imageΜπουνιές, κλωτσιές, μαύρες κουκούλες, κόκκινα κεφάλια γεμάτα αίματα, γκλοπ και ρόπαλα ν’ ανεβοκατεβαίνουν, άνθρωποι να τρέχουν σαν φοβισμένα σκυλιά στα στενάκια και στις σκάλες του μετρό, φωτιές ν’ ανάβουν και κανείς να μην σβήνει τον πανικό.

Διαδήλωση θα λέγανε κάποιοι, μακελειό κάποιοι άλλοι, επιβολή της τάξης οι πολιτικοί. Ζούμε σ’ ένα κράτος που πρέπει να υπάρχει τάξη ακούω να διαλαλούν με μεγαλοστομία οι μεταξωτές γραβάτες, οι «πατερούληδες» που μας κάνουν «ντα» όταν δεν είμαστε «καλά παιδιά», όταν ζητούμε κάτι που δεν πρέπει να πάρουμε γιατί ο μπαμπάς θέλει να πληρώσει το κινητό για να μιλάει με τη γκόμενα και η μαμά να ψωνίσει καλλυντικά για να μην έχει ο μπαμπάς γκόμενα ή για να νιώσει επιθυμητή.

Έτσι, μας κόβουν το γάλα, το γλυκό, το φαγητό γιατί δεν φτάνουν αλλά η γραβάτα του μπαμπά είναι πάλι καινούργια, το αυτοκίνητο 4000 κυβικά υβριδικό και το κινητό 1000ης γενιάς για να μπαίνει στο ιντερνέτ όταν είναι στο δρόμο και κάθε Σάββατο πάει στο καζίνο.

Τα δάνεια πέφτουν βροχή αλλά όχι για μας τα κακομαθημένα που ζητούμε να μας πάρουν ένα ζευγάρι παπούτσια που έχουν τρυπήσει. Και το ξύλο πέφτει κι αυτό βροχή. Οι ανάγκες των «γονιών» είναι πάντα πιο μεγάλες. Αυτοί «ξέρουν καλύτερα».

«Δεν έχουμε κακομαθημένο…» μου φωνάζει ο «πατερούλης» και συνεχίζει να χασκογελά στο κινητό λέγοντας γλυκόλογα στο αίσθημα. Με σταματά έξω από ένα κοσμηματοπωλείο και ψωνίζει ένα χρυσό ρολόι για τον εαυτό του κι ένα κολιέ για μια από τις γυναίκες του. Δεν ξέρει ακόμα αν θα το δώσει στη νόμιμη ή την παράνομη αλλά το αγοράζει γιατί «λεφτά υπάρχουν»…

Του ζητώ ένα καλαμπόκι από μια φουφού στο Σύνταγμα και με χτυπά, του το ξαναζητώ και με σπάζει στο ξύλο. Το κεφάλι μου ματώνει. Κι επειδή βαριέται να με χτυπά και θέλει να καπνίσει το πανάκριβο πούρο του, δίνει εντολή σ’ έναν υπάλληλο του με στολή να με νουθετήσει, να με κάνει «ντα», να μάθω να είμαι «καλό παιδί».

Και αυτός με κάνει «ντα» και σταματημό δεν έχει. Τρέχω να ξεφύγω κι αυτός με κυνηγά και με χτυπά. Ο «πατερούλης» ήσυχος, ξέρει ότι ο υπάλληλος δεν θα με σκοτώσει, με χρειάζεται, γιατί όταν θέλει να πάρει δάνειο για πάρτι του με δείχνει στις τράπεζες και κλαίγεται λέγοντας πως είμαστε μίζεροι, άθλιοι και αυτές του δίνουν.

Θα μου αφήσει λέει κληρονομιά αλλά με έχει στο σπιτάκι του κήπου να μένω. Λέει πως όλα θα γίνουν δικά μου αλλά εγώ ξέρω πως δεν πρέπει να τα πάρω γιατί όλα είναι χρεωμένα. Με χρεώνει και με βασανίζει για να ζήσει αυτός καλά με την υπόσχεση ότι θα πάρω τη βίλα του όταν πεθάνει.

Δεν θέλω τη βίλα του, θέλω την ησυχία μου αλλά αυτός δεν ενδιαφέρεται. Θέλω να βγω στους δρόμους να ζητιανεύω για μένα και όχι γι’ αυτόν αλλά δεν με αφήνει.

Μας έχει σχεδόν δέκα εκατομμύρια παιδιά αλυσοδεμένα και μας περιφέρει σαν τσίρκο για να περνάει καλά. Να τον πιστεύουν ότι έχει υποχρεώσεις. Παίρνει λεφτά για μας αλλά τα τρώει μόνος και μας πετάει ένα ξεροκόμματο γιατί εμείς «δεν ξέρουμε», όπως λέει. Μας μάζεψε από τους δρόμους και μας έκανε την τιμή να μας υιοθετήσει γιατί μας λυπήθηκε, λέει…

Έχει και άλλα παιδιά. Με αυτά όμως έχει συγγένεια και τα φροντίζει. Είναι λίγα και τρώνε μαζί του. Κι ο σκύλος μαζί του τρώει. Κι όταν αντιδρούμε μας φωνάζει «λαϊκιστές, αχάριστους, τεμπέληδες» και μας κλωτσά και μας ματώνει…

Μπαμπά, θέλω να μείνω ορφανός!

Κάνε μου αυτή την τελευταία χάρη και δεν θα σου ζητήσω τίποτα άλλο…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις