image

Η νύχτα έπεσε βαριά στην πόλη. Ο μοναχικός άντρας που περιδιάβαινε τους δρόμους της ένιωθε μια γλυκιά χειμερινή μελαγχολία. Ντυμένος ζεστά με ένα μάλλινο παλτό πάνω στο ακριβό κουστούμι του περπατούσε τραβώντας βαθιές ανάσες από τον κρύο αέρα που έδειχνε καθαρότερος λόγω της σπάνιας κίνησης των αυτοκινήτων.

Τα λιγοστά φώτα των δρόμων και των ελάχιστων ανοιχτών καταστημάτων έκαναν παρέα με τις φωτεινές πινακίδες των κλειστών και όλα μαζί τον συντρόφευαν διακριτικά στο βραδινό του περίπατο.

Οι παράταιρες και σπασμένες πλάκες του πεζοδρομίου με το γκριζωπό χρώμα χάνονταν κάτω από τη γυαλάδα των παπουτσιών του. Συνέχισε να ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο με τα χέρια στις τσέπες και ασυναίσθητα να παρατηρεί για πολλοστή φορά τα λιγοστά δέντρα του γειτονικού πάρκου. Κάθε φορά που τα έβλεπε ήταν όλο και πιο μαραζωμένα, όλο και πιο αραιά, λες κι ένα αόρατο χέρι τα κρατούσε να μην αναπτυχθούν και τα έσπρωχνε να αραιώσουν μεταξύ τους για να δώσουν θέση στο τσιμέντο. Είχαν και αυτά την τύχη της υπόλοιπης μη προνομιούχας κοινωνίας.

Αυτή η άσχημη και διεφθαρμένη πόλη μεταμορφωνόταν σε πόρνη κάθε βράδυ και τον σαγήνευε. «Πόλη – πόρνη», δεν ήταν και άσχημη η έκφραση σκέφτηκε.

Ούτως ή άλλως μόνο κοντά της έβρισκε ευχαρίστηση και την πλήρωνε ακριβά για να την χαίρεται. Είχε τη δυνατότητα αυτή και δεν τον ένοιαζε. Μπορούσε να την απολαύσει όποια στιγμή της ημέρας και της νύχτας ήθελε, κάτι που δεν μπορούσαν να κάνουν οι απλοί θνητοί. Τα χρήματα του έδιναν τη δυνατότητα να της ανοίξει τα πόδια και ν’ ανακαλύψει τα κρυφά της μυστικά και ηδονικές χάρες που οι άλλοι δεν έβλεπαν. Και φυσικά, αυτή, σαν καλή πόρνη, το βράδυ δινόταν σε όλους ανεξέλεγκτα με άγριο ή με γλυκό τρόπο, σε σχέση πάντα με το αντίτιμο τους.

Ναι, ήταν άγρια όταν ήθελε αλλά και τρυφερή με όσους είχαν την πολυτέλεια να την γευτούν όπως ο ίδιος. Κοντοστάθηκε για λίγο, άναψε ένα τσιγάρο και έριξε με υπεροπτικό ύφος προαγωγού μια ματιά στην «πουτάνα» του. Φύσηξε τον καπνό και σκέφτηκε ότι στα σαράντα του είχε πλέον ότι ήθελε. Μπορούσε να ζήσει την κάθε στιγμή, όπως τώρα, που έχοντας αφήσει το ακριβό του αυτοκίνητο στον παρκαδόρο κινούσε για το ρεβεγιόν των «φίλων» του παραμονή Χριστουγέννων. Δεν τον έμελλε η κρίση, αυτόν δεν τον άγγιζαν όσα πλήγωναν τις ψυχές και τα κορμιά των μη προνομιούχων. Ζούσε στο δικό του κόσμο. Δεν φοβόταν κανέναν και τίποτα.

Πέταξε το τσιγάρο του με τα δύο δάχτυλα κι ετοιμάστηκε να διασχίσει τη λεωφόρο για το κλαμπ που τον περίμεναν.

Την ώρα που το πατούσε πάνω στις βρώμικες πλάκες, η άκρη του ματιού του έπιασε την κίνηση δύο ποδιών που προεξείχαν από τη βάση ενός σκουπιδοτενεκέ ένα τετράγωνο πιο κάτω, πίσω από το πολυτελές ξενοδοχείο που βρισκόταν στο πλάι του. Το σκοτάδι του στενού δεν τον άφηνε να διακρίνει καλά. Φαντάστηκε πως ήταν κάποιος άστεγος που είχε ξαπλώσει μέσα στα σκουπίδια. Δεν έδωσε σημασία μέχρι που άκουσε ένα περίεργο θόρυβο, κάτι σαν κλάμα μωρού. Πίστεψε πως ήταν ιδέα του και ανασκουμπώθηκε για να συνεχίσει την πορεία του. Το κλάμα όμως ξανακούστηκε μέσα στην ησυχία.

Δίστασε για λίγο αλλά κάτι μέσα του τον έσπρωχνε προς τα εκεί. Με τα μάτια καρφωμένα στο σημείο άρχισε να προχωρά με αργά βήματα. Όσο έφτανε κοντύτερα το κλάμα γινόταν όλο και πιο δυνατό και ξεκάθαρο.

Σύντομα έφτασε μπροστά στον κάδο και είδε πεντακάθαρα δύο γυναικεία πόδια. Κοίταξε από πίσω του και μπροστά του εμφανίστηκε μια γυναίκα πεσμένη, ακίνητη, με ένα μικρό κοριτσάκι, που έτρεμε από την παγωνιά, στην αγκαλιά της. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει και τα δάκρυα είχαν στεγνώσει μουτζουρώνοντας το βρώμικο προσωπάκι του. Ο λαιμός του έδειχνε να πονά από τους λυγμούς.

Έσκυψε και έπιασε τον καρπό της μητέρας. Δεν είχε σφυγμό. Θυμήθηκε όλες αυτές τις πρώτες βοήθειες και ιατρικές διαδικασίες που είχε μάθει κάποτε αλλά δεν του έτυχε ποτέ να τις εφαρμόσει και προσπάθησε να την φέρει στη ζωή. Το μικρό, με μια κρυφή ελπίδα στα μάτια, κοίταζε σαν χαμένο τον άγνωστο άντρα που προσπαθούσε να επαναφέρει τη μάνα του στη ζωή. Δεν ήξερε τι της έκανε αλλά προαισθανόταν πως κάποιος προσπαθούσε να τη βοηθήσει.

Μετά από μερικά λεπτά, όταν πλέον οι προσπάθειες του δεν απέδιδαν, έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε την αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο.

Το μικρό κοριτσάκι με τις ξεμαλλιασμένες μπούκλες τον κοίταξε χωρίς να κλαίει πια. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν και χάθηκαν το ένα στο βάθος του άλλου. Η γεμάτη απορία ματιά του ήταν πλέον όπως ενός μεγάλου ανθρώπου. Το μόνο που προσδιόριζε το νεαρό της ηλικίας του ήταν το τρίχρονο κορμάκι του και το φθαρμένο πυτζαμάκι του με τα ανάκατα σγουρά μαλλάκια του που έπεφταν γύρω από τα μεγάλα του καστανά μάτια.

Έβγαλε το παλτό του και το σκέπασε, το πήρε αγκαλιά και αυτό σφίχτηκε γύρω από το λαιμό του δυνατά.

«Μπαμπά» σιγομουρμούρισε στο αυτί του και τον έσφιξε ακόμα περισσότερο.

Αυτή η μικρή αθώα ψυχούλα έψαχνε κάπου να γαντζωθεί. Ήταν ένας μικρός ναυαγός της ζωής πριν καν αρχίσει να τη ζει.

Παρόλο που ποτέ δεν ήθελε παιδιά, αυτό το μωρό του έσκισε την καρδιά. Τον έκανε να νιώσει την απελπισία και την ελπίδα της ζωής ταυτόχρονα. Την έσφιξε πάνω του και την κούνησε χτυπώντας την καθησυχαστικά και ρυθμικά στην πλάτη.

Μέχρι να έρθει η αστυνομία και το ασθενοφόρο, η μικρή είχε ήδη κοιμηθεί στην αγκαλιά του. Τον βρήκαν να την κρατά σφιχτά τυλιγμένη μέσα στο παλτό του.

«Καλησπέρα» είπε ο αστυνομικός «εσείς τη βρήκατε;»

«Ναι, ήταν παγωμένη ήδη όταν έφτασα και χωρίς σφυγμό…»

Ένας γιατρός που είχε έρθει μαζί με το ασθενοφόρο διαπίστωσε το θάνατο της και οι τραυματιοφορείς την έβαλαν σ’ ένα φορείο σκεπάζοντας την ολόκληρη με ένα κουρελιασμένο και τρύπιο σεντόνι.

«Την ξέραμε, ήταν μια αξιοπρεπής γυναίκα που είχε χάσει τον άντρα της πριν ένα χρόνο και την είχαν πετάξει από το σπίτι που έμενε γιατί δεν είχε να πληρώσει. Δυστυχώς δεν έβρισκε δουλειά πουθενά. Κρίση βλέπετε… Έτσι, κοιμόταν λίγο παρακάτω στο πάρκο μέσα σε κάτι χαρτόκουτα μαζί με το κοριτσάκι της μέχρι που τους έδιωξε κι ο δήμαρχος πριν μερικές μέρες μέσα στο καταχείμωνο γιατί χαλούσαν την αισθητική της πόλης στους τουρίστες των Χριστουγέννων. Από κάτι συσσίτια έτρωγαν αλλά δεν ήταν αρκετά. Στα σκουπίδια έψαχνε πάντα για να βρει κάτι να πουλήσει. Μάλλον δεν άντεξε το κρύο και την ταλαιπωρία. Απορώ πως τη γλύτωσε το μικρό…» συνέχισε ο αστυνομικός και άπλωσε τα χέρια του παίρνοντας την μέσα από τα δικά του.

«Το παλτό σας κύριε…»

«Δεν πειράζει, κρατήστε το για να είναι ζεστή η μικρούλα. Τι θα γίνει τώρα αυτό το μωράκι;» τον ρώτησε.

«Μάλλον θα πάει σε κάποιο ίδρυμα. Ποιος ξέρει; Μην σας νοιάζει, το κράτος έχει πρόνοια» απάντησε.

«Ναι, το διαπίστωσα μόλις τώρα…» είπε την ώρα που ο αστυνομικός την ακουμπούσε ακόμα κοιμισμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.

Μαζί με τα φώτα του περιπολικού, που χάθηκαν στρίβοντας στη λεωφόρο, έσβησε κάτι μέσα στην ψυχή του. Ένα μεγάλο κομμάτι της καρδιάς του ξεριζώθηκε και έφυγε μαζί με τη μικρούλα. Το πονεμένο βλέμμα της χάθηκε για πάντα μέσα στο μυαλό του. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μισήσει τον εαυτό του ή να βάλει απλά τα κλάματα. Τον θεωρούσε πετυχημένο και σκληρό αλλά αυτό το μουτράκι τον είχε διαλύσει μέσα σε λίγα λεπτά. Τα πόδια του δεν μπορούσαν να κάνουν πλέον ούτε ένα βήμα, ήταν λες και είχαν βυθιστεί στο τσιμέντο. Ήθελε να τρέξει ξοπίσω της, να μάθει που θα την πάνε, τι θα απογίνει αλλά είχε μουδιάσει ολόκληρος. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Και το ήξερε καλά γιατί ήταν κι αυτός ένας από εκείνους που είχαν κάνει αυτή την πόλη, πόρνη…

«Καληνύχτα κύριε. Ταλαιπωρηθήκαμε πάλι γιορτιάτικα.. Καλά Χριστούγεννα!» είπε ο οδηγός του ασθενοφόρου και περίμενε για λίγο μπροστά του.

Ήξερε κι ο ίδιος τι εννοούσε με τα καλά Χριστούγεννα. Έβγαλε το πορτοφόλι από την τσέπη του και του έδωσε πενήντα ευρώ.

«Ευχαριστώ. Καλά Χριστούγεννα και πάλι!» ξαναείπε ο οδηγός κι έβαλε μπροστά το όχημα.

«Καλά Χριστούγεννα;» αναρωτήθηκε πριν το δει να χάνεται στην άδεια λεωφόρο. Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τα εκατοντάδες ευρώ που κουβαλούσε μαζί του. Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να δώσει όλα αυτά τα χρήματα στη μητέρα και το μωρό που του έκλεψε την καρδιά. Τώρα ήταν πια αργά για όλους, ακόμα και για τον ίδιο…

Τα πέταξε κάτω πληρώνοντας την πόλη που είχε δείξει το κρυφό της πρόσωπο. Τη σκοτεινή πλευρά του οίκου της. Εκεί που ξεπλένει της λεκάνες των πελατών και τα βρώμικα σεντόνια όσων ασελγούν στο κορμί της. Εκείνων που την έκαναν αυτό που είναι.

Μια σαδίστρια πόρνη στην ψυχή και στο σώμα, που χαίρεται τη δουλειά της και φτύνει όσους δεν μπορούν να της δώσουν όσα και ότι θέλει…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις