imageΤα χειρόγραφα ξεφορτώθηκαν και ο ξάδελφος έφυγε. Ο Πέτρος, μόνος πια στο μικρό διαμέρισμα-γκαρσονιέρα, ξάπλωσε για λίγο στον πτυσσόμενο καναπέ που τον είχε μόνιμα ανοιχτό σαν κρεβάτι, μιας και δεν δεχόταν, σχεδόν ποτέ, επισκέψεις.

Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βάλει τις σκέψεις του σε μία τάξη, όπως έκανε όταν ένιωθε αγχωμένος.

Δεν φοβόταν μήπως δεν τα καταφέρει στη δουλειά που είχε αναλάβει. Αυτό που φοβόταν ήταν το μέλλον του. Αντί να βρίσκεται σε παρουσιάσεις για το δικό του βιβλίο είχε βρεθεί να διαβάζει χειρόγραφα άλλων υποψήφιων συγγραφέων.

Κάτι που τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα ήταν, μην τυχόν και αδικήσει έναν από τους επίδοξους συγγραφείς με την κρίση του. Ήθελε να είναι όσο πιο αντικειμενικός μπορούσε, όπως θα ήθελε να είναι και οι άλλοι με τον ίδιο. Άλλωστε στη ζωή του μπορεί να μην δούλευε γιατί απεχθανόταν αυτό το σπορ και κανείς ‘σωστός’ συγγραφέας δεν έχει και άλλο επάγγελμα, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του, αλλά δεν είχε ‘γλύψει’ ποτέ κανέναν για να ζητήσει χάρη. Είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και το ‘ταλέντο’ του που ένιωθε ότι δεν είχε αναγνωριστεί ακόμα λόγω των συγκυριών και της τελειομανίας του να τελειώσει το έργο του, το οποίο κόντευε να γίνει έπος.

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος χαλαρά και ξεκίνησε να παίρνει μικρές ρυθμικές ανάσες, όπως είχε μάθει σ’ ένα σεμινάριο αυτογνωσίας και πνευματικής διαύγειας. Η εικόνα όμως της υπεύθυνης του εκδοτικού οίκου που τον αντιμετώπισε ως ‘μικρόβιο’ δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη σκέψη του, όπως και αυτή του Νέσσου με την καθαρά επαγγελματική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Όταν ένιωσε έτοιμος, σηκώθηκε με μια αποφασιστική κίνηση λες και ήθελε να προλάβει κάτι και έβαλε τα ογκώδη χειρόγραφα στη σειρά. Προβληματίστηκε με το ποιο έπρεπε να διαβάσει πρώτο, έτσι διάλεξε ένα στην τύχη. Άρχισε να το διαβάζει προσεκτικά και να κρατά σημειώσεις σ’ ένα χαρτί. Σε λίγη ώρα το ένα χαρτί έγινε δύο και μέχρι να τελειώσει αρκετές ώρες μετά είχε μαζέψει μια ντουζίνα γραμμένες κόλλες δίπλα του. Το μυθιστόρημα που διάβασε δεν του είχε φανεί τίποτα σπουδαίο αλλά τον είχε εξαντλήσει η λεπτομερής καταγραφή των αδυναμιών του και των δυνατών του σημείων.

Κοίταξε από το παράθυρο και είδε ότι είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Παράτησε τη μελέτη και άνοιξε τον υπολογιστή, μπαίνοντας στο Facebook. Παρατήρησε ότι είχε δέκα νέα αιτήματα φιλίας μεταξύ των οποίων και ενός φίλου από το καφέ, ο οποίος είχε αποφασίσει να δικτυωθεί μετά τις προτροπές του ιδίου. Αφού τα έκανε αποδεκτά, θέλησε να ενημερώσει τους φίλους του για τη νέα του δραστηριότητα.

«Να σας ενημερώσω αγαπημένοι μου και πολύτιμοι φίλοι ότι από σήμερα έπιασα δουλειά. Είναι κάτι προσωρινό και το έκανα για να εξυπηρετήσω ένα συγγενή μου. Ίσως δεν είμαι τόσο τακτικός στην επαφή μας, για λίγο διάστημα…»

Δυο like έκαναν την εμφάνιση τους μέσα στα πρώτα δευτερόλεπτα και μέχρι να δει κάποιες δημοσιεύσεις και να ακούσει ένα τραγούδι από το YouTube, δέχθηκε το πρώτο σχόλιο.

«Το παρατήσατε το βιβλίο κύριε Πέτρο;» έγραψε μια νεαρή.

«Όχι, το βιβλίο είναι σχεδόν τελειωμένο και σε λίγο καιρό πιστεύω θα το έχετε στα χέρια σας σαν φρέσκο κουλούρι από το φούρνο»

«Να μην το κάψεις Πέτρο!» έγραψε ένας άλλος και ακολούθησε ένα ακόμα πιο περιπαιχτικό σχόλιο από έναν τρίτο.

«Σιγά, γεμίσαμε σουσάμια… J»

Κρατήθηκε να μην απαντήσει. Δεν ήθελε να χαλάσει το προφίλ του ευγενικού που είχε διαμορφώσει τα χρόνια αυτά ως εγγεγραμμένος χρήστης.

Πόσο θα ήθελε να του γράψει κάποιος ‘καλοτάξιδο’… Αυτή τη λέξη που μισούσε και θεωρούσε γελοία αλλά τη ζήλευε όταν την έβλεπε στα σχόλια ‘φίλων’ συγγραφέων που κατόρθωναν να εκδώσουν την προίκα τους. Γι’ αυτόν η έκδοση δεν ήταν απλά θέμα κύρους αλλά μια προσωπική νίκη σ’ αυτούς που τον ειρωνεύονταν, δήθεν αστειευόμενοι φιλικά.

«Καλοτάξιδο…» τι άθλια και απαίσια λέξη σκέφτηκε.

«Από πότε ταξιδεύουν τα βιβλία; Αμ το άλλο ότι τα βιβλία μας ταξιδεύουν… Τι ηλιθιότητα θεέ μου! Τι δήθεν κομπλιμέντα είναι αυτά; Δεν μπορώ άλλο αυτό τον κρετινισμό της επίπλαστης πνευματικότητας! Βαρέθηκα τους γλύφτες. Ήμαρτον!» φώναξε, μερικώς από κυνισμό και μερικώς από υποχθόνια ζήλια.

Τσατισμένος, έκλεισε τον υπολογιστή και άνοιξε την τηλεόραση. Ευτυχώς το ρεύμα δεν του το είχαν κόψει ακόμη και μπορούσε να χαζέψει λίγο. Με το πρώτο ζάπινγκ έπεσε πάνω στις ειδήσεις, οι οποίες ως συνήθως έλεγαν για την οικονομία και καταστροφολογούσαν. Τον έπιασε ψυχοπλάκωμα. Άλλαξε κανάλι προσπαθώντας να βρει κάτι ενδιαφέρον αλλά μάταια. Έμεινε σε μια πολιτική συζήτηση που όλοι τσακώνονταν σαν σκυλιά στο ίδιο κρέας. Ακούμπησε το τηλεκοντρόλ δίπλα του και χωρίς να το καταλάβει τον πήρε ο ύπνος.

Μέσα στα όνειρα του έβλεπε ανθρώπους να τον κυνηγούν για να τον σκοτώσουν, τον εαυτό του να πηδά στο κενό και να πετά σαν μάγισσα σε σκουπόξυλο και μετά μια γυμνή κοπέλα να του χαμογελά και να τον παροτρύνει «πάρε με… τα κάνω όλα… είμαι η φαντασίωση σου!». Το αισθησιακό λίκνισμα της τον ξεσήκωνε.

Έκανε να την πλησιάσει και τότε άκουσε μια αντρική φωνή «θέλεις παρέα; Εγώ θα στα κάνω όλα… Αγόρια με αγόρια!».

Στη θέα του ημίγυμνου καλογυμνασμένου νεαρού που τον καλούσε ερωτικά, άνοιξε τα μάτια και πετάχτηκε όρθιος. Γύρισε και είδε την τηλεόραση ακόμα αναμμένη να προβάλλει ερωτικές τηλεφωνικές διαφημίσεις.

Έχοντας εντοπίσει την αιτία του κακού, την έκλεισε, πήγε στην κουζίνα να πιει λίγο κρύο νερό και έπεσε πάλι στον αγαπημένο του καναπέ για να συνεχίσει τον ύπνο του.

Η επόμενη μέρα προμηνυόταν ‘εργάσιμη’…

 

Συνεχίζεται…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις