image«Γεια σου Πετράν, ονομάζομαι Νέσσος Κόβαλος» είπε και του πρότεινε το χέρι.

«Χάρηκα κύριε Κόβαλε. Θα προτιμούσα όμως να με λέτε Πέτρο και όχι Πετράν»

«Έγινε Πετράκη, κάθισε»

Αφού στρογγυλοκάθισαν όλοι στις καρέκλες τους, ο Κόβαλος πήρε το λόγο «ο ξάδελφος σου πρέπει να σε αγαπάει πολύ. Είναι καιρός που μου μιλάει για σένα αλλά να σου πω την αλήθεια, ήμουν λίγο επιφυλακτικός»

«Για ποιο λόγο κύριε Κόβαλε;»

«Λέγε με Νέσσο»

«Πολύ ωραία. Για ποιο λόγο Νέσσο;»

«Γιατί έχω ήδη σταθερούς συνεργάτες και δεν θέλω να τους αλλάζω, αν δεν υπάρχει λόγος»

«Δεν θα ήθελα να πάρω τη θέση κάποιου άλλου. Προτιμώ να μην εργαστώ αν τίθεται τέτοιο θέμα»

Ο ξάδελφος του τον κοίταξε λοξά υποψιασμένος ότι ήθελε να αποφύγει τη δουλειά και παρενέβη άμεσα «δεν τέθηκε τέτοιο θέμα στη συζήτηση…»

«Ο κύριος Κόβαλος, ο Νέσσος δηλαδή, μόλις είπε ότι…»

«Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα Πέτρο. Μόλις έφυγε ένας συνεργάτης μου και υπάρχει μια κενή θέση. Μην σε απασχολεί αυτό. Είναι δικό μου θέμα» συμπλήρωσε ο Νέσσος και συνέχισε «Ο Νίκος μου είπε ότι σου αρέσει το διάβασμα, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι διαβάζω αρκετά»

«Μπράβο! Λοιπόν θα πας κάτω στο αρμόδιο τμήμα και θα σου πουν ακριβώς τι θα κάνεις. Όσο για την αμοιβή σου… μπλοκάκι έχεις;»

«Όχι, γιατί δεν το χρειάζομαι…»

«Τέλος πάντων, κάποια στιγμή πρέπει να κάνεις μια έναρξη στην εφορία, αν δεν το έχεις κάνει γιατί όπως έμαθα γράφεις κιόλας και θα το χρειαστείς μελλοντικά»

«Έχω γράψει ένα μυθιστόρημα, αν θέλετε να το δείτε…»

«Αυτά θα τα πούμε άλλη ώρα. Τώρα προέχει η εργασία. Θα πληρώνεσαι με το ελάχιστο ως εξωτερικός συνεργάτης ή με κάποια έξοδα που θα δει το λογιστήριο πως θα σε καλύπτει κι επειδή ο Νίκος είναι φίλος θα σου δίνω το ελάχιστο συν μπόνους με το κομμάτι»

«Δηλαδή, τι εννοείς με το κομμάτι;»

«Θα παίρνεις ρε αδελφέ εξακόσια ευρώ το μήνα συν κάποια χρήματα για κάθε χειρόγραφο που ξεπετάς. Απλά είναι τα πράγματα. Αν δω μετά από καιρό ότι κάνεις γι’ αυτή τη δουλειά και μας έχεις φέρει μερικά λαυράκια, το ξανασυζητάμε για μόνιμη συνεργασία σε άλλη βάση. Προς το παρόν αυτά είναι και φιλικά όπως σου είπα. Δεν το κάνω με όλους αυτό! Είσαι ευχαριστημένος;»

«Δεν ξέρω, μάλλον…»

«Ευχαριστημένος είναι Νέσσο, μια χαρά!» συμπλήρωσε ο Νίκος.

«Ωραία, τώρα η γραμματέας μου θα σας οδηγήσει στο τμήμα όπου θα σου δώσουν οδηγίες για τον τρόπο που θα εργάζεσαι. Μη φοβάσαι, διάβασμα της ξεπέτας είναι κυρίως. Άντε, τα λέμε παιδιά γιατί πρέπει να φύγω. Καλή αρχή Πετράκη!» είπε ο Νέσσος, που είχε σηκωθεί από την καρέκλα ήδη. Ανοίγοντας την πόρτα τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

«Εμείς Νικόλα θα βρεθούμε την Κυριακή στο μαγαζί»

«Έγινε Νέσσο, σ’ ευχαριστώ αδελφέ, θα στο χρωστάω!»

«Τίποτα δεν μου χρωστάς. Μια μέρα θα με πάρεις με τη βάρκα σου για ψάρεμα να μην ακούω τη δικιά μου σπίτι που μουρμουράει και είμαστε οκ»

Τα δύο ξαδέλφια ακολούθησαν τη γραμματέα του στον κάτω όροφο, στο τμήμα που λάμβαναν τα χειρόγραφα. Αφού τους σύστησε στην υπεύθυνη του τμήματος, τους άφησε ώστε να τους οδηγήσει στο σημείο που θα παραλάμβανε την πρώτη του δουλειά ο Πέτρος.

Σε όλη τη διαδρομή κοίταγε σαν παιδάκι που έβγαινε για πρώτη φορά από το σπίτι. Δεν είχε ξαναβρεθεί σε τόσο μεγάλο εκδοτικό οίκο ποτέ. Όχι ότι είχε επισκεφθεί πολλούς αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί πως υπήρχαν οίκοι που ασχολούνταν μόνο με το βιβλίο και δούλευαν σαν βιοτεχνία φασόν.

Σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο σαν αποθήκη, υπήρχαν τεράστιες στοίβες από κουτιά αποστολής και ντάνες με πακέτα χαρτιών που έφταναν μέχρι το ταβάνι.

«Αυτά στα αριστερά είναι προς πολτοποίηση, αν δεν τα παραλάβουν οι συγγραφείς, ο θεός να τους κάνει… αυτά στο βάθος είναι προς δεύτερη ανάγνωση και πιθανή έγκριση και δεξιά έχουμε αυτά που παραλαμβάνουν οι επαγγελματίες αναγνώστες, όπως εσύ καλή ώρα» είπε η υπεύθυνη.

«Αυτά τα ροζ που βγάζετε που είναι;»

«Δεν σε κατάλαβα» είπε ενοχλημένη η υπεύθυνη.

«Εννοώ, αυτά των συγγραφέων που βάζετε μπροστά-μπροστά στα βιβλιοπωλεία και μιλούν για δασύτριχα στήθη και άλλα ‘ρομαντικά’. Αυτά που διαβάζουν οι γυναίκες στην παραλία ή μεταξύ του μαγειρέματος…»

«Αν λες για τα best seller μας δεν θα τα βρεις εδώ. Σ’ αυτή την αίθουσα υπάρχουν οι νέοι συγγραφείς και όσοι δεν έχουν μόνιμη συνεργασία με τον οίκο. Τα ροζ που εννοείς κρατούν οικονομικά την επιχείρηση με κέρδος για να μπορούν οι άλλοι να γράφουν με ζημιά. Γιατί επιχείρηση είμαστε, όχι ψιλικατζίδικο!»

Ο Νίκος κόντευε να σκάσει. Ήθελε να τον πιάσει από το σβέρκο και να του αστράψει δυο χαστούκια μέσα στη μούρη ή να του ρίξει μια μπουνιά και να τον ξαπλώσει στο πάτωμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί το θράσος του. Αντί να παραλάβει το πακέτο του με τα χειρόγραφα και τις απαραίτητες οδηγίες, έκανε κριτική στα του οίκου.

«Μπορείτε να του δώσετε την εργασία που είναι να αναλάβει και τη διαδικασία;» παρενέβη πυροσβεστικά, κλείνοντας το μάτι στην υπεύθυνη που είχε αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία της.

Αυτή το κατάλαβε και αμέσως άλλαξε ύφος και τακτική.

«Το όνομα σας;» τον ρώτησε με γλυκύτητα.

«Πέτρος Τάραχος»

«Λοιπόν κύριε Τάραχε, ακούστε πως έχουν τα πράγματα εδώ. Σε άλλους εκδοτικούς ίσως να διαφέρουν λίγο αλλά θα σας πω το δικό μας σύστημα. Θα παραλάβετε ένα πακέτο χειρογράφων που έχουν μια περίληψη, ένα βιογραφικό και ίσως μια συνοδευτική επιστολή μαζί με το μυθιστόρημα»

«Ναι τα ξέρω αυτά κι εγώ συγγραφέας είμαι»

«Α, πολύ ωραία Πέτρο, τότε θα συνεννοηθούμε θαυμάσια. Κάθε βδομάδα φτάνουν στον οίκο γύρω στα εκατό χειρόγραφα, ίσως και παραπάνω. Αυτά τα μοιράζουμε στους επαγγελματίες αναγνώστες μας οι οποίοι τα διαβάζουν γρήγορα και περιληπτικά και στο τέλος της εβδομάδας μας κάνουν μια έκθεση, με την οποία απορρίπτουν ή δέχονται κάποιο χειρόγραφο. Αυτά με το οποία δεν ασχολούμαστε δεν τα κοιτάμε καθόλου. Τα κρατάμε για λίγο καιρό για να δικαιολογήσουμε ότι τα διαβάσαμε και μετά ειδοποιούμε τους δημιουργούς να έρθουν να τα παραλάβουν. Τα υπόλοιπα, τα παραλαμβάνουν συνήθως από τους αναγνώστες, για να μην τα γυρνούν πίσω. Ο χώρος όπως βλέπεις, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε φτάνει. Ο κόσμος γράφει πολύ, πάρα πολύ και γράφει ότι του κατέβει συνήθως. Τα περισσότερα δεν έχουν εκδοτικό ενδιαφέρον και καμία εμπορική αξία»

«Και τους κοροϊδεύετε;»

«Δεν σε καταλαβαίνω πάλι. Ίσως έχουμε πρόβλημα επικοινωνίας…»

«Τους λέτε ότι τα αναγνώσατε χωρίς να το κάνετε και τους ειδοποιείτε να έρθουν τα πάρουν πίσω;»

«Να είναι και ευχαριστημένοι αγάπη μου! Άλλοι δεν τους ειδοποιούν καθόλου, ούτε γι’ αυτό!»

«Και η ψυχολογία του συγγραφέα; Αν κάτι είναι αριστούργημα;»

«Η ψυχολογία ενδιαφέρει τους ειδικούς, όχι εμάς. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημά σου. Ναι, υπάρχει περίπτωση να χαθεί κάποιο αριστούργημα μέσα σε όλα αυτά αλλά τι να κάνουμε; C’est la vie! Συνεχίζω, νουβέλες, δοκίμια, φιλοσοφίες, διηγήματα και τα τοιαύτα δεν τα κοιτάς καθόλου αν στα δώσουμε κατά λάθος. Δεν πουλάνε αυτά. Μεγάλη προσοχή και στους νέους συγγραφείς. Αν έχει εκδώσει αλλού παλιότερα, βλέπουμε το τιράζ και κρίνουμε το καινούργιο έργο. Τέλος πάντων, αυτά θα τα μάθεις με τον καιρό. Τώρα πάρε αυτά εδώ. Σε μια εβδομάδα θα κάνεις έκθεση για το καθένα χωριστά και θα την φέρεις σε μένα ή στο τμήμα. Όχι πολλά λόγια. Έχουμε ειδικό έντυπο. Δεν θέλουμε να διαβάζουμε μυθιστορήματα και από τους αναγνώστες μας. Γίνομαι αντιληπτή;»

«Απολύτως…» απάντησε χαμηλόφωνα από την απογοήτευση ο Πέτρος.

Μετά κοίταξε τη μεγάλη ντάνα με τις κόλλες Α4.

«Πόσες σελίδες είναι;»

«Γύρω στις επτά με οκτώ χιλιάδες»

«Για μια εβδομάδα;»

«Φυσικά, άλλοι διαβάζουν και δεκαπέντε χιλιάδες. Κάποτε είχαμε έναν που διάβαζε είκοσι χιλιάδες. Κι εσύ όταν εκπαιδευτείς τόσες θα διαβάζεις. Τα μυθιστορήματα είναι τυπωμένα με συγκεκριμένο διάστιχο και γραμματοσειρά ώστε να μην σε κουράζουν και να φεύγουν γρήγορα. Είναι πιο ογκώδη αλλά πιο ευανάγνωστα»

«Και που ξέρετε ότι τις διαβάζουν;»

«Δεν μας ενδιαφέρει αυτό, αρκεί να μας φέρνουν ένα καλό μυθιστόρημα το μήνα που να βγάζει κέρδος. Δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα»

«Όλοι έτσι λειτουργούν;»

«Ποιοι όλοι;»

«Οι εκδότες…»

«Όσοι βλέπουν την επιχείρηση, πιστεύω ναι. Δεν το ξέρω σίγουρα και δεν συζητώ για ανταγωνιστές. Πάντως έχουμε πολλούς που έχουν φύγει από μας για άλλους ή έχουν έρθει εδώ, όντας εκπαιδευμένοι αλλού. Οπότε… Υπάρχουν βέβαια εκδότες που διαβάζουν οι ίδιοι αλλά τι να το κάνεις; Σε λίγο θα κλείσουν οι περισσότεροι και οι οικογένειες που απασχολούν θα πεινάσουν. Εμείς βάζουμε πάνω απ’ όλα τον εργαζόμενο. Τώρα πρέπει να φύγω. Νίκο θα τον βοηθήσεις σε παρακαλώ να τα κουβαλήσει; Φώναξε κάποιο παιδί από την είσοδο, αν δεν μπορείτε. Γεια σας» είπε η υπεύθυνη και χάθηκε γρήγορα στο βάθος του διαδρόμου.

«Παπάρια! Σιγά μην σκέφτονται τον εργαζόμενο…» είπε ο Πέτρος μόλις έμειναν μόνοι.

«Έλα πιάσε τη μία στοίβα εσύ και την άλλη εγώ και πάμε. Θα πάρουμε ταξί για το σπίτι σου»

Έπιασαν τους πάκους και τα κουτιά με τα χειρόγραφα και βγήκαν στην είσοδο όπου σταμάτησαν ένα ταξί για το σπίτι του Πέτρου.

Ο Νίκος στο δρόμο έβλεπε τον ξάδελφο του καταβεβλημένο από το γκρέμισμα της εικόνας που είχε για τους εκδότες και τον λυπήθηκε. Αν και τα είχε ακούσει αυτά από φίλους, κατά βάθος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Οι αγνές του προθέσεις και η ιδεολογία του για το γράψιμο δεν τον άφηναν να χωνέψει αυτό που μόλις είχε ζήσει.

Παρόλα ταύτα δεν του είπε τίποτα για να τον παρηγορήσει γιατί δεν ήθελε να ξεθαρρέψει και να εγκαταλείψει και αυτή τη δουλειά, η οποία ίσως να ήταν η τελευταία του ελπίδα για οικονομική επιβίωση στην ηλικία που ήταν.

 

Σίγουρα συνεχίζεται…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις