Η τρίχα του συγγραφέα - Εξώφυλλο

Η νύχτα του έπεσε βαριά. Βογκητά και παραμιλητά συνόδευαν τον ύπνο του. Έβλεπε κόσμο να τον κυνηγά, πρόσωπα άγνωστα που του ήταν όμως οικεία. Ο ξάδελφος Νίκος τον κοίταζε μέσα στα όνειρα του και τον έδειχνε με το δάχτυλο γελώντας σαρκαστικά. Ιδρώτας τον έλουζε πατόκορφα κι ένας κόμπος στο λαιμό του τον έπνιγε. Κάποιοι φίλοι του από το καφέ τον περιγελούσαν, ενώ άλλοι τον κοίταζαν απαξιωτικά σαν κάτι κατώτερο.

«Δουλεία…» άκουσε έναν από αυτούς να λέει και όλοι αποτροπιάσαν με τη βδελυρή και ανόσια λέξη. Έβλεπε να τον αποφεύγουν και να τον περιφρονούν.

«Σκλάβος…» ακούστηκε ένας δεύτερος και όλοι έσκασαν στα γέλια.

Η ντροπή τον έκανε φύγει, να χαθεί στους δρόμους μέσα στον καλοκαιρινό καυτό ήλιο. Ένιωσε να καίγεται, να ψήνεται, να διψά ψάχνοντας για ένα ποτήρι νερό και η Αθήνα να είναι άδεια, έρημη, τα περίπτερα κλειστά. Μια δροσιά μικρή τον ανακούφισε. Κοίταξε το χέρι του που βρισκόταν μέσα σ’ ένα κουβά νερό.

«Επιτέλους λίγη δροσιά. Θα ξεδιψάσω!» είπε αλλά ένα συνεχές κορνάρισμα αυτοκινήτου που ερχόταν κατά πάνω του τον έκανε να ουρλιάξει.

 

Τα μάτια του άνοιξαν και ο ήχος από το ραδιόφωνο-ξυπνητήρι που περιέγραφε την κίνηση στους δρόμους την ώρα των ειδήσεων τον έκανε να νιώσει ανακούφιση. Πήγε να σηκωθεί κι έπιασε κάτι υγρό. Μια μυρωδιά αμμωνίας και ψαρίλας του τρύπησε τα ρουθούνια. Ο χοντρός κεραμιδόγατος που τον συντρόφευε, είχε κατουρήσει το μανίκι του.

«Στο διάολο κοπρόγατε! Ένα βράδυ δεν σ’ έβγαλα έξω και με κατούρησες;» του φώναξε, όσο αυτός τον κοιτούσε με απορία.

Το ρολόι έγραφε με κόκκινα γράμματα, δώδεκα και τέταρτο το μεσημέρι. Πετάχτηκε πάνω με το φόβο του καθυστερημένου ραντεβού. Ο ξάδελφος δεν θα σήκωνε άλλα στησίματα και κοροϊδία. Τον είχε προειδοποιήσει ότι αν το ξαναέκανε θα τον διέγραφε για πάντα.

Έβγαλε τον γάτο στο διάδρομο και τον είδε να κατεβαίνει γρήγορα τις σκάλες προς την έξοδο. Πέταξε όλα τα ρούχα του και μπήκε στο μπάνιο. Το παγωμένο νερό που έπεσε πάνω του τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά. Άλλωστε δεν υπήρχε ο χρόνος και το χρήμα για το άνοιγμα του θερμοσίφωνα. Και τα δύο ήγαν μετρημένα.

Αφού ντύθηκε με τη δεύτερη πανομοιότυπη φορεσιά που φύλαγε για ώρα ανάγκης, πήρε το ασανσέρ και βγήκε στο δρόμο, τρέχοντας σαν τρελός ώστε να προλάβει το λεωφορείο. Τα λεφτά του δεν έφταναν για εισιτήριο. Κάνοντας το κορόιδο έκατσε σε μια από τις λιγοστές άδειες θέσεις που υπήρχαν. Ξαφνικά ένιωσε ματιές να του τρυπούν την πλάτη και μην αντέχοντας άλλο γύρισε προς τον κόσμο που καθόταν κοντά του.

«Δεν ντρέπεσαι ολόκληρος άντρας να μην πληρώνεις εισιτήριο;» του είπε μια ηλικιωμένη.

«Είμαι του κινήματος ‘δεν πληρώνω’» της απάντησε ψύχραιμα και συνέχισε να παρατηρεί το δρόμο που έτρεχε δίπλα του.

«Βρε, δεν αφήνεις τα ψόφια… Τζαμπατζή!» συνέχισε η κυρία.

«Κυρία μου τι θέλετε; Δικαίωμα μου είναι να μην πληρώσω. Εσάς τι σας νοιάζει;»

«Πρώτον είσαι ψεύτης και δεύτερον με νοιάζει, γιατί αν το κάνουν όλοι αυτό, τότε θα πληρώνουμε 30 ευρώ το εισιτήριο, εμείς που είμαστε νομοταγείς, για να καλύψουμε και τα δικά σας!»

«Σας παρακαλώ, κοιτάξτε τη δουλειά σας. Αυτό που κάνω εγώ είναι πολιτική διαμαρτυρία ενάντια στο φαύλο καθεστώς που στηρίζει την πλουτοκρατία και χτυπά αλύπητα το φτωχό κοινωνικό υποσύνολο, καθιστώντας το παρία της ευρύτερης κοινωνίας και των επιχειρήσεων που σκοπό έχουν την οικονομική αφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων που υποφέρουν κάτω από τον ζυγό της ολιγαρχίας. Είναι δικαίωμα μου να μην πληρώνω!» δήλωσε, βγάζοντας ένα πολιτικό μανιφέστο

«Και μένα είναι δικαίωμα μου να σε καταγγείλω!» είπε αυτή, τσατισμένη.

Εκείνη τη στιγμή το λεωφορείο έκανε στάση.

«Κύριε αστυνόμε, κύριε αστυνόμε, να τον συλλάβετε!» φώναξε με δύναμη η κυρία στον αστυνομικό που βρισκόταν έξω από το λεωφορείο. «Οδηγέ μην ξεκινάς!» συνέχισε να λέει.

Μέχρι ν’ ανέβει ο αστυνομικός τα σκαλιά για να δει τι γίνεται, ο Πέτρος ήταν ήδη έξω από το όχημα βγαίνοντας από την πίσω πόρτα κι έτρεχε σαν τρελός στο δρόμο. Μια σύλληψη του έλειπε εκείνη την ώρα για να συμπληρώσει το καρέ της μιζέριας του. Με το κεφάλι στραμμένο μπροστά έβαλε φτερά στα πόδια μέχρι που είδε την πλατεία Ομονοίας να εμφανίζεται στο βάθος του δρόμου. Για λίγο πίστεψε ότι θα ξερνούσε τα ίδια του τα πνευμόνια, από τον παγωμένο αέρα που έμπαινε μέσα του σχίζοντας τα.

Μόλις έφτασε, είδε το Νίκο να τον περιμένει κοιτώντας το ρολόι. Τον πλησίασε από πίσω και τον έπιασε από τον ώμο. Εκείνος, σαστισμένος γύρισε και αντίκρισε έναν Πέτρο να αγκομαχά προσπαθώντας ν’ ανασάνει.

«Η ώρα είναι δύο και τέταρτο. Δεν σου έχω πει να μην με ξαναστήσεις;»

«Συγ… νώμη… ξά… δελφε…» προσπάθησε να εκστομίσει από το λαχάνιασμα.

«Πάλι δεν είχες λεφτά να πάρεις το λεωφορείο ή έκανες τίποτα και σε κυνηγούσαν;»

«Το… λεω… φορείο…» απάντησε με κομμένη την ανάσα, κρατώντας σκυμμένος τα δύο γόνατα του με τα χέρια.

«Άντε πάμε, αργήσαμε. Ξελαχανιάζεις στο δρόμο. Ταξί!»

Ένα ταξί σταμάτησε δίπλα τους και μπήκαν μαζί στο πίσω κάθισμα. Ο εκδοτικός οίκος ήταν στα προάστια και ήθελαν αρκετή ώρα να ξεφύγουν από την άθλια κίνηση της Αθήνας.

Λίγο παρακάτω, ο ταξιτζής σταμάτησε.

«Που πάτε κυρία;» ρώτησε μια γυναίκα που περίμενε στο πεζοδρόμιο.

«Κηφισιά. Πάτε;»

«Στο δρόμο μας είναι, ελάτε»

«Ποιο δρόμο μας; Τι δουλειά έχουμε με την Κηφισιά;» διαμαρτυρήθηκε ο Νίκος.

«Στο δρόμο μας είναι ρε φιλαράκι. Μια μικρή παράκαμψη θα κάνουμε…»

«Καλά, είσαι σοβαρός; Προχώρα που θα μας πας στην Κηφισιά. Έχουμε ένα ραντεβού να προλάβουμε!» ανταπάντησε στον ταξιτζή, τσατισμένος αυτή τη φορά.

«Πολύ παράξενος είσαι ρε αδελφέ… Πω, πω!» παρατήρησε ο οδηγός και συνέχισε με μάγκικο ύφος, σκύβοντας στο παράθυρο του συνοδηγού «συγνώμη κυρία μου, έχω έναν δυσκοίλιο πελάτη. Δεν μπορώ να σας πάρω…»

Γκάζωσε το αυτοκίνητο νευριασμένος κι έφυγε μουρμουρώντας σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή «εγώ φταίω που πήγα να εξυπηρετήσω… δεν έπρεπε να σε πάρω… σκατά κούρσα… μου κόβεις το ψωμί… πεινάμε… δεν βγαίνουμε με τρεις άδειες ταξί… έχω παιδιά να μεγαλώσω…» και πολλά άλλα τέτοια.

Αν και δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε τέτοιους τύπους ο Νίκος, έβγαζε καπνούς από τ’ αυτιά. Λίγο ακόμα και ήταν έτοιμος να τον πιάσει από τον λίγδικο λαιμό του και να τον πνίξει σαν κουνέλι. Συγκρατήθηκε όμως και προσπάθησε ν’ αποκόψει την ακοή του από το υπόλοιπο μυαλό του για να μην κάνει κάτι που θα το μετάνιωνε.

Ο Πέτρος, ατάραχος, κοιτούσε στο τζάμι της πόρτας και προσπαθούσε να φτιάξει τον μπερέ του και το κασκόλ του, σε κάποια από τις ελάχιστες αντανακλάσεις του εσωτερικού χώρου.

Μετά από αρκετή ώρα και μερικούς άσκοπους κύκλους για να ανέβει η ταρίφα, έφτασαν έξω από ένα μεγάλο κτίριο.

Οι δύο τους κατέβηκαν και ο Νίκος πλήρωσε τον ταξιτζή που δεν είχε σταματήσει να διαμαρτύρεται μέχρι εκείνη την ώρα. Φεύγοντας τον άκουσε να τους διαολοστέλνει και να ανοίγει τέρμα τη μουσική, με την ‘Άντζελα’ να τραγουδά προδοσίες.

Οι σεκιούριτι στην είσοδο χαιρέτησαν γνώριμα τον ξάδελφο αλλά σταμάτησαν τον Πέτρο που ερχόταν, σε μικρή απόσταση, ξοπίσω του.

«Που πάτε κύριε;» τον ρώτησε ο σεκιουριτάς.

«Στον εκδότη. Είμαι συγγραφέας!» είπε με καμάρι.

«Συγγραφέας;»

«Ναι, ίσως να με γνωρίζετε. Λέγομαι Πέτρος Τάραχος κι έχω εκδώσει μια ποιητική συλλογή κι ένα μυθιστόρημα, τον ‘θάνατο του μαντολίνου’, από τις εκδόσεις…»

«Μαζί μου είναι παιδιά. Έλα ξάδελφε» διέκοψε ο Νίκος που είδε έγκαιρα τη σκηνή.

Ο Πέτρος τον ακολούθησε και ανέβηκε μαζί του στο ασανσέρ για τον τελευταίο όροφο του κτιρίου, όπου βρισκόταν ο εκδότης

Μόλις έφτασαν, αφού ο Νίκος χαιρετήθηκε φιλικά με όλους τους υπαλλήλους της γραμματείας του, άνοιξε με οικειότητα την βαριά ξύλινη πόρτα και μπήκε μέσα, αγκαλιάζοντας εγκάρδια έναν ευτραφή εξηντάρη, ο οποίος μόλις είχε σηκωθεί από το πολυτελές γραφείο του για να τους υποδεχθεί.

«Αυτός είναι ο περιβόητος ξάδελφος Νικόλα;»

«Αυτός, αυτός…»

 

Πιθανώς συνεχίζεται…


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις