image «Κοίτα ρε τους καραγκιόζηδες τι έκαναν!»
«Τι έγινε πάλι ρε Πέτρο;»
«Τι να γίνει ρε συ Νίκο; Δεν βλέπεις; Στραβός είσαι;»
«Που να δω;»
«Μπροστά σου, αυτό το ωραίο μέρος που το έκαναν βόθρο! Καλά, εδώ βρήκε να πετάξει ο ηλίθιος τον κουβά του; Κοίτα ρε τι έχει κάνει ο γελοίος!»
Στα τρία μέτρα από τα πόδια τους βρισκόταν ένας πεταμένος κουβάς από χρώμα, απομεινάρι της εργασίας ενός ασυνείδητου που θεώρησε κάποια παραλία χωματερή. Η θάλασσα τον είχε ξεβράσει κοντά στα πόδια τους τσιτώνοντας τα νεύρα του Πέτρου. Ο Νίκος, ως πιο ήρεμος, από τη φύση του, προσπαθούσε να καθησυχάσει τον αγανακτισμένο φίλο του.
«Έχεις δίκιο Πέτρο αλλά ας μην αντιδρούμε έτσι. Στο κάτω-κάτω μια βόλτα στην παραλία ήρθαμε να κάνουμε, μέχρι να έρθει η ώρα να βρούμε τα κορίτσια. Πάμε να φύγουμε…»
«Δεν μπορώ. Κάτσε να τον μαζέψω και φεύγουμε. Άντε με τους…»
«Εγώ λέω να τον αφήσεις εκεί. Θα έρθει ο δήμος να το κάνει αύριο»
«Σιγά μην έρθει» ανταπάντησε ο Πέτρος και έσκυψε να πιάσει τον κουβά.

Τον σήκωσε στα χέρια του και τον κοίταξε καλά-καλά λες και αναζητούσε κάποιο στοιχείο προέλευσης. Κατόπιν τον κράτησε από το χερούλι και προχώρησε ψάχνοντας να βρει κάποιον κάδο. Μάταια όμως. Κανείς δεν φαινόταν να είχε φροντίσει για τον τρόπο αποκομιδής των σκουπιδιών, σε αυτή την ειδυλλιακή και έρημη, από κόσμο, παραλία. Συνέχισε να ψάχνει βυθίζοντας με μανία τα πόδια του στην άμμο. Ο Νίκος, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς τον ακολουθούσε υπομονετικά, περιμένοντας το μένος του να καταλαγιάσει, όσο ο φίλος του μουρμούριζε και έβριζε μέσα από τα δόντια του υπεύθυνους και ανεύθυνους μαζί.
«Πέτρο η ώρα είναι οκτώμισι. Έχει αρχίσει ήδη να νυχτώνει και στις εννιά έχουμε ραντεβού. Αυτό το βιολί θα βαράμε τώρα. Γεμίσανε τα παπούτσια μου άμμο. Είναι το πρώτο ραντεβού μου με τη Μαρία σήμερα και δεν θέλω να το χάσω. Άστο να πάει στο διάολο! Σου δίνω το λόγο μου ότι θα έρθουμε αύριο πρωί-πρωί να το μαζέψουμε!»
«Άσε ρε Νίκο που θα έρχομαι στα ξημερώματα να μαζεύω σκουπίδια. Τώρα που το είδα, θέλω να το πετάξω. Ξέρεις ότι έχω οικολογική συνείδηση»
«Το ξέρω γι’ αυτό σου λέω, να έρθουμε το πρωί. Έχω δει και άλλους να μαζεύουν σκουπίδια»
«Δεν μπορώ να σηκωθώ νωρίς για ένα βρωμοκουβά… Ποιους άλλους λες; Αυτούς τους παλαβιάρηδες που γυρνάνε και μαζεύουν αυτά που έχουν πετάξει οι ίδιοι, παριστάνοντας ότι είναι κάποιοι άλλοι;»
«Δηλαδή, εσύ δεν το έχεις κάνει ποτέ;»
«Ποιο να έχω κάνει;»
«Να πετάξεις σκουπίδια στην παραλία»
«Κι αν το έχω κάνει είναι μια ή δύο φορές, άντε τρεις, βία τέσσερεις. Τι εννοείς με αυτό;»
«Το αυτονόητο. Ότι αντί να αποκτάς συνείδηση οικολογική εκ των υστέρων πρέπει να την έχεις εκ των προτέρων Πέτρο και άσε τις ηλιθιότητες τώρα γιατί εγώ δεν θα κάτσω να περιμένω, θα φύγω. Δεν θα γυρνάω μέσα στα χώματα και τα φύκια γιατί θες να βρεις κάδο, ούτε θα βγω στο δρόμο με αυτό τον κουβά στα χέρια. Τέλος!» απάντησε ο Νίκος και με μια απότομη κίνηση του άρπαξε τον κουβά, αφήνοντας τον να κρατά το χερούλι.
Ο Πέτρος εξεμάνη και έδωσε ένα χαστούκι με όλη του τη δύναμη στον φίλο του, που έπεσε κάτω. Αυτός, χωρίς να χάσει χρόνο, σηκώθηκε και του επιτέθηκε χτυπώντας τον με τον κουβά στο κεφάλι. Γροθιές, κλωτσιές και χαστούκια έπεφταν βροχή αλλά κανείς τους δεν υποχωρούσε. Τα ρούχα τους σκίστηκαν και μάτωσαν και κόσμος από τα κοντινά μαγαζιά και σπίτια, που άκουσε τις φωνές τους, άρχισε να μαζεύεται. Κάποιοι περίοικοι προσπάθησαν να τους χωρίσουν, ενόσω άλλοι φώναζαν να τους αφήσουν να αιματοκυληθούν, μέσα σε παλαμάκια, για το θέαμα που τους προσέφεραν.
Μετά από αρκετές και επίπονες προσπάθειες των ψυχραιμότερων, επετεύχθη η επιθυμητή ηρεμία και το πλήθος άρχισε να διαλύεται.
«Τώρα ελπίζω να ηρεμήσατε. Δώστε τα χέρια για να βεβαιωθώ» είπε ένας ηλικιωμένος κύριος που είχε μείνει μαζί τους.
Αυτοί χωρίς να έχουν άλλη επιλογή και καταλαβαίνοντας την ανοησία τους, το έκαναν με δισταγμό στην αρχή, ο οποίος παρακάμφθηκε, οδηγώντας τους σε ένα αδελφικό αγκάλιασμα.
«Συγγνώμη Νίκο, παραφέρθηκα!» είπε ο Πέτρος.
«Εγώ ζητώ συγγνώμη Πέτρο γι’ αυτά που σου είπα.
«Αυτός ο σκατοκουβάς φταίει! Έλα να τον πετάξουμε παρέα να πάει στο διάολο!» είπε ο Πέτρος στο Νίκο και αφού τον σήκωσαν κρατώντας τον από το ένα χέρι ο καθένας, με τον ίδιο τρόπο τον πέταξαν στη θάλασσα, ξορκίζοντας το κακό.
Εκείνη την ώρα ο ήχος μια μοτοσυκλέτας και ενός αυτοκινήτου έσπασε την ηρεμία. Μια φωνή ακούστηκε να τους λέει «Επ, τι κάνετε εκεί; Δεν το ξέρετε ότι από το 2009 η ρύπανση των θαλασσών είναι ποινικό αδίκημα με ευρωπαϊκή οδηγία; Μέσα γρήγορα…»
Οι δύο φίλοι κοίταξαν τους αστυνομικούς, που είχαν φτάσει ειδοποιημένοι για τη φασαρία και σα να ήταν συνεννοημένοι απάντησαν ταυτόχρονα, σχεδόν χορωδιακά «μα εμείς…»
«Ρε άστε τα ψόφια και μπείτε μέσα στο περιπολικό, κωλόπαιδα. Δεν φτάνει που κάνετε φασαρίες και βρωμίζετε τον τόπο, μετά το παίζετε και οικολόγοι…»

2 σχόλια:

Κατερίνα Βάνδουλα είπε...

... με διαλόγους απλούς, καθημερινούς, σύγχρονους, αγγίζει θέματα που απασχολούν ή μάλλον πρέπει να απασχολούν τους νέους κι όχι μόνο. Οικολογική νοοτροπία, φιλία, βία, συμπαράσταση, συμφιλίωση, εξουσία ...
Είναι ένα διήγημα που κάλλιστα θα μπορούσε να διαβαστεί και στην συνέχεια να συζητηθεί μέσα σε μία σχολική τάξη.
Πολύ ωραίο Βασίλη!

Βασίλης Δημητριάδης είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε Κατερίνα!

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις