image Το ξύλινο πάτωμα γεμάτο χρώματα. Στο βάθος ένα μαρμάρινο μικροσκοπικό αντίγραφο του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου, μ’ ένα σακάκι πεταμένο πάνω στο κεφάλι της. Μια μάσκα ηθοποιού από τη Βενετία, κρεμασμένη στον τοίχο λες και περιμένει κάποιον να την φορέσει κρύβοντας την «ασχήμια» του πραγματικού του ρόλου. Στο τραπέζι πίσω του σκόρπια χαρτιά και μια παλιά πένα, απομεινάρι κάποιων αποτυχημένων συγγραφικών προσπαθειών του παρελθόντος. Όλα ανακατεμένα σε μία περίεργη τάξη, καταδεικνύουν το ανήσυχο πνεύμα του ιδιοκτήτη τους.
Ο Γιώργος στη μέση του σχεδόν άδειου δωματίου κοιτά ένα τεντωμένο τεράστιο καμβά μπροστά του και του πετά συνεχώς χρώματα, λες και θέλει να κυριαρχήσει πάνω του. Μια με το χέρι, μια με το πινέλο κι άλλες φορές με τον κουβά. Δεν ξέρει πλέον αν ζωγραφίζει ή αν προσπαθεί να καταστρέψει ότι είχε φτιάξει πριν από λίγο, σε μια αέναη και κτηνωδώς επίμονη προσπάθεια του, ξανά και ξανά και ξανά. Τίποτα δεν του φαίνεται καλό. Κάθε επόμενο σχέδιο, του φαίνεται χειρότερο από το προηγούμενο.
Εκεί που νομίζει ότι έχει τρελαθεί και είναι έτοιμος να πάρει ένα μαχαίρι και να σκίσει τον πίνακα σε κομμάτια, το δροσερό αεράκι που μπαίνει από το ορθάνοιχτο παράθυρο τον βγάζει προς στιγμής από το καλλιτεχνικό αμόκ.

Αυτή η ανοιξιάτικη δροσούλα τον κάνει να σταματήσει για λίγο και να στραφεί προς την πηγή της. Ανοίγει την σχεδόν διάφανη κουρτίνα και βγάζει το κεφάλι του προσπαθώντας να τραβήξει όσο περισσότερο μπορεί από τον καθαρό αέρα που του χαρίζεται απλόχερα.
Μέσα στο σούρουπο κι αυτό το υπέροχο ηλιοβασίλεμα που φαίνεται από το παράθυρο του –και για το οποίο πάντα καμάρωνε- ακούγεται ένας γνώριμος ήχος από βιολί. Είναι ο Χανς, ένας γερμανός μεσήλικας τουρίστας, καλτ φυσιογνωμία και μόνιμος κάτοικος πλέον του νησιού, που σχεδόν κάθε μέρα τέτοια ώρα ξαμολιέται στους δρόμους με το βιολί του και διασκεδάζει τον κόσμο.
Δεν ζητά χρήματα, το κάνει για την τέχνη όπως λέει. Άλλωστε ο Χανς ήταν μέλος της κρατικής ορχήστρας στη χώρα του αλλά από τότε που γνώρισε το νησί τ’ άφησε όλα πίσω του κι αποφάσισε μείνει σε αυτό τον παράδεισο, όπως τον ονόμαζε.
Ο Γιώργος κοιτά προς τα κάτω και φωνάζει χαρούμενος που βλέπει τη γνώριμη φιγούρα, «Γεια σου φίλε Χανς».
«Γεια σου Γιώργος. Τι κάνεις;» αποκρίνεται ο Χανς σταματώντας για λίγο τη «συναυλία» του.
«Καλά. Τι θα μας παίξεις σήμερα για να μας φτιάξεις τη διάθεση;»
«Τάνγκο Γιώργος. Θέλεις;» του λέει ο Χανς και χωρίς να περιμένει απάντηση βάζει το βιολί στον ώμο του, το πιέζει δυνατά με το πηγούνι του και αρχίζει να παίζει.
Οι νότες ανέβαιναν μία-μία στο παράθυρο του, αναζητώντας τους ηχητικούς του δέκτες και εισχωρώντας στον εγκέφαλό του, που απολάμβανε αυτή τη μουσική πανδαισία από το άψογο παίξιμο του Χανς.
Ο προκλητικός ρυθμός του Τανγκό του φέρνει στη μνήμη αναμνήσεις από τη γλυκιά του Ρέα που βρίσκεται εδώ και τρεις μήνες στο εξωτερικό για δουλειά. Αποφάσισε ν’ ανοίξει μια σχολή χορού στη Γερμανία αφήνοντας τον Γιώργο, που δεν ήθελε να την ακολουθήσει, μόνο με τα χρώματα και τους καμβάδες του.
Όλα περνούν από το μυαλό του σαν κινηματογραφική ταινία. Νιώθει σαν σκηνοθέτης σε ξένο έργο βλέποντας τη ζωή του μέσα από μια εικονική κάμερα.
Νιώθει σαν να μην του ανήκουν τα όσα έχουν γίνει. Όλα δείχνουν τόσο μακρινά πλέον. Τα μαθήματα του χορού με την αγαπημένη του, τα όμορφα δειλινά στο νησί, οι τρυφερές στιγμές τους, ακόμα και οι τσακωμοί τους. Όλα του λείπουν, όλα.
Μια γλυκιά μελαγχολία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. «Αχ όμορφη μου Ρέα. Που να ‘σαι τώρα;» σιγομουρμούρισε κι ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του.
«Σ’ άρεσε Γιώργος;» του φώναξε ο Χανς που μόλις είχε τελειώσει το κατά παραγγελία σόλο κονσέρτο, επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα.
«Τέλειο Χανς. Σ’ ευχαριστώ. Τα λέμε αύριο.» απάντησε γυρνώντας στο δωμάτιο.
Ο καμβάς περίμενε τις επόμενες ντελικάτες ή άγαρμπες κινήσεις του. Δεν είχε καμία διάθεση όμως για πάλη με τα χρώματα. Ήθελε να αναπολήσει τη Ρέα του, τη θεά και μούσα του. Ήθελε να ζήσει για λίγο μαζί της έστω και μέσα στο μυαλό του.
Όλα έδειχναν τόσο μοναχικά και άσκοπα αλλά και τόσο υπέροχα.
«Περίεργα συναισθήματα» σκέφθηκε αρπάζοντας το σακάκι του, για να χυθεί περιπλανώμενος άλλη μια φορά στους δρόμους του νησιού που τόσο τον γοητεύει.

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις