image«Θα σκάσεις ρε καραγκιόζη;» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του δρόμου, τη στιγμή που ο Πέτρος είχε καβαλήσει το κάγκελο.
«Ποιος είναι; Σε μένα μιλάς;» φώναξε κοιτώντας ερευνητικά με το βλέμμα μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή της.
«Σ’ εσένα ρε τρελέ με τη χλαίνη! Τι έχεις πάρει πάλι και κάνεις τον ινδιάνο; Άντε τράβα μέσα να κοιμηθούμε. Δουλεύουμε αύριο, δεν είμαστε κοπρίτες όπως εσύ!»
Τότε ακούστηκε το τηλέφωνο να χτυπά επίμονα.
«Έχε χάρη που χτυπά το τηλέφωνο αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ…» σιγομουρμούρισε και ξεκαβάλησε το εικονικό του άλογό.
Το τηλέφωνο τηρούσε το δικό του σιωπητήριο για μήνες. Βλέπεις, κανείς δεν το καλούσε σχεδόν ποτέ, εκτός από τους δικούς του, μια στο τόσο, απλά για να δουν αν ζει ή πέθανε. Ούτως ή άλλως, τους είχε αποκόψει από τις πολλές συνδιαλέξεις γιατί δεν είχαν την ‘κουλτούρα’ του. Όλοι τους ήταν εργαζόμενοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και δεν ταίριαζαν με το ‘πνευματικό’ του προφίλ.

Στάθηκε για λίγο από πάνω του να το παρατηρεί να κουδουνίζει. Πήγε ν’ απλώσει το χέρι δύο φορές αλλά δίστασε να το πιάσει. Η ξαφνική διακοπή της σιωπής του τον είχε τρομοκρατήσει, ειδικά τέτοια ώρα. Άρχισε να σκέφτεται μήπως ήταν κάποιος που του χρωστούσε, μετά προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του φίλους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Είπε να το βγάλει από τη πρίζα αλλά και πάλι αν ήταν κάτι σημαντικό; Ίσως είχε πεθάνει κάποιος δικός του. Όση ώρα οι σκέψεις αυτές τριγυρνούσαν στο μυαλό του, αυτό συνέχιζε να χτυπά δαιμονισμένα. Ξαφνικά, τέντωσε το χέρι του και το άρπαξε σα να ήθελε να το σκοτώσει. Το έβαλε στο αυτί του και ψέλλισε.
«Ναι…»
«Ναι, με ακούτε;»
«Πολύ καλά, ποιος είστε;»
«Εσείς ποιος είστε;»
«Εσείς με καλέσατε, εσείς θα μου πείτε ποιος είστε!»
«Αν δεν μου πείτε εσείς ποιος είστε πως θα ξέρω ότι μιλώ με τον σωστό άνθρωπο για να σας πω ποιος είμαι;»
«Μου είναι άγνωστη η φωνή σας και δεν μπορώ να σας πω. Να μου πείτε εσείς πρώτος»
«Και η δική σας μου είναι άγνωστη αλλά επειδή είναι κάτι σημαντικό δεν μπορώ να το πω σε οποιονδήποτε κύριε!»
«Ούτε τ’ όνομα σας;»
«Ούτε!»
Ο Πέτρος σκέφθηκε ότι μπορεί να ήταν κάποια σοβαρή εκδοτική πρόταση και αποφάσισε να σπάσει την ‘παρθενιά’ της απάντησης.
«Τέλος πάντων αγαπητέ μου, αφού επιμένετε θα σας απαντήσω. Ονομάζομαι Πέτρος Τάραχος και είμαι συγγραφεύς!» απάντησε με στόμφο.
«Τάραχος; Όπως λέμε αυγοτάραχο;» ρώτησε γελώντας ο συνομιλητής του.
«Αγαπητέ, ας αφήσουμε τους, υπό το μηδέν, αστεϊσμούς και ας έρθουμε στο προκείμενο. Ποιον ζητάτε;»
«Άστο, λάθος φιλαράκι, εγώ ψάχνω τον Μπακαούκα από τη λαχαναγορά. Καλά αυγοτάραχα συγγραφέα. Χαχαχα» είπε κλείνοντας τη γραμμή.
«Λαχαναγορά…» επισήμανε με αηδία ο Πέτρος κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας και άφησε απότομα το ακουστικό πίσω στη θέση του. Ασυναίσθητα, σκούπισε το χέρι του στο παλτό λες και είχε πιάσει το ελεεινότερο αντικείμενο της ζωής του. Έπειτα, έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, μη τολμώντας να βγει και πάλι έξω και κάθισε στον υπολογιστή.
Πριν προλάβει να βολευτεί, το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Το σήκωσε τσατισμένος πιστεύοντας ότι είναι ο ίδιος τύπος.
«Τι θέλετε πάλι κύριε; Θα σας καταγγείλω!»
«Έλα ρε ξαδελφάκι, τι κάνεις; Ο Νίκος είμαι. Ποιον θα καταγγείλεις;»
«Εσύ είσαι Νικόλα; Τίποτα ρε συ. Νόμιζα ότι είναι ένας βλάκας που κάνει πλάκες…»
«Καλά είσαι;»
«Καλά, εσύ πως και με θυμήθηκες; Συμβαίνει κάτι σοβαρό, κάτι κακό;»
«Καλό ξάδελφε, πολύ καλό για σένα!»
«Τι, μου βρήκες εκδότη;»
«Όχι, σου βρήκα δουλειά!»
Στο άκουσμα της λέξης ‘δουλειά’ το αίμα του Πέτρου πάγωσε. Το πρόσωπο του κιτρίνισε και τα μάτια του γούρλωσαν.
«Δουλειά;» ρώτησε με τρόμο.
«Ναι, δουλειά. Δεν θέλεις;»
«Δεν λέω, απλά είμαι απασχολημένος με το γράψιμο τον τελευταίο καιρό και…»
«Και δεν έχεις φράγκο» διέκοψε ο ξάδελφος του.
«Η αλήθεια είναι ότι περνάω μια στενωπό το τελευταίο διάστημα σε ότι αφορά τα οικονομικά μου αλλά θα το ξεπεράσω… Τι δουλειά είναι;»
«Επαγγελματίας αναγνώστης σ’ εκδοτικό οίκο. Ενδιαφέρεσαι;»
Η φράση ‘εκδοτικός οίκος’ απάλυνε τον πόνο που του είχε προκαλέσει η ‘δουλειά’ γλυκαίνοντας τη φωνή του.
«Και τι θα κάνω;»
«Τίποτα ιδιαίτερο. Θα διαβάζεις αυτά που στέλνουν στον οίκο, τα χειρόγραφα δηλαδή και θα κάνεις μια έκθεση με το ποια απ’ αυτά κρίνεις ότι πρέπει να εκδοθούν»
«Κριτικός βιβλίου δηλαδή…»
«Όχι ακριβώς. Αυτό που ξέρω είναι ότι θα διαβάζεις καμιά δύο χιλιάδες σελίδες την ημέρα από το σπιτάκι σου και θα πληρώνεσαι. Το έχω κάνει κι εγώ ένα φεγγάρι, πριν ανοίξω το σαντουιτσάδικο. Τι να τους πω;»
«Αυτοί πως με βρήκαν;»
«Δεν σε βρήκαν. Έχω ένα φίλο εκδότη και θέλει προσωπικό. Τι να τους πω;»
«Λες να μ’ εκδώσει και μένα;»
«Που να ξέρω ρε ξάδελφε;»
«Τα λεφτά είναι καλά;»
«Πω, πω ρε συ! Θέλεις να πας ή δεν θέλεις;»
«Θέλω»
«Αύριο κατά τις μία πάρε με τηλέφωνο να σου πω που θα βρεθούμε»
«Εεε, ξέρεις έχω ένα μικρό πρόβλημα»
«Τι; Πάλι δεν έχεις μονάδες στο κινητό;»
«Ε, ναι…»
«Και του σπιτιού; Κομμένο;»
«Ε, ναι… μόνο με παίρνουν…»
«Τι να σου πω ρε συ; Τέλος πάντων, στις δύο στην Ομόνοια. Οκ;»
«Οκ» απάντησε κι έκλεισε το τηλέφωνο.
«Επαγγελματίας αναγνώστης, κριτικός! Ίσως να εκδώσω και το μυθιστόρημά μου!» μονολόγησε περιχαρής, πέφτοντας με τα ρούχα στο κρεβάτι και χαμένος στις σκέψεις, μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.

Πιθανώς συνεχίζεται…

...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις