imageΤο επόμενο πρωί, ξεκούραστος από τον βαθύ ύπνο, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Τεντώθηκε, ξύθηκε σε όλο του το κορμί μ’ ευλάβεια και σκούπισε την τσίμπλα από το μάτι.

Κατόπιν, κατευθύνθηκε προς ένα σερβάν που του είχε αφήσει μαζί με το διαμέρισμα κληρονομιά η μάνα του. Άνοιξε το ντουλάπι και ξετρύπωσε μέσα από ένα μεταλλικό κουτί, ένα από τα τσιγάρα που κρατούσε για ώρα ανάγκης. Αυτό το κουτί από σοκολατένια πουράκια του είχε φανεί σωτήριο σε δύσκολες περιόδους. Εκεί έκρυβε τσιγάρα από τις τράκες που έκανε, δήθεν για το δρόμο, όταν ήταν με κανέναν φίλο που κουβαλούσε γεμάτο πακέτο. Ακόμα και μερικά στριμμένα τσιγάρα φώλιαζαν μέσα του. Εκείνη τη μέρα είχε διάθεση για κάτι πιο βαρύ κι έτσι διάλεξε ένα Camel εξαμήνου, που το φυλούσε σαν παλιό καλό κρασί.

Αμφιταλαντεύτηκε για λίγο για το αν θα έπρεπε να καπνίσει ένα Rothmans ή ένα Dunhill που κρατούσε για τις εορταστικές μέρες. Αν και αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί τέτοια, το άφησε για μια ακόμα πιο εξαιρετική περίπτωση. Πήρε ένα διαφημιστικό κουτάκι σπίρτα που ήταν μαζί τους και άναψε το τσιγάρο, βγαίνοντας με τις πυτζάμες στο μπαλκόνι.

Πήρε μια βαθιά τζούρα, μαζί με αρκετό καυσαεριούχο οξυγόνο, και τα εξέπνευσε με αγαλλίαση. Ακούμπησε στα κάγκελα και σεργιάνισε τον πολύβουο δρόμο. Κρατώντας στα δάχτυλα το τσιγάρο χαιρέτησε τη νεαρή γειτόνισσα από την απέναντι πολυκατοικία που του είχε δανείσει, από καφέ μέχρι μακαρόνια, αρκετές φορές αλλά ακόμα της χρώσταγε είκοσι ευρώ δανεικά, εδώ κι ένα χρόνο. Αυτή, έκανε πως δεν τον είδε και τράβηξε τις κουρτίνες για ν’ αποφύγει περαιτέρω επαφές, οποιουδήποτε τύπου.

Κάποια στιγμή, είδε τον ψιλικατζή που κοίταγε προς το μέρος του κι αμέσως έκανε πίσω για να μην τον εντοπίσει. Χαμήλωσε το κορμί και με αργά βήματα, πλάτη-πλάτη στον τοίχο, μπήκε ύπουλα στο δωμάτιο, σφραγίζοντας την έξοδο προς την ελευθερία και τους δανειστές.

Ο κυρ Μιχάλης που διατηρούσε το ψιλικατζίδικο, πάντα δεχόταν βερεσέ από τον Πέτρο που τον είχε καταφεσώσει. Ποτέ δεν του ζητούσε τα λεφτά γιατί ήξερε ότι κάτι τέτοιο δεν θα είχε αποτέλεσμα. Ο Πέτρος εδώ και τρεις μήνες δεν πάταγε καθόλου από το μαγαζί του, όχι γιατί φοβόταν το χρέος αλλά γιατί τον ντρεπόταν. Βλέπεις, με τη γειτόνισσα δεν αισθανόταν το ίδιο γιατί εκεί πίστευε ότι μετρούσε η γοητεία του και κατά κάποιο τρόπο ήταν υποχρεωμένη να τον πιστώνει.

Τράβηξε μερικές ρουφηξιές ακόμα, μέχρι που ήρθε και μισοκάηκε η γόπα και πήγε στο μπάνιο. Την πέταξε στη λεκάνη και αφού ανακουφίστηκε από την πρωινή ούρηση, τράβηξε το καζανάκι, αδιαφορώντας για πρώτη φορά για το λογαριασμό του νερού, αφού πλέον ήταν εργαζόμενος.

Βγαίνοντας, άκουσε με κατάπληξη το κουδούνι της πόρτας να χτυπά.

«Ποιος να είναι πρωινιάτικα;» αναρωτήθηκε και αμέσως άνοιξε την πόρτα με περίσσιο θάρρος, έτοιμος να αντιμετωπίσει ακόμα και τον διαχειριστή, αν χρειαζόταν. Ο σίγουρος μελλοντικός μισθός, του είχε δώσει την αυτοπεποίθηση που του έλειπε σε παρόμοιες καταστάσεις.

«Καλημέρα Πέτρο!» του είπε μια βραχνή φωνή.

«Καλημέρα Τερφονία. Πως και από δω;» ρώτησε έκπληκτος.

«Φόνη είπαμε Πέτρο, Φόνη! Ακόμα να το συνηθίσεις; Δεν θα μου πεις να περάσω;»

«Ναι, ναι, πέρνα μέσα. Είναι λίγο ακατάστατα βέβαια…»

«Πάντα έτσι δεν ήταν;» επισήμανε με μία δόση κακεντρέχειας και στρογγυλοκάθισε στο κρεβάτι του, τραβώντας, με τα δύο δάχτυλα από σιχαμάρα, το σεντόνι πιο πέρα.

Έβγαλε το ταγάρι που είχε στον ώμο, το ακούμπησε δίπλα της και σταυρώνοντας τα πόδια κάτω από τη μακριά ασιδέρωτη φούστα της, άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο.

«Το φαντάστηκα ότι θα μένεις ακόμα εδώ. Που αλλού να πας άλλωστε;» είπε, σνομπάροντας την κατοικία του.

«Όταν μέναμε μαζί νόμιζα ότι σου άρεσε…»

«Άλλες εποχές τότε Πέτρο, άλλες…»

«Δεν μου είπες το λόγο της επίσκεψής σου ακόμα. Δύο χρόνια έχεις εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ποιος άνεμος σε φέρνει στο σπίτι μου;»

«Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν καιρό να έρθω αλλά δεν το αποφάσιζα. Μια το τρέξιμο με το κίνημα, μια οι υποχρεώσεις με το μουσικό συγκρότημα που έχουμε, δεν προλάβαινα. Κάτσε λίγο δίπλα μου να σε δω»

Αυτός, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα της, κάθισε κοντά της στο κρεβάτι σταυρώνοντας τα χέρια ανάμεσα στα πόδια σαν σχολιαρόπαιδο.

«Περάσαμε ωραία εδώ, δεν μπορώ να πω αλλά Πέτρο οι καιροί αλλάζουν»

«Περάσαμε πολύ καλά μέχρι τη μέρα που αποφάσισες να με αφήσεις για κείνον τον ξεπλυμένο τραγουδιστή…»

«Δεν θέλω να μιλάς με αυτό τον τρόπο για τον Χρυσογόνη! Δεν είμαστε πια μαζί αλλά δεν θέλω να γίνεσαι μικροπρεπής!»

«Τι να μην γίνομαι μικροπρεπής; Που του έδωσα το θάρρος να μπαίνει σπίτι μου κι αυτός πήδηξε την κοπέλα μου, ο γύφτος, ο άπλυτος, που τα μαλλιά του ήταν ράστα από τη βρώμα;»

«Αν συνεχίσεις να μιλάς έτσι θα φύγω, στο λέω. Δεν ήρθα για να τσακωθούμε»

«Καλά, καλά θα σταματήσω…»

«Έτσι μπράβο!» είπε η Φόνη και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Πόσο καιρό δεν είσαστε μαζί;»

«Σχεδόν έξι μήνες…»

«Και είσαι μόνη;»

«Σαν την ανεμώνη» χαριτολόγησε.

«Εσύ Πέτρο;»

«Τι εγώ;»

«Εννοώ τι κάνεις όλο αυτό το διάστημα; Πόσες σχέσεις έκανες στα δύο αυτά χρόνια;»

«Καμία…»

«Καμία; Και πως τη βγάζεις;»

«Μόνος μου…»

«Μόνος σου; Δεν βρέθηκε μια κοπέλα να κάνεις σχέση;»

«Δεν το είχα στο μυαλό μου. Από τότε που χωρίσαμε, δεν…»

«Αχ, καλέ μου…» είπε συγκαταβατικά και τον τράβηξε πάνω στο στήθος της για να τον παρηγορήσει.

Αυτός την έπιασε από τη μέση και αφέθηκε στο αγκάλιασμα της. Το χέρι της σιγά-σιγά άρχισε να του χαϊδεύει την πλάτη μέσα από την μπλούζα. Σήκωσε το κεφάλι του και την φίλησε. Η Φόνη ανταποκρίθηκε αμέσως και μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν ξαπλωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, πνιγμένοι στα φιλιά.

«Φόνη μου, Φόνη μου, πόσο μου έχεις λείψει!»

«Κι εμένα Πέτρο, κι εμένα!»

«Βγάλε τα ρούχα σου, θέλω να κάνουμε έρωτα!»

«Δεν μπορώ Πέτρο να βγάλω τα ρούχα μου γιατί έχω τα ρούχα μου»

«Δεν με νοιάζει και άλλες φορές είχαμε κάνει έρωτα όταν είχες περίοδο. Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο!»

«Καλά, αφού δεν σε πειράζει τότε ας το κάνουμε γλυκέ μου!»

Η δίχρονη αποχή του Πέτρου και η εξάμηνη της Φόνης έβγαλαν από μέσα τους όλο το πάθος που κατέπνιγαν. Για δύο σχεδόν ώρες έκαναν έρωτα μέχρι που έπεσαν εξαντλημένοι στο πάτωμα, που είχαν βρεθεί μέσα στην παραζάλη τους.

«Φόνη, να σε ρωτήσω κάτι;» ρώτησε ο Πέτρος όταν είχαν πλέον χαλαρώσει.

«Πες μου»

«Λες να μπορούσαμε να τα ξαναβρούμε και να μείνουμε μαζί;»

«Δεν είναι η ώρα για τέτοια συζήτηση… Άλλωστε πρέπει να φύγω…» απάντησε και πετάχτηκε σαν ελατήριο, αρχίζοντας να ντύνεται βιαστικά.

«Κιόλας; Δεν θα μείνεις σήμερα εδώ; Θα ήθελα πολύ να μείνεις, νιώθω πολλή μοναξιά τελευταία. Να σου πω για τη νέα μου δουλειά και το μυθιστόρημα που τελειώνω, όπως κάναμε παλιά…»

«Άλλη φορά Πέτρο. Αρκέσου στην όμορφη στιγμή που είχαμε πριν λίγο. Τώρα με καλεί το κίνημα και το καθήκον. Πρέπει να σώσουμε ότι έχει απομείνει απ’ αυτή τη δύσμοιρη χώρα. Συγνώμη που θα στο πω, αλλά υπάρχουν άνθρωποι με μεγαλύτερες ανάγκες από τη μοναξιά σου…»

«Πότε θα ξαναβρεθούμε; Δεν μου άφησες ένα τηλέφωνο σου…»

«Θα σε πάρω εγώ» απάντησε η Φόνη που ήδη βρισκόταν στην πόρτα και την άνοιγε.

«Μα, δεν έχεις το καινούργιο νούμερο…»

«Θα το βρω…» του είπε κι έκλεισε με θόρυβο την πόρτα πίσω της, αφήνοντας τον μόνο με τα σκεπάσματα πάνω στο σκοροφαγωμένο χαλί.

Για άλλη μια φορά ο Πέτρος ένιωθε προδομένος. Ήταν προφανές ότι ο πρώην μεγάλος έρωτας του τον είχε χρησιμοποιήσει σαν σεξουαλικό υποκείμενο, γνωρίζοντας την αδυναμία του προς αυτόν.

Αφέθηκε να κοιτά αποχαυνωμένος το ταβάνι και τότε ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό του. Τότε σκέφθηκε, πως ίσως είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου και ότι μάλλον θα έπρεπε να σβήσει μια για πάντα το παρελθόν, όποιο και αν ήταν αυτό.

 

Συνεχίζεται…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις