image«Αριστόδικε τον βλέπεις αυτόν που κάθεται στην κορφή του βουνού απέναντι;»

«Τον βλέπω Εύδωρε»

«Αυτός είναι ο Ξέρξης!»

«Αυτός είναι ο περιβόητος Ξέρξης;»

«Ναι αυτός…»

«Και τι κάνει εκεί πάνω καθισμένος στο θρόνο με όλη αυτή την κουστωδία που φτάνει μέχρι τους πρόποδες;»

«Περιμένει να δει τη νίκη του. Να μας δει όλους να χάνουμε όπως στο Αρτεμίσιο και μετά να εφορμήσει σε όλο τον κόσμο…»

«Παντού;»

«Ναι παντού! Κρύψου κάποιος κοιτά προς τα δω!»

Ο Αριστόδικος και ο Εύδωρος κρύφτηκαν σε μια μικρή πέτρινη σπηλιά καλυμμένοι από δρύες, ενός εκ των κορυφών του όρους Αιγάλεω, που τους έδινε άπλετη ορατότητα προς τη ναυμαχία που λάμβανε χώρα στα στενά και το στρατό του Ξέρξη που είχε σκαρφαλώσει με την ίδια επιθυμία, ακολουθώντας τον βασιλιά του.

Από εκεί παρακολουθούσαν τον γεμάτο έπαρση Πέρση να παρατηρεί τα τεράστια δυσκίνητα πλοία του που εφορμούσαν κατά των ευέλικτων ελληνικών, κυνηγώντας τα στα στενά, μέσα στα οποία πίστευαν ότι τα είχαν στριμώξει. Τα χρυσά του κοσμήματα, η πορφυρή φορεσιά του από μετάξι και οι καλογυαλισμένες στολές και τα όπλα της προσωπικής του φρουράς, καθρέφτιζαν τις ακτίνες του ήλιου χιλιόμετρα μακριά, δημιουργώντας έναν αντικατοπτρισμό της αλαζονείας που τον διακατείχε, λαμπυρίζοντας σαν ένα δεύτερο άστρο την «θεϊκή», κατά πως πίστευε, παρουσία του.

«Αριστόδικε θα χάσουμε… Είναι πολλοί και τα πλοία τους τεράστια!»

«Μην ανησυχείς Εύδωρε…» απάντησε με πεποίθηση ο φίλος του, συνεχίζοντας «…ο Θεμιστοκλής ξέρει τι κάνει. Μπορεί τα δικά μας πλοία να είναι μικρότερα αλλά μικρότερος είναι και ο στίβος της μάχης. Σε έναν αγώνα δεν μετράει πάντα το μέγεθος αλλά η εξυπνάδα, το μυαλό και η στρατηγική. Θα δεις, στο τέλος θα νικήσουμε και όλος ο κόσμος θα μας ευγνωμονεί γι’ αυτό!»

«Φοβάμαι Αριστόδικε. Ήδη έχουν βυθίσει δύο δικά μας. Φοβάμαι, τι θα απογίνουμε; Μου φαίνεται ότι ο Ευρυβιάδης είχε δίκιο. Έπρεπε να χτίσουμε ξύλινα τείχη γύρω από την Αθήνα και όχι να ακούσουμε τις φαντασιοπληξίες του Θεμιστοκλή. Καταστραφήκαμε οικονομικά και τώρα θα καταστραφούμε και στρατιωτικά. Θα γίνουμε δούλοι Αριστόδικε! Να, να! Ένα ακόμα πλοίο μας βουλιάζει. Οι στρατιώτες μας πνίγονται σαν ποντίκια. Αριστόδικε θα φύγω, δεν μπορώ να βλέπω άλλο!»

«Κάτσε κάτω και αταμάτα να κλαις σαν μικρό παιδί. Δεν είναι στάση Έλληνα αυτή. Είδες τι έκαναν οι Σπαρτιάτες. Πάρε δύναμη από το παράδειγμα τους και έχε τόλμη. Θα έρθει η μέρα που όλος ο κόσμος που ξέρουμε, ίσως και αυτός που απλά γνωρίζουμε από τις αφηγήσεις των παλαιοτέρων και τους μύθους, θα μιλά για μας, εκατοντάδες ή και χιλιάδες έτη μετά από αυτό το γεγονός! Δεν θα αφήσουμε τον πολιτισμό μας να χαθεί κάτω από τις πατούσες των ελεφάντων και τα πέλματα των βαρβάρων που τους οδηγούν. Η Ελλάδα θα διατηρήσει τον πολιτισμό της και θα επικρατήσει πνευματικά παντού. Κανείς δεν θα μας κάνει μια ομάδα αγρίων που απλά θα σκοτώνουν και θα πλιατσικολογούν υπό τις διαταγές ενός ξιπασμένου βασιλιά!»

Παρά τα ενθαρρυντικά λόγια του Αριστόδικου, ο Εύδωρος συνέχισε να τρέμει κρυμμένος μέχρι τη στιγμή που ο πανικός τον κατέλαβε και μια γκριμάτσα τρόμου σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, παραμορφώνοντας το. Ήταν προφανές ότι δεν είχε το θάρρος και την πίστη του φίλου του.

Ουρλιάζοντας βγήκε από τη σπηλιά και άρχισε να τρέχει προς την πλευρά του Ξέρξη φωνάζοντας ότι θέλει να τον υπηρετήσει. Ο Αριστόδικος δεν πρόλαβε να τον συγκρατήσει, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του. Έτσι, ανήμπορος παρακολουθούσε τον Εύδωρο να οδηγείται προς τη επιλογή του, που θα σφράγιζε τη μοίρα και των δύο. Οι Πέρσες στρατιώτες τον έπιασαν και αυτός για να τους αποδείξει την υποταγή του, επέδειξε με προτεταμένο το χέρι του το μέρος που κρυβόταν ο Αριστόδικος.

Αυτός, αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει αλλά ούτε και να νικήσει σε αυτή την προσωπική μάχη, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του και τον προσωπικό του «Εφιάλτη» με θάρρος, όπως έκανε και ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. Ήταν Έλληνας και θα τους έδειχνε τι σήμαινε αυτό. Σηκώθηκε, όρθωσε το ανάστημα του και κρατώντας ένα μικρό ξιφίδιο, δώρο του πατέρα του για την ενηλικίωσή του, βγήκε από τη σπηλιά και κατευθύνθηκε αργά και περήφανα προς το μέρος των στρατιωτών που τον πλησίαζαν.

Εκείνη τη στιγμή, η ναυμαχία είχε αρχίσει να παίρνει θετική τροπή υπέρ των Ελλήνων. Η φρουρά του Ξέρξη και οι υποτακτικοί του είχαν αρχίσει να κινούνται ανήσυχα στις πλαγιές του όρους και να χτυπούν μανιασμένοι σαν κύμα πάνω στα βράχια του, δίχως να μπορούν να κάνουν τίποτα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Αριστόδικου που σκέπασε τη λύπη από το θέαμα του Εύδωρου που έπεφτε αποκεφαλισμένος και ντροπιασμένος ως προδότης, από το σπαθί ενός Πέρση.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, σήκωσε το κεφάλι ψηλά, κοίταξε για μια τελευταία φορά τον καταγάλανο φθινοπωρινό ουρανό, μύρισε με λαχτάρα τη φύση που τον περιέβαλε και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στη θάλασσα, όπου ο Περσικός στόλος φλεγόταν ανυπεράσπιστος.

Έπειτα, κράτησε σφιχτά το ξιφίδιο του στο χέρι και όρμησε κατά των πολυάριθμων εχθρών του αμίλητος, έχοντας στο μυαλό του αυτό που του είχε μάθει ο πατέρας του, «γεννιέσαι Έλληνας, ζεις ως Έλληνας και πεθαίνεις ως Έλληνας!»


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις