imageΚάποτε ήταν ένας συγγραφέας, ο Πέτρος. Ολημερίς κι ολονυχτίς, έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, ξανάσβηνε. Που τον έχανες που τον έβρισκες ήταν πάνω από ένα σωρό χαρτιά με σημειώσεις ανάκατες, άλλες σημαντικές κι άλλες αδιάφορες.
Προσπαθούσε να τελειώσει ένα μυθιστόρημα που έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια πυρετωδώς. Τα βράδια, στο μισοσκότεινο δωμάτιο του, κάτω από το αχνό φως ενός λαμπατέρ βαρούσε τα πλήκτρα της γραφομηχανής μεθοδικά κοιτώντας τις σημειώσεις του. Ήθελε να αποκτήσει τη στόφα του διανοούμενου. Τον υπολογιστή που είχε κοντά του δεν τον χρησιμοποιούσε, παρά μόνο για να μπαίνει στο ιντερνέτ και να γράφει στο Facebook ή στο blog που διαχειριζόταν, προσπαθώντας να τύχει αναγνώρισης.
Παρίστανε τον αριστερό και τον άθεο, αν και δεν ήξερε τι ήταν, γιατί έτσι είχε μάθει από τους άλλους. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι αριστερός και άθεος για ν’ αναδειχθεί. Έτσι, άφηνε επικριτικά σχόλια κατά των δεξιών, της εκκλησίας, των άλλων αριστερών -γιατί αυτός ανήκε σε μια ιδιαίτερη κάστα-, εκτός κι αν θεωρούσε ότι κάποιοι από αυτούς θα τύγχαναν της απόλαυσης των γραπτών του, σε πιθανή μελλοντική έκδοση του αριστουργήματος, που όλο ετοίμαζε και ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα.
Τα πρωινά ντυνόταν όπως ένας καθώς πρέπει συγγραφέας. Τον χειμώνα φορούσε ένα παλτό σαν χλαίνη ή ένα παλιό πράσινο τζάκετ, ένα μπερέ λίγο στραβά για να δημιουργεί τύπο κι ένα κασκόλ. Περισσότερο έμοιαζε με διαφήμιση αντιγριπικού παρά με σοφό… Μετά, έβαζε το χέρι στην τσέπη και μετρούσε τα ψιλά που του είχαν περισσέψει από το επίδομα ανεργίας ή από την πώληση κανενός άρθρου για μια ελάχιστη αμοιβή κι έπαιρνε το λεωφορείο για να βρεθεί στα Εξάρχεια μαζί με άλλους ομόσταυλους του, συζητώντας περί κουλτούρας και τέχνης.

Η αλήθεια ήταν ότι κανείς από τους θαμώνες του δεν είχε ιδιαίτερες παρτίδες με τους υπόλοιπους συναγελαζόμενους. Όλοι πήγαιναν εκεί για ένα και μόνο σκοπό. Την επίδειξη γνώσεων, αναφέροντας βαρύγδουπους τίτλους μυθιστορημάτων και ποιημάτων, κυρίως νεκρών συγγραφέων και ποιητών, λοιδορώντας την ροζ λογοτεχνία κι ας πούλαγε κάθε έκδοση της σ’ ένα χρόνο περισσότερα αντίτυπα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουλήσουν όλοι μαζί, σε όλη τους τη ζωή. Ανέφεραν με απέχθεια ονόματα γυναικών συγγραφέων που τύγχαναν αναγνώρισης και ήταν ευπώλητες στο γυναικείο «ποταπό» κοινό, το οποίο, όπως έλεγαν, τις συντηρούσε, διαβάζοντας «σκουπίδια». Κατόπιν, όλοι μαζί αυτοβαυκαλιζόμενοι, διάβαζαν αποσπάσματα από τα ‘έργα’ τους, εκθειάζοντας τη δεινή τους συγγραφική δυνατότητα και το μη αναγνωρισμένο ταλέντο τους.
Όταν τελείωναν κάποια από τις λογοτεχνικές βραδιές τους, σε μία από τιε δεκάδες άτυπες λέσχες ανάγνωσης που είχε δημιουργήσει ο καθένας για το δικό του κοινό που δεν γέμιζε ούτε ορθάδικο σουβλατζίδικο, ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα. Η εκστόμιση περίεργων λέξεων που είχαν βρεθεί -κατά προτίμηση- σε λεξικό του Μπαμπινιώτη, ήταν στο καθημερινό μενού. Αβυσσαλέος, αγαστός, δανδής, εμφωλεύω, επίνειο, νείρομαι.
«Ω ρε μανούλα μ’» θα έλεγε ο καραγκιόζης αν τους άκουγε να μιλούν. Ως επί τω πλείστω, παρίσταναν τους αγράμματους δικηγόρους μιας καταπιεσμένης, από τον καταναλωτικό οχετό, άρχουσας πνευματικής τάξης, η οποία πίστευε στην αταξική κοινωνία όλων των άλλων εκτός των ιδίων, και πάλευε γι’ αυτό από τον καναπέ, όπως πάλευε για την οικολογία και τη σωτηρία του πλανήτη...
Εάν κάποιος από την ‘παρέα’ κατόρθωνε να βρει εκδοτική δίοδο, άσχετα από το μέγεθος του οίκου, το διέδιδε με τρόπο, ώστε να το μάθουν όλοι στο στέκι, αλλά εξαφανιζόταν απ’ αυτό για ένα μεγάλο διάστημα, παριστάνοντας το ακριβοθώρητο μεν, για να μην αναγκαστεί να κεράσει δε. Οι υπόλοιποι. που με την αφορμή αυτή έβρισκαν νέο θέμα συζήτησης, τον σχολίαζαν, στην αρχή ευμενώς και μετά από λίγο δυσμενώς.
«Μπράβο του Αναστάσιου, βρήκε επιτέλους την αναγνώριση που του άξιζε!»
«Μπράβο… αλλά εδώ που τα λέμε δεν είχε γράψει και τίποτα σπουδαίο…»
«Τώρα που το καλοσκέφτομαι Κώστα ΜΟΥ, έχεις δίκιο, εσύ έχεις γράψει καλύτερα!»
«Κι εσύ Πέτρο ΜΟΥ!»
Το ΜΟΥ ήταν απαραίτητο σε μία τέτοια κουβέντα, μεταξύ καβουριών σε ανοιχτό πανέρι που το ένα τραβά το άλλο κάτω και όλα μαζί καταλήγουν στην κουζίνα. Προσδιορίζει τη συμπόνια, τη σύμπνοια και την αλληλοκατανόηση μεταξύ τους. Γιατί, τι να την κάνεις την φιλοσοφία και το συγγραφικό αφρόγαλα, αν δεν έχεις και ένα ΜΟΥ να σε προσδιορίζει…
Ο Πέτρος ΜΟΥ, είχε πάντα την  πίπα μαζί του. Αναμμένη ή σβηστή λόγω έλλειψης ρευστού για την αγορά καπνού, δεν έλειπε ποτέ από τα αξεσουάρ που τον συνόδευαν. Ήταν απαραίτητη για τη δημιουργία του πολυπόθητου προφίλ, αυτού του διανοούμενου, που διακαώς επιθυμούσε. Ήθελε να καθιερωθεί και να ζήσει απ’ αυτή τη δουλειά. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, μαζί με την έμφυτη τεμπελιά, για τον οποίο αρνούταν επίμονα να εργαστεί, όπου κι αν του είχαν προτείνει, φίλοι και συγγενείς.
«Δεν θα γίνω εργάτης εγώ! Είμαι πνευματικός άνθρωπος και προσφέρω τροφή στα πεινασμένα πνεύματα!» απαντούσε χαϊδεύοντας το μουσάκι του με καλλιτεχνική περηφάνια κι ας μην είχε τίποτα στο ψυγείο του να φάει.
Όταν χανόταν από το γνώριμό του καφέ όλοι τον ξεχνούσαν. Μόνη του συντροφιά το μυθιστόρημα του και κάποια ποιήματα, του στυλ ‘άσπρα κοράκια, μαύρα κοράκια’, ήταν οι φίλοι του, στο καταθλιπτικό μοναχικό του περιβάλλον.
Στο διαμέρισμα που ζούσε, κληρονομιά των γονέων του βεβαίως, το τηλέφωνο δεν χτυπούσε ποτέ και η τηλεόραση ήταν πάντα σβηστή, όπως θα έκανε κάθε καθαρόαιμος ταγός της τέχνης. Μερικές φορές που την άνοιγε κρυφά, ήταν για τον διαγωνισμό τραγουδιού που του άρεσε αλλά σνόμπαρε με τους φίλους του, λέγοντας ότι ποτέ δεν τον είχε παρακολουθήσει.
Ένα βράδυ, σε κάποιο από τα διαλλείματα που έκανε, πήρε την αγαπημένη του πίπα και βγήκε στο μπαλκόνι. Άναψε τον τελευταίο καπνό που είχε απομείνει και ακούμπησε στο κάγκελο με τους αγκώνες, ποζάροντας στην ερημική γειτονιά. Χάιδεψε για άλλη μια φορά με αυταρέσκεια το μούσι του. Μια τρίχα έμεινε στο χέρι του. Την παρατήρησε μέσα στο λιγοστό φως του φεγγαριού, διαπιστώνοντας ότι ήταν άσπρη. Έβγαλε την πίπα από το στόμα και την ακούμπησε στο ξεφλουδισμένο κάγκελο. Με τα δυο χέρια τέντωσε την τρίχα, όσο πιο καλά μπορούσε. Την κοίταξε προσεκτικά και τότε συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να γερνά. Είχε περάσει κατά πολύ τα σαράντα. Την πήρε μαζί του στο δωμάτιο και την ακούμπησε, σχεδόν τελετουργικά, στο γραφείο. Έκατσε στην ξεφτισμένη πολυθρόνα όπως κάθε φορά, έγειρε πίσω και στάθηκε αρκετή ώρα να την παρατηρεί χωρίς να σκέφτεται τίποτα.
Μετά, σήκωσε τα χέρια, τα έχωσε μέσα στα μαλλιά του λες και ήθελε να τα φτιάξει και κοίταξε το κιτρινισμένο ταβάνι. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο καλά το ταβάνι. Η καλλιτεχνική του φλέβα άρχισε να βλέπει σχήματα, φιγούρες, εικόνες σ’ αυτό. Μερικές απ’ αυτές είχαν κίνηση, άλλες ήταν στάσιμες, μια δε άρχισε να του χαμογελά. Θα ορκιζόταν πως του έκλεισε το μάτι.
Ξαφνικά το κίτρινο του ταβανιού άρχισε να αποκτά χρώματα, τρισδιάστατα σχέδια, αντικείμενα, που στροβιλίζονταν γύρω-γύρω σαν πολύχρωμο καρουζέλ. Έβαλε τα χέρια πίσω από τον αυχένα και έγειρε την πολυθρόνα ακόμα περισσότερο για να θωρήσει καλύτερα το παιχνίδισμα.
Εκείνη τη στιγμή, η τρίχα ήρθε πάλι στο μυαλό του, όπως και τα βουνά από χαρτί, που είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια.
«Δεν θα τελειώσω ποτέ αυτό το μυθιστόρημα. Δεν θα γίνω γνωστός. Δεν θα ζήσω τη μεγάλη ζωή και την κοινωνική καταξίωση…» μονολόγησε.
Έριξε το βλέμμα στον ανοιχτό υπολογιστή και την, γεμάτη από βιβλία, βιβλιοθήκη του. Σηκώθηκε, πήγε στο υπνοδωμάτιο, το οποίο σπανίως χρησιμοποιούσε, ντύθηκε ευπρεπώς, όπως κάθε φορά που συναντούσε τους ‘συναδέλφους’ του στο γνώριμο καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Πήρε την σβησμένη πίπα που είχε αφήσει στο κάγκελο, βάζοντας την στο στόμα και έφτιαξε το παλτό του.
Έπειτα, έστρεψε τα μάτια προς τον κενό δρόμο και μετά στον ουρανό. Είχε αποφασίσει πως θα γινόταν διάσημος και θα το επεδίωκε πάση θυσία. Άλλωστε ο τρόπος στο μυαλό του είχε βρεθεί… θα έπαυε πλέον να ασχολείται με τρίχες…
Έπιασε γερά το κρύο κάγκελο ανασαίνοντας βαθιά.
«Τζερόνιμο!» φώναξε, αφήνοντας τη λέξη να χαθεί στους δρόμους.

Πιθανώς συνεχίζεται…

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις