στη λάσπη και να μείνουν άδειοι ντενεκέδες, όπως την πρώτη μέρα που ξεκίνησαν.

Γέμισε ο κόσμος άψυχα κορμιά και τρύπιους κουβάδες, άχρηστους για κάθε χρήση, διακοσμητικούς, χερούλια στραβά που αρπάζονται από τον καθένα και την κάθε μία που ψάχνει για λίγο νερό να ξεδιψάσει προσωρινά.

Ποιος ν’ ασχοληθεί με την επιδιόρθωση; Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός.

Που να κάτσει τώρα να ψάχνει για πηγή, όταν τα ξεροπήγαδα ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο, ίσα για να ψωρογεμίσουν τα σκουριασμένα κατακάθια;

Βήματα σκόρπια στην ξερή άμμο της καθημερινότητας, βολοδέρνουν ακατεύθυντα, αμελέτητα. Στα μάτια τους μοιάζουν ισόμορφα και σχετικά μέσα στην ασχήμια τους. Έργο τέχνης βενζινομένου από αναθυμιάσεις ζωγράφου.


«Χρόνος χαμένος» σκέφτεται, «άδικος κόπος…»

Δεν νιώθει κακία, ούτε κάτι άλλο. Για την ακρίβεια δεν νιώθει τίποτα. Μια μαύρη τρύπα του έχει ρουφήξει τα πάντα. Στη θέση των αισθημάτων ένα κενό, που όσοι δεν το καταλαβαίνουν το περνούν για πληγή.

Μακάρι να ήταν πληγή, θα ήξερε πώς να την επουλώσει. Το κενό όμως; Αυτό δεν επουλώνεται, δεν έχει μέθοδο γιατρειάς γιατί απλά δεν είναι πληγή.

Έχει φτάσει στο σημείο να μην τα βάζει ούτε με τον εαυτό του που επέλεξε πάλι να χάσει το χρόνο του καθαρίζοντας μυαλά, διορθώνοντας τσακισμένες ψυχικές μορφές, που έχουν χάσει το χαρακτήρα τους, ερμαφρόδιτες υπάρξεις, οι οποίες ζουν μονάχα για να ζουν, μέχρι να περάσει ο χρόνος τους και μαζί με το δικό τους κι ο δικός του.

Βήματα ασταθή, μεθυσμένα, μαστουρωμένα, χαμένα μέσα στη ζάλη της παράνοιας, της αβεβαιότητας, της ασάφειας των στόχων της ζωής.

Βήματα που καταλήγουν πάντα σ’ ένα γκρεμό ή ένα βήμα πριν από αυτόν. Τσακισμένες προσωπικότητες που αναζητούν ένα χέρι να τις τραβήξει μια γραμμή πριν από την τρέλα, πριν το βάραθρο της απόγνωσης και μετά το χτυπούν.

Τους αρέσει να βηματίζουν λίγο πριν το τέλος. Δεν θέλουν να τιμωρήσουν τον εαυτό τους αλλά όσους ενδιαφερθούν γι’ αυτούς, να τους τρομάζουν συνέχεια, να τους κάνουν να δείχνουν προσοχή με την δήθεν απερισκεψία τους. Σαν αυτούς που κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας και καλούν ένα φίλο που θα έρθει να τους σώσει λίγο πριν το τέλος.

Γιατί δεν το θέλουν το τέλος, μα δεν θέλουν ούτε αυτούς που τους σώζουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν τι θέλουν ή μάλλον ξέρουν…

Θέλουν να τους τραβήξουν όλους μέσα στο δυστυχισμένο κόσμο τους, εκεί που νιώθουν ασφαλείς και να ρουφούν ενέργεια και δύναμη μέχρι να τους εξαντλήσουν.


broken dollΚάθεσαι και την κοιτάς λες και δεν την έχεις ξαναδεί. Είναι η κούκλα που αναζητούσες καιρό αλλά δεν εμφανιζόταν πουθενά. Λες και είχε πάρει διαζύγιο από εσένα και είχε φύγει, άγνωστο για πού, μακριά.

Ναι, δεν ήταν στο σπίτι γιατί θα την είχες βρει μέσα στην αγωνία σου ν’ αναπολήσεις τα παιδικά σου χρόνια. Τότε που ανέμελη είχες τη ζωή μπροστά σου και μπορούσες να έχεις όλο τον κόσμο στα χέρια σου, μόνο με την ομορφιά σου, όπως έκανε και η δική σου κούκλα.

Τότε, που τους άφηνες να παίζουν μαζί σου, να σε ντύνουν, να σε γδύνουν, να σε ταΐζουν με λόγια και χάδια και να τους προσφέρεις τη χαρά να σε κρατούν αγκαλιά, νομίζοντας ότι μπορούν να παίζουν μαζί σου, χωρίς να σπάσεις ποτέ.

Σαν τη μικρή σου κούκλα…

Και χάθηκες και εξαφανίστηκες, όπως αυτή…

Κι έσπασες όπως αυτή, κοινή μοίρα, άδικη…

Τώρα, κάθεσαι και την κοιτάς για άλλη μια φορά και αναρωτιέσαι αν έλειπε αυτή από κοντά σου ή εσύ από την ίδια.

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιείς ότι, εσύ την άφησες πίσω, δεν έφυγε ποτέ.

Σπασμένη στο πάτωμα, να υποφέρει, να σε περιμένει να γυρίσεις.

Ήθελες να τελειώσεις τα παιδικά σου χρόνια βιαστικά, σου ήταν εμπόδιο.

Την κοιτάς άλλη μια φορά. Νιώθεις άσχημα που την αμέλησες, που την εμπιστεύθηκες σε ξένα χέρια, να διαλύσει. Που δεν την σεβάστηκαν όπως περίμενες να κάνουν.

Θέλεις να την πάρεις από το κρύο πάτωμα και να της δώσεις τη φροντίδα που χρειάζεται, ίσως και μια θεϊκή πνοή στο στόμα αλλά δεν έχεις το κουράγιο ακόμα.

Δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις, ποιο κομμάτι της να πρωτομαζέψεις.


Ο χρόνος τρέχει αμείλικτα κι εσύ κοιτάς ένα ρολόι σταματημένο στον τοίχο, προσπαθώντας να τον κρατήσεις πίσω. Τα μάτια σου κρέμονται από τους δείκτες του, που ακίνητοι στηρίζουν το βλέμμα σου και το παρηγορούν.

Σαν να βλέπεις τα λεπτά να χορεύουν στο παλιό κουφάρι του κρατώντας συντροφιά στις σκέψεις σου. Δεν μπορείς ν’ απαγκιστρωθείς από πάνω του. Κάτι θέλει να σου πει και θέλεις να το ακούσεις.

«Ώρες χαμένες, νεκρές…» σου ψιθυρίζει και το βλέπεις ν’ αγκομαχά να σπρώξει ένα δείκτη λίγο πιο κάτω, σε μια ύστατη προσπάθεια να πολεμήσει το χρόνο. Παλεύει με τα γρανάζια του κι εσύ με τα δικά σου. Και οι δύο, σύμμαχοι πια ενάντια στο χρόνο, αγωνιάτε για το επόμενο λεπτό, την ώρα που χάνετε.

«Τι όμορφο που ήσουν νέο…» σκέφτεσαι και κάνεις ότι μπορείς να το θυμηθείς τις πρώτες μέρες του, πριν αρχίσει να ξεθωριάζει, όπως κι εσύ. Τότε που δεν δίνατε σημασία ο ένας στον άλλον, παρά μια κλεφτή ματιά για να συντονιστείτε για τους άλλους, πάντα για τους άλλους.

Και τώρα που η ώρα πέρασε και χάθηκαν οι άλλοι, κοιτάζεστε σαν ερωτευμένοι. Έχετε μείνει οι δύο σας και πρέπει να συνυπάρξετε, αυτό σταματημένο κι εσύ λίγο πριν...


Σύννεφα, δύο, λευκά, χόρευαν, ερωτοτροπούσαν. Αγαπούσαν, ακουμπούσαν με χάρη κι απομακρύνονταν παιχνιδίζοντας. Έτσι δειλά ζευγάρωσαν.

Κόκκινος κεραυνός, ένωσης σημάδι, τα έκανε βροχή, στάλες όμορφες, ανόμοιες, που έπεσαν στη γη.

Εσύ, όμορφη, γλυκιά, καθάρια, άφοβη, πρόσμενες και αδημονούσες να τις αισθανθείς. Άνοιξες τα χέρια, έστρεψες τις λευκές παλάμες σου στον ουρανό και ζήτησες με δέηση να έρθουν.

Έπεσαν επάνω σου, σε δρόσισαν κι αγαλλίασες κι έβγαλες έναν ηδονικό αναστεναγμό από τη δροσιά τους κι εγώ να σε κοιτώ κρυφά να τις χαϊδεύεις με το είναι σου, να με ανταγωνίζονται, να με σκοτώνουν με την ύπαρξη τους.

Ζήλεψα, πόνεσα, υπέφερα, ήθελα μακριά σου να τις διώξω αλλά δεν μου έδωσες σημασία. Ένιωσα ότι τις αγαπάς πάνω από μένα, ταράχτηκε η ψυχή μου, σκίστηκε η καρδιά μου, θόλωσα.

Ένιωσα μέσα στο κενό μυαλό μου να φτερουγίζουν δύο άσπρα περιστέρια, ανήσυχα, αδύναμα να ταιριάξουν, ανίκανα να βρουν κλαδάκι να σταθούν.

Μαύρους τοίχους να στέκουν μπρος στη σκέψη μου, να μην μπορώ να ζήσω τίποτα άλλο, παρά τη στιγμή, την εικόνα σου που μίσησα, που έδινε αγάπη και αλλού, που άφηνε κάτι άλλο να σε αγγίξει.

Θέλησα να τους γκρεμίσω μα δεν μπόρεσα. Έριξα το βλέμμα μου άλλη μια φορά πάνω τους και είδα, σχήματα, αποχρώσεις, φως, κρυμμένα μες στη σκοτεινιά. Μου το είχες πει, το μαύρο έχει χρώμα, μα δεν σε πίστευα, το δικό σου μαύρο και πόνεσα πολύ…

Είδα τα μάτια σου να πλημμυρίζουν ουράνια τόξα από χαρά, χιλιάδες, μύρια κι εσύ να στέκεις ευτυχισμένη, ήρεμη, κάτω από τις στάλες που ποθούσες.

Έζησα να σε δω σαν λουλούδι, ν’ ανθίζεις στο πέρασμα τους, να μυρώνεις και τις φθόνησα.


Λόγια που πετούν στον αέρα σαν μικρά χελιδόνια, έτοιμα να φωλιάσουν με το ταίρι τους σ’ αυτούς που θα πιστέψουν.

Στ’ αυτιά που θα νομίσουν πως κουβαλούν την άνοιξη.

Σ’ αυτούς που ζουν γι’ αυτήν, υπομένοντας το βαρύ χειμώνα τους, που ποτέ δεν φεύγει.

Λέξεις σκαμμένες στο χαρτί, αναζητούν η μία την άλλη για να πλανέψουν τα μάτια που θα τις δουν.

Κάθονται, στοιχίζονται, τακτοποιούνται κι αλλάζουν συνεχώς σειρά, για να μπερδέψουν, να εξαπατήσουν.

Τη μια φτιάχνουν σχήματα τρυφερά και την άλλη ακονίζουν μαχαίρια που πονούν και κόβουν σε χίλια κομμάτια, αισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις.

Μερικές φορές πάλι, λατρεύουν, αγαπούν τα λόγια, ερωτοτροπούν, ζευγαρώνουν μαζί τους και συνωμοτούν.

Γεννούν υπάρξεις, ψεύτικες αγγελικές μορφές, φανταστικούς σωτήρες, σαρώνοντας θύμησες και πάθη.

Ορθώνουν ανάστημα και χτυπούν μέχρι να σε ρίξουν κάτω.

Κι όταν το πετύχουν, γυρνούν αμετανόητες πίσω και θεραπεύουν, γίνονται ίαση, άφεση στον πόνο.

Τι κι αν μετά πολεμούν μεταξύ τους για τη νίκη, το τρόπαιο, την πρωτιά, αγέρωχα και ασταμάτητα συνεχίζουν μέσα από στόματα μικρά, χέρια αποστεωμένα…

Λέξεις ανώριμες, λόγια αδάμαστα, δάκρυα ζεστά.


Το τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, η σκέψη θολή από αναμνήσεις, η μουσική να παίζει εκκωφαντικά κι εσύ να στέκεσαι μόνος, μέσα στο μισοσκόταδο, με το κεφάλι σκυμμένο, να τριγυρνάς το τσιγάρο στον γυάλινο πάτο του παίζοντας με τη στάχτη.

Κλεφτές ματιές ρίχνεις στην πόρτα ελπίζοντας να έρθει, να μπει ξαφνικά μέσα όπως την πρώτη φορά που αντικρίστηκαν τα μάτια σας.

Δεν θέλεις να το βάλεις κάτω, ακόμα ελπίζεις. Η σερβιτόρα που σου χαμογελά δεν σε σαγηνεύει, δεν μπορείς καν να της το ανταποδώσεις. Νιώθεις κουρασμένος, εξαντλημένος, ένα ράκος κι όμως συνεχίζεις να την σκέφτεσαι, να την αναζητάς, ξέροντας μέσα σου ότι δεν θα ξαναέρθει.

Βάζεις και πάλι το τσιγάρο στο στόμα και τραβάς μια ρουφηξιά, μια ακόμα τζούρα, κάπνα από αυτή που υπάρχει μπόλικη γύρω σου. Το μυαλό κενό, άδεια πίστα για να χορεύει μόνη της μέσα του. Λεπτή, ψηλή, με μαύρα θλιμμένα μάτια ανικανοποίητα…


Κι όταν ο διάβολος σε πλησιάζει την ώρα που είσαι αμέριμνος

και τρομαγμένος γυρνάς να τον αντικρίσεις με φόβο

τ’ αγγελικό του πρόσωπο σε καθησυχάζει

το χάδι του σε συνταράσσει

και το λάγνο του χαμόγελό σε παγώνει.

Τότε θαρρείς πως κόλαση είσαι ο ίδιος, κάτι ίσως σου λείπει

πολλά σου λείπουν μα δεν τα ξέρεις πριν τα γνωρίσεις

πριν οι πύρινες φλόγες αρχίσουν να σε κάνουν να νιώσεις τ’ αναίσθητο πετσί σου

να λιώσουν την παγωμένη λάβα μέσα σου και να την κάνουν ένα μ’ αυτή

μ’ αυτή που φέρνει τύψεις, θλίψη, μετάνοια για χαμένες αμαρτίες, σκόρπιες αδύναμες πνιγμένες επιθυμίες

κρεμασμένες σε μια ντουλάπα μουχλιασμένη, γεμάτες ναφθαλίνη πια…

χρόνια λειψά μέσα σε ψεύτικες οάσεις, σκουπιδότοποι αναγκών και υποχρεώσεων άλλων

βλακεία, απατηλές καταστάσεις, οικοδομήματα σαν από σπιρτόξυλα φτιαγμένα,

γκρίνια, ζόρι, καταπιεσμένες σπίθες πυρκαγιάς χωμένες μες στο χώμα

που αντί να καίνε ξένα δάση σε κατατρώνε μέρα με τη μέρα μέχρι ν’ αφήσουν στάχτες από την ύπαρξη σου.

Σαν η στιγμή της προσέγγισης, που τόσο φοβάσαι, έρχεται λυτρωτική, ζωντανή, θεάρεστη

συνειδητοποιείς πως δεν είναι ο διάβολος αυτός που έτρεμες πάντα, μα τα καζάνια που κόχλαζαν μέσα σου, γιατί έτσι σ’ έκαναν να πιστεύεις πάντα…


imageΌμορφα και γλυκά ακούω τη μουσική σου συνέχεια, ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι που σε νιώθω μέσα στο κεφάλι μου να χορεύεις αργά και λικνιστικά στο ρυθμό της.

Μακάρι να ήμουν κοντά σου ν’ ακούσω το κρυφό σου παράπονο να δω τα χείλη σου να κινούνται όσο το περιγράφουν κι εγώ να τα κοιτώ αχόρταγα να με μαλώνουν.

Να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να το διαλύσω, να το εξαφανίσω μέσα στα χέρια μου που θα γίνουνε φωλιά σου.

Άσε με να σε δω, ν’ αφουγκραστώ τον πόνο σου, τις επιθυμίες σου και να τα απαλύνω.

Δώσε μου ότι δεν έχεις δώσει και θα το δεχτώ. Ίσως να πονέσεις περισσότερο, όσο δεν έχεις πονέσει ποτέ στη ζωή σου αλλά να είσαι σίγουρη ότι ποτέ αγάπη δεν φτιάχτηκε με υποσχέσεις.

Γίνε το όραμα μου για λίγο χωρίς να το σκεφτείς κι έλα να σταθούμε σ’ ένα τόσο ψηλό σημείο που δεν θα μας βλέπει κανείς, παριστάνοντας τους αγγέλους.

Άνοιξε την ψυχή σου διάπλατα και καθάρισε την, στρώσε τα καλύτερα στρωσίδια της για να με υποδεχτείς και γίνε η μικρή, τρυφερή, αγνή οικοδέσποινα μου…


Ο πρύτανης στέλνει φαξ την τελευταία στιγμή, η αστυνομία δεν το λαμβάνει, η εισαγγελέας έχει φύγει για σαββατοκύριακο, ο κόσμος διαμαρτύρεται, η βουλή ψηφίζει λευκές σελίδες με το φόβο στα μάτια μέσω διαγραφών, τα μαγαζιά καίγονται, βουλευτές κάνουν κωλοτούμπες για μια θέση και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, ανέχειας και αηδίας προς τον πολιτικό κόσμο.

Αυτή είναι η Ελλάδα της «Δημοκρατίας», με σκάνδαλα, κλεψιές, εξαθλίωση και καμία τιμωρία εκτός των φτωχών που καλούνται να γίνουν κλέφτες στα γεράματα για να πάρουν την ινσουλίνη ή τα φάρμακα για τον καρκίνο από την τσέπη τους γιατί ο υπουργός υγείας ασχολείται περισσότερο με το σκυλάκι του και τη θέση του στο κόμμα από αυτούς.

Και το κάνει γιατί νιώθει ασφαλής διότι κρατά μια έδρα στο πανεπιστήμιο που θα μπορούσε να πάρει ένας νέος επιστήμονας μόνο και μόνο για να πάρει τη σύνταξη, όπως έκαναν πάμπολλοι στο παρελθόν, γιατί τα πανεπιστημιακά «πνευματικά» άτομα που εμπλέκονται με την πολιτική κοίταξαν να βολέψουν πρώτα τους κώλους τους ώστε ότι και να γίνει να μην μείνουν με λιγότερες από 2-3 συντάξεις ή μισθούς…


Φως, ένα άστρο μέσα στην παγωμένη νύχτα του Φλεβάρη. Ένα άστρο που φωτίζει το δρόμο του κάθε οδοιπόρου μέσα στο σκοτάδι, όταν τ’ αγιάζι διαολεμένα κουνά τα κλαδιά των δέντρων που μέσα στη νοτισμένη ατμόσφαιρα και την ομίχλη μοιάζουν με δρεπανοφόρα χέρια τα οποία προσπαθούν να κόψουν κάθε καλή διάθεση.

Κι όμως, αυτό τ’ αστέρι π’ ανάβει στο βάθος τα σβήνει όλα μονομιάς. Σε κάνει να νιώθεις άτρωτος και μόνο βλέποντας το από μακριά.

Στέλλα, άστρο στα Ιταλικά, μονάδα ζωής στην κάθε γλώσσα, γιατί κάθε άστρο είναι μονάχο του και μοναδικό κι ας δείχνει ότι συνωστίζεται και ίδιο με όλα τ’ άλλα.

Κάθε αστέρι στον ουρανό ή τη γη στέκεται στη δική του πλευρά και δίνει λάμψη στο χώρο του, μέχρι που θωρεί ένα άλλο άστρο από μακριά και αυτό ένα άλλο, κι ένα άλλο, και όλα μαζί διάσπαρτα φωτίζουνε τον κόσμο.

Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά τους, να δίνουν φως απλόχερα σ’ όποιον το έχει ανάγκη αλλά να είναι καταδικασμένα να μην πλησιάζουν το ένα το άλλο για να μην καούν.

Είναι καταδικασμένα να βρίσκονται, είτε μέσα στο σκοτάδι του σύμπαντος, είτε μέσα στις σκοτεινές ανθρώπινες νύχτες και να λάμπουν σε όσους κοιτούν ψηλά για να τα δουν.


Μπορείτε να βρείτε τα δωρεάν βιβλία μου και στο Google Books πατώντας κλικ στη τη γραμμή που διαβάζετε τώρα ή στις εικόνες.

imageimage


imageΖω σ’ ένα κόσμο που σαπίζει σαν αφημένο φρούτο στον αγρό, σαν σκουπίδι στη χωματερή που γεμίζει την ατμόσφαιρα μεθάνιο, έτοιμο να εκραγεί και να μολύνει το νερό που πίνουμε, μετατρέποντας το από γάργαρο σε διάφανο αλλά γεμάτο μυστικούς λοιμούς.

Ζούμε σ’ ένα κόσμο, άθροισμα των προσωπικών μας σάπιων, στον οποίο ο καθένας μας κουβαλά ένα παραωριμασμένο φρούτο μέσα του.

Ζούνε σ’ έναν κόσμο βρώμικο αλλά καθαρό μέσα στην άθλια παρακμή τους και νομίζουν ότι τον διαφεντεύουν.

Ζεις σ’ ένα κόσμο που δίνεις τροφή σε όλα τα σκουλήκια που διαβιούν μέσα σου και απλά περιμένουν το θάνατο σου για να βγουν στην επιφάνεια και να σε καταφάνε. Ταΐζεις και μεγαλώνεις στα σωθικά σου αυτούς που όταν δεν θα μπορείς άλλο θα εμφανιστούν με διαφορετική μορφή, την πραγματική.

Παρακμή, σήψη, δυσωδία. Σκοτεινές παρθένες πόρνες με άγια μορφή, έτοιμες να διαλύσουν το κορμί σου και να ρουφήξουν την ψυχή σου. Κίτρινος πυρετός σωτηρίας από μουχλιασμένους ηγέτες που δεν τολμούν να βγουν στο φως. Πράσινη όψη, απεχθής, αντάξια των ζωών τους. Τυφλά σκουλήκια που τράφηκαν σε γιγάντια σώματα άνευ προοπτικής κι ελέους. Ζωντανές αποδείξεις του εξευτελισμού του ανθρώπου.


image«Μαμά ποια είναι αυτή που λέει τόσες σαχλαμάρες;»

«Ποια παιδάκι μου;»

«Να αυτή η χαζή που την βλέπω στο ιντερνέτ. Έχει γράψει κάτι βλακείες και όλοι τρέχουν αν της κάνουν like στο Facebook…»

«Για να δω… Μα τι λες, αυτή είναι η γνωστή παρουσιάστρια…»

«Πότε ρε μάνα; Την εποχή του Κολοκοτρώνη; Εγώ δεν την έχω δει ποτέ!»

«Ε, ναι είναι λίγο μεγάλη αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αυτή η γυναίκα ήταν χρόνια στην τηλεόραση και έχει γράψει πολλά βιβλία, έγραφε και σε εφημερίδες!»

«Και ποιος την διάβαζε; Μη μου πεις ότι εσύ την διάβαζες ή την διαβάζεις…»

«Εεε, ναι κάποια στιγμή…»

«Και τι κατάλαβες;»

«Πολλά, σου λέω είναι πολύ γνωστή και κόρη πολιτικού με γνώσεις και αναγνωρισιμότητα. Δεν βλέπεις άλλωστε ότι έχει καμιά πεντακοσαριά like στη δημοσίευσή της;»

«Δηλαδή ο αξιόλογος και ο έξυπνος άνθρωπος φαίνεται μόνο από τα like και την αναγνωρισιμότητα. Δεν μπορεί να γράφει βλακείες; Να, διάβασε εδώ…»

Η μητέρα έσκυψε πάνω από την οθόνη του υπολογιστή της κόρης της, φόρεσε τα γυαλιά της και άρχισε να διαβάζει προσεκτικά. Μετά από λίγο άρχισε να κουνάει το κεφάλι συναινώντας αμίλητα στα όσα έλεγε η μικρή.

«Δεν είναι και από τα καλύτερα της…» είπε και έβγαλε τα γυαλιά.

«Είδες όμως πόσοι και ειδικά πόσες τις λένε ότι είναι καταπληκτικά αυτά που γράφει; Δεν ψωνίζεται περισσότερο έτσι;»

«Αυτό είναι αλήθεια αλλά ο κόσμος…»


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχείο