imageΗ Μυρτώ κάθεται μόνη της σ’ ένα βρώμικο και παγωμένο παγκάκι στο σταθμό του τρένου. Ακουμπισμένη νωχελικά προς τα πίσω, με τα χέρια ανάμεσα στα σταυρωμένα πόδια της έχει σκύψει το κεφάλι, λες και θέλει να το χώσει μέσα στο στήθος της, και σκέφτεται. Σκέφτεται τη ζωή της, αυτή που αφήνει πίσω αλλά και αυτή που πάει να βρει. Δεν φαίνεται να τη φοβίζει το άγνωστο πλέον, αν και από μικρή άκουγε συνέχεια τη μάνα της να της λέει ότι είναι φοβητσιάρα. Βλέπεις, η αδελφή της που ήταν πάντα πιο ατίθαση έχαιρε της εκτίμησης της μάνας, που ήθελε οι κόρες της να είναι, όπως έλεγε, «κωλοπετσωμένες». Αυτά τους έλεγε πάντα, θέλοντας να πάρει ουσιαστικά σιωπηλή εκδίκηση από τον αυταρχικό άντρα της, που όπως διατείνονταν, της τον είχαν φορτώσει για μην μείνει στο ράφι.
Τώρα είχε έρθει η ώρα που η ντροπαλή και συνεσταλμένη Μυρτώ σήκωνε επιτέλους το δικό της μπαϊράκι, έστω και χωρίς να το θέλει. Θα άρχιζε μια νέα ζωή που θα την έστελνε μακριά από το σπίτι της. Είχε περάσει στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα και είχε έρθει η ώρα να φύγει από το χωριό. Ένα χωριό που της άρεσε αλλά δεν το ήθελε καθόλου και αν και δεν είχε ούτε μία ώρα που βρισκόταν στο σταθμό είχε αρχίσει να νοσταλγεί.

Σκύβει και πιάνει τη βαλίτσα που βρίσκεται στα πόδια της σαν να προσπαθεί να σιγουρευτεί ότι είναι εκεί και κοιτάζει ολόγυρα. Είναι μόνη. Άλλωστε ποιος τρελός κάθεται μέσα στο κρύο περιμένοντας το τρένο; Η Μυρτώ όμως το κάνει γιατί θέλει να είναι μόνη της, είναι η ώρα που θέλει να κοιτάξει βαθιά μέσα της και να ανασκαλέψει λίγο την ψυχή της για να αποφασίσει αν κάνει το σωστό. Από μικρό κοριτσάκι ζει σ’ αυτό το καταπράσινο χωριό. Εκεί έχει όλους τους φίλους της, τα εφηβικά της σκιρτήματα, τα όνειρα της. Τώρα νιώθει ότι προδίδει όλα αυτά που έχτισε, αυτά που την στήριξαν στις δύσκολες στιγμές, προδίδει τις χαρές, τις λύπες, τα αισθήματα, τους ανθρώπους. Ήρθε η ώρα όμως να επιλέξει, είτε το δρόμο της άσχημης και πολύβουης πόλης για σπουδές, αφήνοντας την ανεμελιά, είτε την συντηρητική και χωρίς μέλλον ζωή στο χωριό. Αυτό την προβληματίζει αν και νομίζει ότι έχει πάρει τη μεγάλη απόφαση.
«Να προσέχεις εκεί που θα πας. Είσαι όμορφο κορίτσι και αυτοί οι Αθηναίοι είναι αλήτες. Θα κοιτάξουν να σε κοροϊδέψουν και να σε εκμεταλλευτούν. Να έχεις το νου σου. Άκου εμένα ξέρω τι σου λέω. Να κοιτάς μόνο τις σπουδές σου. Τα ‘γαμπρίσματα’ είναι για άλλες. Και όταν φτάσεις να πάρεις τηλέφωνο στη θεία σου να έρθει να σε πάρει από το σταθμό.» Αυτά ήταν τα λόγια της μάνας, που έρχονταν συνεχώς στο μυαλό της. Αν και δεν είχε πάει ποτέ στην πρωτεύουσα είχε άποψη. Έτσι τουλάχιστον πίστευε από αυτά που άκουγε από τις φίλες της και την αδελφή της που ζούσε εκεί και θα φιλοξενούσε τη Μυρτώ. Ήταν όμως και ο φόβος της για τη μικρή. Την φοβόταν. Πίστευε ότι επειδή δεν ήταν «ζωηρή» δεν θα τα κατάφερνε εύκολα.
Εκείνη τη στιγμή μια σκιά τραβά την προσοχή της και την αναγκάζει να σηκώσει το κεφάλι απότομα. Το βλέμμα της πέφτει σ’ ένα νεαρό ψηλό παλικάρι που χωρίς να το καταλάβει, όντας απορροφημένη από τις σκέψεις, έχει φτάσει δίπλα της. Της χαμογελά ευγενικά. Εκείνη ανταποδίδει το χαμόγελο σκύβοντας λίγο το κεφάλι από αμηχανία και ντροπή.
«Μπορώ να καθίσω;» τη ρωτά χαμηλόφωνα.
«Βεβαίως» του απαντά, αν και αισθάνεται λίγο αμήχανα από τη γοητευτική παρουσία του και το έντονο βλέμμα του.
Ο νεαρός κάθεται με περισσή άνεση στο παγκάκι και αμέσως της πιάνει κουβέντα. Εκείνη, απρόθυμα στην αρχή και μετά με μεγαλύτερη άνεση, συζητά μαζί του.
Ο Αλέξης είναι από την Αθήνα και μένει εκεί. Τα καλοκαίρια, όπως της είπε, ανεβαίνει για διακοπές στο χωριό του πατέρα του που βρίσκεται λίγο πιο μακριά από το δικό της και τώρα πλέον που άρχισε να χειμωνιάζει ήρθε η ώρα να γυρίσει πίσω στην πόλη και τις σπουδές του. Η Μυρτώ βρήκε το «στοιχείο» της. Βρήκε κάποιον που μένει και σπουδάζει στην Αθήνα και προσπαθεί να μάθει όσα περισσότερα μπορεί, ακούει αχόρταγα όσα της λέει και συνεχώς χαμογελά. Όχι μόνο γιατί ο Αλέξης έχει τον τρόπο του να τα λέει όμορφα, ούτε γιατί τις δίνει όσες πληροφορίες θέλει αλλά γιατί της αρέσει, νιώθει μια ανεξήγητη έλξη και σιγουριά δίπλα του, αν και τον έχει γνωρίσει πριν λίγο. Την κάνει να αισθάνεται λες και γνωρίζονται χρόνια.
«Το τρένο θα έχει καθυστέρηση» τους φωνάζει ο σταθμάρχης, διακόπτοντας τη συζήτηση τους.
«Έγινε» απαντά ο Αλέξης και γυρνά πάλι προς στη Μυρτώ, η οποία περίμενε αγωνιωδώς τη συνέχεια της συζήτησης. Θέλει να ρουφήξει κάθε πληροφορία και κοιτάζοντας τον χωρίς συστολή πλέον στα μάτια του λέει «συνέχισε». Κι εκείνος συνεχίζει να της μιλά ατελείωτα για τη ζωή στην πόλη, τη διασκέδαση, τις εξόδους τα βράδια, να κάνει χιούμορ με περίεργες καταστάσεις στο πανεπιστήμιο και να της ανοίγει διάπλατα ένα νέο κόσμο. Της τροφοδοτεί το μυαλό με νέες σκέψεις κι επιθυμίες, με νέα θέλω και πρέπει, με νέα ανάγκη για εξερεύνηση.
Αρκετό χρόνο μετά τη γνωριμία τους, η ώρα τους βρίσκει να χασκογελούν και να χαίρονται σαν μικρά παιδιά. Τότε ο Αλέξης, βγάζοντας ένα στριμμένο τσιγάρο από την τσέπη του, ρωτά:
«Καπνίζεις Μυρτώ;»
«Εεε, μια φορά δοκίμασα αλλά δεν μου άρεσε…»
«Αυτό θα σου αρέσει. Δεν είναι σαν τα άλλα» της απαντά και βάζει το τσιγάρο στο στόμα του ανάβοντας το.
«Τι τσιγάρο είναι αυτό; Μυρίζει περίεργα…»
«Θα σε κάνει να χαλαρώσεις. Είναι καλύτερο και πιο υγιεινό από τ’ άλλα. Εγώ μόνο τέτοια καπνίζω που και που. Με χαλαρώνουν. Άσε που με τα άλλα μπορεί να πάθεις καρκίνο και χίλιες δυο αρρώστιες. Έχω πολλούς φίλους που καπνίζουν τέτοια. Είναι ακίνδυνα.»
«Μα δεν είναι παράνομο; Δεν είναι ναρκωτικό;» τον ρωτά η Μυρτώ, που κατάλαβε για τι πρόκειται και έχοντας χάσει πλέον τη ζεστασιά της νέας γλυκιάς γνωριμίας, αισθάνεται το κρύο να της τρυπά τα κόκκαλα μέχρι το μεδούλι.
«Αυτά είναι βλακείες. Μην τα ακούς. Κι εμένα έτσι μου έλεγαν κάποτε αλλά μόλις κάπνισα μία φορά κατάλαβα ότι τα λένε οι κομπλεξικοί. Άλλωστε όποτε θέλω το κόβω.» λέει βγάζοντας με ικανοποίηση τον καπνό από το στόμα του, με σηκωμένο το κεφάλι προς τον ουρανό.
«Ήδη νιώθω πολύ καλύτερα. Θέλεις;» τη ρωτά την ώρα που ακούγεται το σφύριγμα του τρένου από μακριά.
«Όχι ευχαριστώ. Να, μόλις έφτασε και το τρένο. Πρέπει να ετοιμαστώ.»
«Καλά μην κάνεις έτσι. Θα προλάβουμε. Έλα να σε βοηθήσω με τη βαλίτσα σου.»
«Όχι, όχι, εντάξει μπορώ και μόνη μου. Πρέπει να προλάβω να μπω στο τρένο.» λέει προσπαθώντας να τρέξει όσο πιο μακριά μπορεί, με τη βαλίτσα να σέρνεται και να χτυπά δεξιά κι αριστερά.
«Θα σε δω στο τρένο. Έρχομαι κι εγώ σε λίγο.» της φωνάζει.
«Ναι, μάλλον. Αν και λέω να κοιμηθώ λίγο γιατί νιώθω κουρασμένη.»
Δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι τόσο γρήγορα θα διαπίστωνε τα «κάλλη» της Αθήνας. Και που; Λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι της. Δε πίστευε ότι, αυτά που έβλεπε στα έργα και άκουγε σαν φήμες, ήταν αλήθεια. Αυτό το τόσο συμπαθητικό και ευγενικό αγόρι την τράνταξε για τα γερά. Το σοκ ήταν μεγάλο και δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί. Είχε τρομοκρατηθεί.
«Ωχ θεέ μου. Πόσο δίκιο είχε η μάνα μου κι εγώ την κορόιδευα.» σιγομουρμούριζε ψάχνοντας να βρει τη θέση της, να γείρει το κεφάλι της και να κλείσει τα μάτια της για να μην βλέπει τίποτα.
Δέκα ώρες, μετά από ένα αγωνιώδες ταξίδι, που πέρασε με συνεχείς κλεφτές ματιές στο πλάι από το φόβο επανεμφάνισης του Αλέξη, το τρένο έφτασε στην Αθήνα.
Η Μυρτώ τώρα πια άνοιξε τα μάτια διάπλατα βλέποντας το συνωστισμό και ακούγοντας τη φασαρία που ερχόταν απ’ έξω. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν. Δεν είχε δει ποτέ τόσο κόσμο μαζεμένο, παρά μόνο σε πανηγύρια.
Ενθουσιασμένη και περίεργη κατεβαίνει από το τρένο στο νέο σταθμό. Εκείνη την ώρα βλέπει από μακριά τον Αλέξη να την χαιρετά και να της φωνάζει, «να βρεθούμε καμιά μέρα…»
«Ναι, ναι» απαντά τρέχοντας προς την έξοδο χωρίς να τον κοιτάζει.
Η απρόσμενη σωτήρια παρουσία της θείας της με ανοιχτή την αγκαλιά, την κάνει να θέλει να χωθεί βαθιά μέσα της. Να κρυφτεί σαν πουλάκι κάτω από τις φτερούγες της ζητώντας προστασία.
«Θεία μου, θειούλα μου γλυκιά!» λέει, σφιχταγκαλιάζοντας την με όλη της τη δύναμη.
«Είσαι καλά αγάπη μου; Δεν μπορούσα να περιμένω σπίτι πότε θα με πάρεις τηλέφωνο κι έτσι ήρθα πιο νωρίς, να είμαι εδώ όταν φτάσεις. Δεν πιστεύω να σε πειράζει.»
«Καλά έκανες θεία μου. Πάμε να φύγουμε;»
«Ανυπόμονη σε βλέπω. Θες να γευτείς την πόλη απ’ ότι βλέπω…» της λέει γελώντας και περνώντας το χέρι πάνω από τον ώμο της, την κατευθύνει στο αυτοκίνητο.
Η Μυρτώ σ’ όλο το δρόμο ανακουφισμένη, που κατάφερε και ξέφυγε από την «παρέα» του Αλέξη, κοιτάζει συνέχεια από το παράθυρο γεμάτη προβληματισμό για τα τεκταινόμενα, περιέργεια αλλά και ικανοποίηση για το νέο της «χωριό». «Σ’ αρέσει αγάπη μου η Αθήνα;»
«Δεν ξέρω θεία. Αυτό όμως που ξέρω σίγουρα είναι ότι, θα είναι ο πρώτος μεγάλος σταθμός στη ζωή μου…»

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις