imageΈνας άνθρωπος μόνος, τρελός, μιλάει στον αέρα κι αυτός ακόμα πιο τρελός, τον ακούει. Στέκεται αδιάφορα μέσα στον κόσμο κι όμως συνεχίζει να μιλά γελώντας και χειρονομώντας στο βοριαδάκι, που μεταφέρει σιωπηλά τ’ ασύνδετα λόγια του στ’ αυτιά μου.

Σταματημένος στο φανάρι, τον ακούω αλλά δεν τον καταλαβαίνω, παρόλο που είναι κοντά στο παράθυρό μου. Ο αέρας όμως μπορεί. Τριγυρνά γύρω του και συζητά μαζί του, κι αυτός τον καταλαβαίνει από το άγγιγμα του στο πρόσωπο και τα χέρια.

Συντροφιά, στέκουν στη νησίδα στη μέση του δρόμου και κρατούν παρέα ο ένας στον άλλον.

«Σ’ ακούω, δεν είσαι τρελός» αφουγκράζομαι να του λέει ο άνεμος κρυφά στ’ αυτί σαν ερωμένη «δεν είσαι τρελός, συνέχισε, εγώ σ’ ακούω…»

Κι αυτός συνεχίζει να βγάζει λόγους μέσα στο μισοσκόταδο και τ’ αυτοκίνητα να περνούν από δίπλα του στο αντίθετο ρεύμα και οι οδηγοί να τον κοιτούν φευγαλέα. Κανείς δεν θα τον θυμάται σε λίγο.

Αυτός όμως δεν θα τους θυμάται ούτε για λίγο γιατί δεν τους βλέπει. Με το σαστισμένο βλέμμα του θωρεί μόνο τον αέρα που του ανακατεύει τα μαλλιά, που του μπερδεύει τα λόγια.

Τον φαντάζομαι να του λέει τον πόνο του, την πίκρα του και τη χαρά του. Σ’ αυτόν που θα το μεταφέρει παντού αλλά δεν θα το πει πουθενά. Στον φίλο και σύντροφο του, που άλλοτε είναι η γλυκιά του παρηγοριά κι άλλοτε το ξέσπασμα του.

Το βλέπω στο απλανές κοίταγμά του, στις ανύποπτες και νευρικές κινήσεις του.

Έχει πάψει πια να μιλά σε ανθρώπους. Δεν τον καταλαβαίνουν, δεν τον ακούν, δεν του δίνουν καμία σημασία. Τα λόγια του, μου στέλνονται μπερδεμένα, χωρίς ειρμό, χωρίς συνέχεια αλλά τι είναι ο ειρμός και η συνέχεια; Αυτό που έχω στο δικό μου μυαλό ή στο δικό του;

Δεν βγάζω νόημα, προσπαθώ να τον συμπονέσω και τον συμπονώ αλλά ουσιαστικά δεν το κάνω γιατί δεν ξέρω τι θέλει να πει. Ίσως και ο ίδιος να μην θέλει να ξέρω τι λέει. Ίσως ν’ αποζητά τη μυστικότητα, το άνοιγμα του μυαλού στο δικό του θεό, στην ενόραση του.

Κατεβάζω το τζάμι να τον ακούσω καλύτερα και με πιάνει ο αγέρας και με χαϊδεύει. Προσπαθεί να μου ψιθυρίσει κάτι στο αυτί και μου δίνει την πνοή του. Θέλει να με κάνει να ξεστομίσω φράσεις, λόγια, νοήματα ασυνάρτητα που κρύβω κι από τον εαυτό μου. Να του πω τα μυστικά μου, ν’ αδειάσω το μυαλό μου στο φύσημά του.

Ζηλεύω τον τρελό που μπορεί και το πράττει.

Κάνω μια προσπάθεια να του μιλήσω αλλά βλέπω τους άλλους γύρω μου και διστάζω. Δεν θέλω να πιστέψουν ότι έχασα τα λογικά μου σαν κι εκείνον.

Κάνω άλλη μια κρυφή προσπάθεια να τον μιμηθώ και να νιώσω τα δικά του συναισθήματα. Να έρθω πιο κοντά του, να μπω μέσα στο μυαλό του.

Ντρέπομαι, θέλω να κάνω ότι κάνει κι αυτός αλλά δεν μπορώ. Ζορίζω τον εαυτό μου ν’ αρχίσω να ρίχνω μοναχικές κουβέντες, να πετάω λόγια, μα δεν μπορώ.

Θέλω πολύ να το κάνω, παλεύω μέσα μου, μα και πάλι κάτι με κρατά.

Θέλω κι εγώ να γίνω φίλος του ανέμου…

Το φανάρι ακόμα κόκκινο κι εγώ περιμένω και πασχίζω μέσα μου. Πληγώνω την ψυχή μου, πιέζω το μυαλό μου ν’ απελευθερωθώ!

Νιώθω να θέλω να ξεσπάσω, να εκραγώ!

Ανάβει πράσινο. Λίγο πριν ξεκινήσω, ασυναίσθητα, βγάζω μια μεγάλη κραυγή από το ανοιχτό παράθυρο, η οποία ξεχύνεται στα πέρατα του δρόμου.

Όλοι τριγύρω γυρνούν και με κοιτούν, μαζί κι ο μοναχικός λαλίστατος σύντροφος του ανέμου.

Τον κοιτώ με τη σειρά μου. Έχει πλέον σωπάσει για ένα δευτερόλεπτο και με προσέχει. Αισθάνομαι να με καταλαβαίνει, όπως τον κατάλαβα κι εγώ.

Του χαμογελώ αμυδρά και τον ακούω να μου λέει καθαρά «τι φωνάζεις ρε τρελέ;» και να συνεχίζει πιάνοντας το αδιόρατο Bluetooth στο αυτί του «συγνώμη αγάπη μου, τι είπες μόλις τώρα; Δεν άκουσα, ένας τρελός από ένα αυτοκίνητο μόλις ούρλιαξε…»


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις