imageΕλευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Τρεις λέξεις μαγικές που όλοι τις ενστερνίζονται αν τους ρωτήσεις αλλά κανείς δεν τις πιστεύει.

Ελευθερία, στο λόγο, στην κίνηση στις πράξεις, στη ζωή. Λένε ότι η ελευθερία σου σταματά εκεί που αρχίζει του άλλου. Υποσύνολα στο σύνολο όπως θα λέγαμε στα μαθηματικά. Τι γίνεται όμως αν η δική σου ελευθερία θέλεις να είναι τόσο τεράστια που να ξεσκίζει αυτή των άλλων ή αν δεν θέλεις να έχεις τόση ελευθερία και οικειοθελώς αποποιείσαι του δικαιώματός σου να έχεις αρκετή; Μπορεί να υπάρξει ελευθερία σε μια ουσιαστικά άναρχη πολιτική κοινωνία με νόμους; Θα μου πείτε τώρα, πως γίνεται να έχεις άναρχη κοινωνία με νόμους. Γίνεται, αν δεν εφαρμόζονται, αν είναι ανενεργοί και αν ο κάθε ένας κάνεις ότι γουστάρει επικαλούμενος το δικαίωμα στην ελευθερία. Εκεί πρέπει να διαλέξεις αν θα είσαι νόμιμα ή παράνομα ελεύθερος, αν θα ασκήσεις το δικαίωμα σου στην ελεύθερη παρανομία κάνοντας τους νομιμόφρονες υποτελείς ή αν θα είσαι νόμιμα ελεύθερος εκμεταλλευόμενους τους νόμους με άλλοθι την παρανομία των ελευθέρων, κάτι σαν τον Εφραίμ. Είσαι πράγματι ελεύθερος να μιλάς, να γράφεις και να κινείσαι όπως θέλεις ή πρέπει να ακολουθείς κανόνες που ο κάθε ελεύθερος πολιτικός θα σου επιβάλλει στερώντας σου το δικαίωμα, γιατί από το λόγο σου στερείται η δική του ελευθερία να σε εξαπατά με το δικό του λόγο και τις πράξεις;


image

Η νύχτα έπεσε βαριά στην πόλη. Ο μοναχικός άντρας που περιδιάβαινε τους δρόμους της ένιωθε μια γλυκιά χειμερινή μελαγχολία. Ντυμένος ζεστά με ένα μάλλινο παλτό πάνω στο ακριβό κουστούμι του περπατούσε τραβώντας βαθιές ανάσες από τον κρύο αέρα που έδειχνε καθαρότερος λόγω της σπάνιας κίνησης των αυτοκινήτων.

Τα λιγοστά φώτα των δρόμων και των ελάχιστων ανοιχτών καταστημάτων έκαναν παρέα με τις φωτεινές πινακίδες των κλειστών και όλα μαζί τον συντρόφευαν διακριτικά στο βραδινό του περίπατο.

Οι παράταιρες και σπασμένες πλάκες του πεζοδρομίου με το γκριζωπό χρώμα χάνονταν κάτω από τη γυαλάδα των παπουτσιών του. Συνέχισε να ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο με τα χέρια στις τσέπες και ασυναίσθητα να παρατηρεί για πολλοστή φορά τα λιγοστά δέντρα του γειτονικού πάρκου. Κάθε φορά που τα έβλεπε ήταν όλο και πιο μαραζωμένα, όλο και πιο αραιά, λες κι ένα αόρατο χέρι τα κρατούσε να μην αναπτυχθούν και τα έσπρωχνε να αραιώσουν μεταξύ τους για να δώσουν θέση στο τσιμέντο. Είχαν και αυτά την τύχη της υπόλοιπης μη προνομιούχας κοινωνίας.

Αυτή η άσχημη και διεφθαρμένη πόλη μεταμορφωνόταν σε πόρνη κάθε βράδυ και τον σαγήνευε. «Πόλη – πόρνη», δεν ήταν και άσχημη η έκφραση σκέφτηκε.


imageΆφησα τα χνάρια μου στον αγρό. Μύρισα τη φύση και λούστηκα στον ήλιο. Έστρεψα το βλέμμα πίσω μου και είδα το πράσινο μονοπάτι που σμίλεψα στο πέρασμα μου.

Ένιωσα πως άνοιγα τον δρόμο στους επόμενους που θα έρθουν κάποια στιγμή να αισθανθούν όπως εγώ. Να αγαλλιάσει η ψυχή τους, να αισθανθούν την ελευθερία του νου και της όρασης, την απόλαυση της ακοής από το θρόισμα των φύλλων στο δροσερό αεράκι και το κελάιδισμα των πουλιών.

Σήκωσα το κεφάλι ευχαριστώντας την φύση. Έκλεισα τα μάτια για να μην θαμπωθώ από το λαμπερό φως και άνοιξα διάπλατα τα χέρια για ν’ αγκαλιάσω όλη τη γη, ότι υπάρχει γύρω μου.

Έκανα ένα μικρό βήμα και κοίταξα προς το χώμα που με βαστούσε πάνω σε αυτό το θαύμα. Τότε είδα ένα μικρό λουλούδι, με λυγισμένο και σπασμένο το κορμάκι του κάτω από το πόδι μου. Τα πέταλά του δεν είχαν διαλυθεί, στέκονταν ακόμα στητά και ζωηρά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Θα έλεγα πως το μικρό του ανθοστόλιστο κεφαλάκι με κοίταξε με πόνο.

Είναι δυνατόν ένα λουλούδι να νιώθει πόνο; Δεν το ήξερα αυτό, η ψυχή μου όμως το δήλωνε με σαφήνεια. Το είδα ακόμα ριζωμένο αλλά τσακισμένο ν’ αγκομαχά κάτω από το βάρος μου. Εκείνη τη στιγμή τράβηξα το πόδι μου και το έπιασα μαλακά με τη χούφτα μου. Προσπάθησα να το στήσω όπως ήταν. Κάθε φορά όμως που το σήκωνα όρθιο αυτό συνέχιζε να πέφτει.


me-santa claussΔεν υπάρχεις, στο λέω, δεν υπάρχεις. Ακόμα κι αν υπήρχες εγώ δεν θα σε πίστευα.

Τι κόκκινες φορεσιές και σαχλαμάρες ακούω από μικρός;

Τι σάκους με δώρα και τζάκια με καμινάδες;

Αν υπήρχες σήμερα, σίγουρα θα ήσουν ένας μπεκρής κοιλαράς που θα κοίταζε να πληρώσει τους λογαριασμούς της ΔΕΗ ή κανένας λεπτός ριφιφής που θα προσπαθούσε να κατέβει από καμιά καμινάδα για να κάνει πλιάτσικο στα δώρα που αγοράζουν οι γονείς στα μικρά που πιστεύουν, όσα πιστεύουν και όσα έχουν την τύχη να παίρνουν δώρα γιατί για τα υπόλοιπα, όπως πάντα, δεν ενδιαφέρεσαι….

Εγώ δεν σε πίστεψα ποτέ και μια φορά που έκαναν την προσπάθεια να μου το περάσουν οι δικοί μου τους κοιτούσα σα να ήταν χαζοί ή είχαν πάθει τίποτα.

Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι ένας Πάγκαλος με μούσι μπορεί να κατεβεί από μια καμινάδα, όπου υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει, τότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.

Ευτυχώς οι δικοί μου κατάλαβαν το βλέμμα μου και το «αφού αυτά τα πήρε ο μπαμπάς…» και δεν ξανάκαναν την απερισκεψία να το προσπαθήσουν πάλι να πείσουν εμένα ή τα αδέλφια μου.


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις