imageΜε λένε Γιώργο. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Κόκκινο Γιώργο, ενίοτε σκέτο Κόκκινο, σχεδόν ποτέ όμως Γιώργο.

Κάθομαι σ’ ένα μικρό καρεκλάκι σαν αυτά που έχουν οι τσαγκάρηδες και όλο και κάτι φτιάχνω. Καμιά φορά κοιτάζω έξω από το παράθυρο της παράγκας που είμαι, προς το πάρκο, στο ξέφωτο, μέσα από τα δέντρα. Βλέπω διάφορους να περνούν, τις περισσότερες φορές αδιάφορα. Δεν ξέρουν πως μέσα σ’ αυτή την ξύλινη κατασκευή βρίσκεται ένας άνθρωπος που δουλεύει ή μάλλον για να το πω καλύτερα καλλιτεχνεί.

Βρίσκομαι στην άκρη ενός πάρκου που είναι η συνέχεια και η άκρη ενός δάσους μέσα στην πόλη. Δε νομίζω να υπάρχουν πολλές πόλεις με αυτό το προνόμιο, η δικιά μου όμως το έχει. Δεν έχει όνομα, απλά τη λέω η πόλη μου. Δεν ξέρω που είναι, ούτε και μ’ ενδιαφέρει, αρκεί που μένω εδώ και περνώ ωραία.

Όσοι καταφέρνουν να με δουν, κοιτούν περίεργα, εξαιτίας μάλλον των μακριών μαλλιών και της γενειάδας που έχω αφήσει. Κανείς όμως δεν με φοβάται. Ίσως φταίει το καλοσυνάτο ύφος μου και η λεπτή κορμοστασιά μου που με κάνουν να δείχνω σαν τους άγιους στις εικόνες.

Ορισμένοι λένε πως είμαι οικολόγος, άλλοι λένε πως είμαι αναρχικός και άλλοι τρελός. Κανένας όμως δεν έχει δίκιο γιατί απλά δεν είμαι τίποτα. Είμαι ένας ελεύθερο πνεύμα που δεν γουστάρει πολύ τους άλλους ανθρώπους, ειδικά αυτούς που δεν ξέρει. Δεν είμαι μισάνθρωπος, απλά δεν θέλω πολλά-πολλά με όλο τον κόσμο. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου ως υπαρξιστή αλλά το μετάνιωσα. Δεν μου άρεσε και δεν με αντιπροσώπευε.

Τέλος πάντων, το όνομα μου, όπως σας είπα, είναι Κόκκινος Γιώργος. Δεν σκέφτηκα ποτέ να το αλλάξω γιατί μου άρεσε. Το Κόκκινος μου το κόλλησαν κάτι φίλοι ή μάλλον κάτι περαστικοί που τους ονόμασα φίλους, γιατί πήραν μόνοι τους το θάρρος να μου δώσουν ένα δεύτερο όνομα, εκτός από το κανονικό μου. Ποιος άλλος, εκτός από φίλος, θα τολμούσε να το κάνει αυτό άλλωστε;

Το όνομα αυτό, που λέτε, το πήρα εξαιτίας ενός ποδηλάτου που έχω. Ένα Κόκκινο ποδήλατο που το έβαψα μόνος μου.

Είναι σαν κι αυτά που είχαν παλιά οι ταχυδρόμοι. Το βρήκα σε μια άκρη, παρατημένο για την ακρίβεια, ακουμπισμένο σ’ ένα τοίχο. Κάποιος το είχε αφήσει για κάποιο λόγο. Το έβλεπα, ούτε θυμάμαι για πόσο χρόνο, σκουριασμένο, ξεθωριασμένο και ξεχαρβαλωμένο. Ήταν σα να με περίμενε και να μου ζητούσε να το πάρω και γι’ αυτό το πήρα. Το τσούλησα μέχρι το σπίτι μου, αυτή τη παράγκα που δουλεύω, και βρήκα ένα σπρέι με το αγαπημένο μου χρώμα, κατά τύχη, στο δρόμο. Το πήρα και αυτό μαζί μου και γύρισα πίσω όπως σας είπα.

Το έπλυνα, το καθάρισα, το στέγνωσα και μετά το έβαψα. Αυτό καθόταν ακίνητο και δεχόταν τη μπογιά επάνω του σαν παιδάκι που το πλένει η μαμά του και μετά, το μετά έχει σημασία, το καβάλησα και βγήκα στους γύρω δρόμους για να το πάω βόλτα.

Μόλις άρχισα να κάνω πετάλι τριγύρω, όλοι με κοιτούσαν με θαυμασμό. Σα να έγινα άλλος άνθρωπος. Όχι ότι έβγαινα πολλές φορές από το μέρος που ζω, αλλά να, την ημέρα που το οδήγησα για πρώτη φορά, καμαρώναμε και οι δυο.

Δεν ξέρω, πάντως εκείνη τη στιγμή θα ορκιζόμουν πως το ποδήλατο μου δεν πατούσε στο έδαφος. Ναι, αλήθεια σας λέω. Ένιωθα ότι έκανα πετάλι αλλά αυτό κυλούσε με το δικό του ρυθμό, όπως θα έκανε ένα ιπτάμενο χαλί και αυτό μ’ έκανε να νιώθω υπέροχα.

Έτσι, από τότε, όσοι με έβλεπαν με φώναζαν ο «Κόκκινος Γιώργος», γιατί γίναμε αχώριστοι φίλοι. Δεν υπήρχε Γιώργος πια χωρίς τον Κόκκινο, ούτε Κόκκινος χωρίς το Γιώργο. Δεν πάω σχεδόν ποτέ πουθενά μόνος μου αλλά κι αυτός χωρίς εμένα. Όταν κάθομαι σπίτι και δουλεύω, με περιμένει υπομονετικά ακουμπισμένος στο τοιχάκι ή στο δέντρο, και περιμένει, και περιμένει, και περιμένει, μέχρι να πάω να τον χαϊδέψω, να διώξω την σκόνη από πάνω του. Ο Κόκκινος δεν πάει πουθενά μόνος του, αν κι εγώ θα ορκιζόμουν πως μερικές φορές μου την κοπανάει τις νύχτες.

Τα βράδια που ο Κόκκινος κοιμάται στον κορμό του δέντρου, όταν δεν έχουμε καμία ρομαντική έξοδο δίπλα στο ποτάμι, εγώ κάθομαι στο μικρό σκαμπουδάκι μου και σκαλίζω διάφορα ξυλαράκια. Μου αρέσει να σκαλίζω άμορφα κομμάτια από ξύλο και να τους δίνω ζωή, μορφή και υπόσταση. Νιώθω σαν μικρός θεός.

Εκείνες τις ώρες, με τη μικρή λάμπα πετρελαίου που έχω πλάι μου, θυμάμαι την οικογένεια μου. Αναπολώ τις παιδικές μου στιγμές και ονειρεύομαι με ανοιχτά τα μάτια τη ζωή τους σήμερα. Έχω να τους δω πολύ καιρό αλλά ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία για μένα. Είναι ήδη δεκατρία χρόνια που λείπω από κοντά τους, μα δεν έχει καμία σημασία, ακόμα και εκατό να ήταν, για μένα θα είναι το ίδιο.

Άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια είμαι εικοσιεννιά χρονών ούτε μέρα παραπάνω. Θα με ρωτήσετε πως γίνετε… Ε λοιπόν, τα πάντα γίνονται, αλλά δεν το ξέρουμε.

Όλο αυτό το διάστημα έκανα αυτό που ήθελα να κάνω πάντα. Να είμαι ατημέλητος, χωρίς έννοιες και να ζω μέσα στη φύση. Τουρίστα θα με ονόμαζαν ορισμένοι καθώς πρέπει, περίεργο μερικοί άλλοι. Δεν μ’ ενδιαφέρει όμως, οι άνθρωποι πάντα έχουν την τάση να χαρακτηρίζουν. Τώρα όμως δεν μπορούν. Τα μακριά μου γένια έχουν γκριζάρει λίγο, όπως και τα μαλλιά μου. Εγώ τα έχω αφήσει να γκριζάρουν γιατί μου αρέσει. Σας είπα, εδώ ο χρόνος δεν έχει καμία, μα καμία, σημασία. Αύριο αν θέλω τα κάνω ξανθά, μαύρα, κόκκινα όπως το ποδήλατο μου. Αν θέλω γίνομαι ψηλός, κοντός, λιγνός, χοντρός, αλλά κι αυτό δεν έχει σημασία.

Εδώ που είμαι κάνω ότι θέλω, όποτε θέλω. Κι όμως αυτά που θέλω είναι ελάχιστα. Δεν μ’ ενδιαφέρει η διασκέδαση ή οτιδήποτε άλλο. Στο κάτω-κάτω μέχρι τα είκοσι μου τα είχα κάνει σχεδόν όλα. Εδώ άκουσα πρώτη φορά γι’ ανυπότακτους ποιητές και συγγραφείς σαν τον Μπουκόφσκι και άλλους. Για την ακρίβεια τους συνάντησα και μου απάγγειλαν μερικά από αυτά που είχαν γράψει. Μιλήσαμε αρκετά για τη ζωή τους και για όσα είχαν βιώσει και μου άρεσε, όχι γιατί έγραφαν ωραία αλλά γιατί είχαν πάρει χαμπάρι πως ήταν ο κόσμος και τον δούλευαν καταλλήλως.

Τους σύγκρινα με τον αυτό μου και είδα ότι είχαμε πολλά κοινά, εκτός από το γράψιμο. Το βαριέμαι πολύ το γράψιμο. Έχω ένα δικό μου άνθρωπο που έχω αφήσει πίσω που γράφει, όχι συνέχεια αλλά γράφει. Κατά διαστήματα γράφει και για μένα αλλά περισσότερο μιλάει για μένα. Είναι από αυτούς που με αγαπάνε αλλά ποτέ δεν μου το είπε, ούτε εγώ βέβαια.

Κρίμα, αυτός ο εγωισμός δεν σε αφήνει να γίνεις σοφός. Αυτή τη στιγμή νιώθω σοφός και είμαι έτοιμος να πω ότι τον αγαπώ όπως και όλους τους άλλους που με σκέφτονται αλλά είναι μακριά.

Κάποια βράδια που έχω διάθεση, παίρνω τον Κόκκινο και πάμε βόλτα. Του λέω να πετάξει σαν μαγικό χαλί και το κάνει. Πάω αθόρυβα στο παλιό μου σπίτι, στην παλιά μου γειτονιά και τους βλέπω όλους. Βλέπω την κόρη μου και τη θαυμάζω όπως έχει μεγαλώσει και της ψιθυρίζω γλυκά στο αυτί όταν κοιμάται πως την αγαπώ και πως την προσέχω κι ας μην το ξέρει. Εκμεταλλεύομαι το σκοτάδι και περνώ από όλους όσους σκέφτομαι με στοργή, βλέποντας τους την ώρα του ύπνου. Τι γαλήνια που κοιμούνται…

Καμιά φορά ακούω τον Κόκκινο να μου ζητά να χτυπήσω το κουδουνάκι του και το κάνω, έτσι ώστε να καταλάβουν ότι πέρασα και να ξέρουν ότι είμαι κοντά τους κι αυτοί αντιδρούν με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού τους, σα να ένιωσαν την παρουσία μου.

Ύστερα, γυρνώ ήσυχος πίσω στο μέρος μου, για να συνεχίσω αυτό που κάνω. Κάθομαι στο σκαμνάκι μου και σκαλίζω τις μορφές τους, αλλά και διάφορα ζωάκια και πουλάκια.

Πάντα είχα αδυναμία στα πουλάκια, γι’ αυτό κι έχω το δάσος μου γεμάτο από αυτά. Θέλω να τα’ ακούω να τιτιβίζουν ελεύθερα κι ευτυχισμένα σαν κι εμένα. Παλιά δεν είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό αλλά τώρα τα έχω να πετούν γύρω μου. Μαζί μου έχω πάρει τα σκυλιά μου και τον αγαπημένο μου παπαγάλο που τον έλεγαν κι αυτόν Γιώργο. Μόλις νυχτώνει, κάθομαι παρέα δίπλα του και του μαθαίνω να μιλάει, να λέει λέξεις και ο Κόκκινος λες και το αντιλαμβάνεται μας φωτίζει γλυκά με το φανάρι του.

Δεν θέλω ανθρώπους άλλους κοντά μου, μ’ αρέσει να τους βλέπω να περνούν μακρύτερα από εμένα και να τους κοιτώ να φεύγουν. Κάθομαι εδώ και περιμένω τους δικούς μου. Για μένα δεν έχει σημασία ο χρόνος και δεν θ’ αργήσει πολύ η μέρα που θα τους ξαναδώ. Για το λόγο αυτό έχω κρατήσει μερικά σκαμπουδάκια που έχω φτιάξει μόνος μου, για να τους φιλοξενήσω.

Είμαι σίγουρος πως όταν έρθουν και βρεθούμε όλοι μαζί, θ’ αγκαλιαστούμε, θα φιληθούμε, θα μιλάμε όλη μέρα και θα είμαστε ευτυχισμένοι. Δεν θα ξεκολλάμε ο ένας από τον άλλον, μέχρι να έρθει η ώρα να χωρίσουμε πάλι, να πάμε κάπου αλλού.

Επίσης, είμαι σίγουρος ότι, δεν θα παραξενευτούν που θα με δουν, ούτε θα έχουν πρόβλημα να με γνωρίσουν, γιατί θα έχω την ίδια μορφή, όπως τότε που έφυγα.

Ακόμα θυμάμαι ένα ποίημα που μου είχαν γράψει για να με ξεπροβοδίσουν, όταν έφυγα…

«Ήμουν ευαίσθητος πολύ ήθελα τα λουλούδια
Τη φύση τα πουλάκια της και τα παλιά τραγούδια

Σαν τους τουρίστες που περνούν από της γης τα μέρη
Δεν ήξερα πως η ζωή αλλιώς θα μου τα φέρει

Όσοι με πίκρανα πολύ εγώ τους συγχωράω
Κι ότι αυτοί μου στέρησαν το βρίσκω εκεί που πάω»

Μακάρι να είχαν όλοι κάποιον να τους γράψει κάτι, την ημέρα που φεύγουν και τόσα χρόνια μετά να το θυμούνται ακόμα…

Το όνομα μου είναι Γιώργος, Κόκκινος Γιώργος και πάντα έτσι ήμουν…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις