imageΗ νέα ερωτική απογοήτευση, που επανέφερε ο παλιός έρωτας, έκανε τον Πέτρο να νιώσει σμπαραλιασμένος, σωματικά και ψυχολογικά. Μια σφοδρή σύγκρουση συνέβαινε στο μυαλό του, η οποία χτύπησε την ψυχή του και τον έριξε σε μελαγχολία. Πίστευε ότι ήταν καταδικασμένος από τη μοίρα να μην γνωρίσει ποτέ τον πραγματικό έρωτα, την αγάπη, να αισθανθεί την καρδιά του να σκιρτά όπως όταν ήταν νέος. Έβλεπε τα χρόνια να περνούν μπροστά από τα μάτια του σαν ταινία και τα ένιωσε χαμένα. Τόσα χρόνια άσκοπα, βαλμένα στην άκρη, μέσα σε ψεύτικα όνειρα και πληγές που είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο κυνήγι της χίμαιρας.

Στην απόλυτη σιγή της μοναξιάς, άκουσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά μέσα στ’ αυτιά του. Μια πίεση, σαν από πόδι ελέφαντα, στο στήθος, του έκοψε την ανάσα. Θυμήθηκε ότι είχε διαβάσει σ’ ένα από τα email που έρχονταν κατά καιρούς ότι αυτά ήταν ανησυχητικά σημάδια και άρχισε να πράττει όπως έλεγαν στο μήνυμα. Έβηχε δυνατά και χτυπούσε το στήθος του, προσπαθώντας να επαναφέρει τον οργανισμό του στην πρότερη κατάσταση.

Προσπάθησε να φτάσει το τηλέφωνο ή την πόρτα αλλά δεν τα κατάφερε. Είδε τον κόσμο να γυρνά γύρω του και τον έχασε από μπροστά του.

Όταν άνοιξε και πάλι τα μάτια του βρισκόταν στο νοσοκομείο, γυμνός και σκεπασμένος μ’ ένα πράσινο σεντόνι, σ’ ένα από τα κρεβάτια της εντατικής.

«Που είμαι;» ρώτησε μια νοσοκόμα που ήταν κοντά.

«Στον Ερυθρό Σταυρό κύριε» του απάντησε, συνεχίζοντας τη δουλειά της.

«Στον Ερυθρό Σταυρό; Τι έγινε;»

«Αυτό θα σας το πει ο γιατρός. Δεν έχω τέτοια αρμοδιότητα. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ»

Τα σωληνάκια που έβγαιναν από τα χέρια του πρόδιδαν ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Η νοσοκόμα του άλλαξε τον ορό πάνω από το κεφάλι του και του πήρε την πίεση.

«Πόσο έχω;»

«12 με 8»

«Είναι καλό αυτό;»

«Μια χαρά» του απάντησε και του έχωσε ένα κρύο θερμόμετρο στη μασχάλη.

Ο Πέτρος κοίταξε το ταβάνι και την κουρτίνα που τον χώριζε από το διπλανό κρεβάτι. Δύο ακίνητα πόδια εξείχαν από την άκρη της κι ένα βαρύ ροχαλητό αναμεμιγμένο μ’ ένα μουγκρητό ακούγονταν από πίσω της.

Κοίταξε δεξιά του και είδε τον ήλιο έξω από το παράθυρο. Παρατήρησε τον ουρανό. Πρώτη φορά έβλεπε από τέτοιο σημείο τον ουρανό. Δεν θυμόταν να είχε βρεθεί ποτέ σε παρόμοια κατάσταση, ούτε καν τι είχε γίνει στο διαμέρισμά του.

Με χαμένο το βλέμμα του στο γαλάζιο παρατηρούσε τα λιγοστά συννεφάκια να κόβουν βόλτες πάνω του και να αλλάζουν σχήματα προϊδεάζοντας για την αλλαγή του καιρού. Ένα πουλάκι έκατσε έξω από το παράθυρο του και άρχισε να τσιμπά μερικά ψίχουλα, κατάλοιπο του γεύματος του προσωπικού που τα φρόντιζε κρυφά.

Μια βραχνή φωνή τον επανέφερε στην τάξη.

«Πως πάει;» ρώτησε ο γιατρός που ερχόταν, τη νοσοκόμα.

«Καλά» του απάντησε.

Όταν έφτασε δίπλα στο κρεβάτι, του έπιασε τον καρπό για να δει τον σφυγμό του και του τράβηξε δυνατά τα βλέφαρα με τα χοντρά δάχτυλά του που μύριζαν κρεμμύδι.

«Γιατρέ σουβλάκια έτρωγες;»

«Που το κατάλαβες; Μυρίζω;» τον ρώτησε και μύρισε το πέτο της ρόμπας του.

«Τα δάχτυλα σου…»

«Α, μάλιστα. Αδελφή, φέρε σε παρακαλώ ένα αρωματικό μαντηλάκι»

Σκούπισε τα χέρια του και τα μύρισε, όπως έκανε το πέτο της λευκής ρόμπας.

«Τώρα μάλιστα. Ωραία!» αποκρίθηκε ικανοποιημένος και συνέχισε «Λοιπόν κύριε Τάραχε, περάσατε ένα μικρό, ίσως όχι και τόσο μικρό, εμφραγματάκι. Ταραχτήκατε με λίγα λόγια» είπε χαζογελώντας με το λογοπαίγνιο του.

«Όταν λες μικρό γιατρέ, πόσο μικρό;»

«Ε, ήταν αρκετά σοβαρό αλλά θα πρέπει να προσέξετε γιατί την άλλη φορά ίσως δεν είστε τόσο τυχερός…»

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, ευτυχώς που σας έφεραν έγκαιρα. Θα πρέπει να αλλάξετε τρόπο ζωής. Αυτά που ξέρατε πρέπει να τα ξεχάσετε. Τακτικές εξετάσεις, κομμένα τα ξενύχτια και οι κραιπάλες, οι πολλές γυναίκες, τα ποτά, τα τσιγάρα και η λιπαρή διατροφή και λίγη γυμναστική καθημερινά. Όταν πάρετε εξιτήριο θα σας δώσω ακριβείς οδηγίες»

«Μα γιατρέ, εγώ δεν έκανα ποτέ αυτή τη ζωή που λέτε, πάντα ήμουν μετρημένος»

«Κύριε Τάραχε δεν θα κάνουμε κουβέντα τώρα, η καρδιά σας είναι ταλαιπωρημένη. Ίσως είναι κληρονομικό. Στην ηλικία που είστε πρέπει να προσέχετε. Μετά τα σαράντα…»

«Μα δεν έχει κανείς από την οικογένεια μου καρδιακό πρόβλημα»

«Αγαπητέ μου επιτρέψτε μου να ξέρω καλύτερα. Δεν σπούδασα τόσα χρόνια για πλάκα!»

«Μα γιατρέ…»

«Είπα και λάλησα. Έχω και άλλους ασθενείς να δω. Θα σας δω πάλι πριν φύγω…» δήλωσε ο γιατρός και χωρίς να του δώσει άλλη σημασία χαζολόγησε λίγο παραπέρα με τη νοσοκόμα που ένιωθε να γαργαλιέται από τα κρύα αστεία του και έφυγε.

Πίσω από τα γυμνά πόδια του διπλανού του είδε μια γνώριμη φιγούρα με πράσινο χάρτινο σκουφάκι και αντίστοιχη ρόμπα και καλύμματα στα παπούτσια, να ξεπροβάλλει. Ήταν ο ξάδελφος του. Ένιωσε μια χαρά να τον πλημμυρίζει βλέποντας τον. Ήταν το πρώτο οικείο πρόσωπο που αντίκριζε σε αυτή την κρύα αίθουσα.

«Νίκο» του φώναξε με χαρά όσο εκείνος έσκυβε να τον φιλήσει.

«Πως είσαι τώρα Πέτρο;»

«Καλά αλλά δεν θυμάμαι τίποτα, Τι έγινε; Ο γιατρός μου είπε για έμφραγμα…»

«Ναι, είναι αλήθεια,. Πέρασες ένα έμφραγμα αλλά θα γίνεις καλά. Τη σκαπούλαρες…»

«Πως; Ποιος με έφερε εδώ;»

«Εγώ. Ερχόμουν να σε βρω όταν είδα να βγαίνει από την πολυκατοικία αυτή η παλιά σου γκόμενα με το περίεργο όνομα, πως τη λένε ρε συ;»

«Τερφονία»

«Ναι αυτή. Ανέβηκα επάνω και χτύπησα την πόρτα αρκετές φορές αλλά δεν πήρα απάντηση. Ανησύχησα και πήγα να βρω τον διαχειριστή. Μαζί ανοίξαμε την πόρτα και σε βρήκαμε γυμνό μπρούμυτα στο πάτωμα. Προσπάθησα να σε συνεφέρω αλλά τίποτα. Σε βάλαμε στο αυτοκίνητο του, γιατί αν περιμέναμε ασθενοφόρο θα ήσουν μακαρίτης, και σε φέραμε»

«Αναίσθητος;»

«Ναι αναίσθητος και γυμνός»

«Φροντίσατε τουλάχιστον να με σκεπάσετε με κάτι;»

«Τι λες ρε Πέτρο; Εδώ η καρδιά μας πήγε στην κούλουρη. Είχες αρχίζεις να μελανιάζεις και τα κάναμε πάνω μας. Που καιρός για τέτοια;»

«Πω, πω θα με είδε όλος ο κόσμος ξεβράκωτο»

«Ναι, αυτό σε απασχολεί τώρα…»

«Όχι, αλλά έχουμε και ένα κύρος…»

«Πέτρο άσε τις σαχλαμάρες και σοβαρέψου. Πρέπει να σκεφτείς καλά ότι δεν είσαι πλέον είκοσι χρόνων, ούτε μπορείς να ζεις τελείως μόνος σου. Τα χρόνια περνάνε και είναι καιρός να το καταλάβεις. Άσπρισαν τα μαλλιά σου κι εσύ ακόμα το βιολί σου. Φρόντισε ν’ αλλάξεις τρόπο ζωής και σκεπτικό…»

«Και τι να κάνω ρε Νίκο;»

«Κατ’ αρχάς ν’ αλλάξεις τρόπο ζωής»

«Μα δεν έκανα τίποτα»

«Αυτό είναι το πρόβλημα, ότι δεν έκανες τίποτα. Σ’ έφαγε η μούχλα και η μοναξιά και με το πρώτο ζόρι τα έπαιξες…»

«Αν εννοείς ζόρι το ότι κάναμε έρωτα με την Τερφονία τότε κάνεις λάθος. Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά και ήταν υπέροχο»

«Πέτρο, δεν είναι μόνο ο έρωτας, πρέπει να ωριμάσεις συναισθηματικά. Δεν μπορεί κάθε φορά που βλέπεις έναν παλιό έρωτα να γίνεσαι σμπαράλια. Δεν μπορεί να ζεις έτσι μίζερα. Κάνεις κακό στον εαυτό σου. Πρέπει να γίνεις πιο κοινωνικός και πιο σκληρός. Την επόμενη φορά ίσως να μην είναι κάποιος κοντά. Οι γιατροί που μίλησα…»

«Αν εννοείς αυτό τον χασάπη που έφυγε πριν από λίγο…» τον διέκοψε.

«Όχι αυτόν. Οι άλλοι που σε ανέλαβαν μόλις ήρθες. Μου είπαν ότι το πιθανότερο είναι να οφείλεται σε ψυχολογικούς λόγους και όχι τόσο σε σωματικούς, όταν τους είπα το ιστορικό σου και μερικά πράγματα για σένα»

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, η συναισθηματική σου φόρτιση με την Τερφονία και η σεξουαλική πράξη σε οδήγησαν στο έμφραγμα»

«Λες;»

«Όχι λέω, είμαι σίγουρος ότι έτσι είναι. Λοιπόν τώρα ξεκουράσου και αυτά θα τα πούμε όταν με το καλό βγεις αύριο το πρωί»

«Θα βγω αύριο;» ρώτησε περιχαρής.

«Ναι αύριο. Και ένα τελευταίο»

«Τι;»

«Ξέχνα ποια τη Φόνη και την κάθε Φόνη και θυμήσου τον Πέτρο που τον έχεις ξεχάσεις κάπου βαθιά μέσα σου. Ψάξε να τον βρεις…»

Με αυτά τα λόγια ο Νίκος άφησε τον ξάδελφο του να τον κοιτά προβληματισμένος να φεύγει και να χάνεται πίσω από την κουρτίνα προς την έξοδο.

 

Συνεχίζεται…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις