imageΣτην Ελλάδα -πολύ παλιά- είχαμε την πλάκα, το καλαμπούρι και το χαβαλέ, τα οποία είχαν διακριτούς ρόλους. Κανένα από τα τρία δεν μεταφράζεται επαρκώς σε μια ξένη γλώσσα.

Υπήρχαν βέβαια πάντα αυτοί που είχαν χιούμορ και μάλιστα πολύ εκλεπτυσμένο.

Επικράτησαν όμως αυτοί ενός ερμαφρόδιτου υβριδίου, μεταξύ πλάκας, καλαμπουριού, χαβαλέ, σαχλαμάρας, χιούμορ, φάρσας και κρύου αστείου, χωρίς όρια.

Η αποθέωση ήταν στα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, χωρίς να αποκλείονται και οι εφημερίδες ή τα βιβλία, με αποκορύφωμα τα τελευταία χρόνια, το διαδίκτυο.

Η μία ανοησία ακολουθούσε την άλλη και όλοι μαζί επικροτούσαν τους αρχιανόητους, δημιουργώντας ένα κίνημα ηλιθιότητας που προσπαθούσε να μιμηθεί κάτι απροσδιόριστο και ονόμαζε όλο αυτό το βλακώδες συνονθύλευμα χιούμορ, το οποίο δεν είχε τίποτα να προσφέρει στον αποδέκτη του.

Μέσα από αυτό λοιδορούνταν άνθρωποι σαν άτομα του περιθωρίου από πραγματικά περιθωριακούς που δεν ‘κοίταζαν την καμπούρα τους’ και κλαψούριζαν όταν ερχόταν η σειρά τους.

Κανείς από αυτούς δεν κατάλαβε ποτέ την προσβολή του προς τους άλλους αλλά κυρίως στον εαυτό του γιατί ποτέ κανείς δεν είδε τι έλεγαν οι ‘συναγελαζόμενοι’ για τον ίδιο πίσω από την πλάτη του.

Κάποιοι από αυτούς πλούτισαν ή βρήκαν τρόπο ανάδειξης και έγιναν πρότυπο μίμησης και θαυμασμού και τότε επήλθε το μοιραίο…

Οι ομάδες των χαμηλοεπίπεδων πλημμύρισαν τον τόπο και οι αναδεδειγμένοι τους, που βρέθηκαν σε χώρους που δεν τους ταίριαζαν -αλλά ήθελαν να είναι- αποφάσισαν να καλύψουν το κενό αυτό με τη ‘σοβαρότητα’ του ανώνυμου ή του επώνυμου βλάκα, ο οποίος, όταν δεν μπορεί να αντιδράσει με τον τρόπο που θέλει κατεβάζει ρολά και αφήνει ανέκφραστο ή σκυθρωπό το πρόσωπό του ή επιτίθεται χωρίς λόγο.

Όταν όμως μπορεί… εκεί γίνεται το θαύμα. Αμέσως θα βάλει τον αναπτήρα στον κώλο του για ν’ ανάψει φωτιά με την κλανιά, γελώντας με τους άλλους για το ‘χιούμορ’ του!

Αυτή η συμπεριφορά δεν έχει ούτε ηλικία, ούτε διασημότητα ή ασημότητα, ούτε μορφωτικό επίπεδο ή μη αλλά ούτε και φύλο. Είναι θέμα χαρακτήρα και προσωπικού επιπέδου, το οποίο αν δεν το καλλιεργήσεις, θα το πάρεις μαζί σου όπως είναι…


image«Γεια σου Πετράν, ονομάζομαι Νέσσος Κόβαλος» είπε και του πρότεινε το χέρι.

«Χάρηκα κύριε Κόβαλε. Θα προτιμούσα όμως να με λέτε Πέτρο και όχι Πετράν»

«Έγινε Πετράκη, κάθισε»

Αφού στρογγυλοκάθισαν όλοι στις καρέκλες τους, ο Κόβαλος πήρε το λόγο «ο ξάδελφος σου πρέπει να σε αγαπάει πολύ. Είναι καιρός που μου μιλάει για σένα αλλά να σου πω την αλήθεια, ήμουν λίγο επιφυλακτικός»

«Για ποιο λόγο κύριε Κόβαλε;»

«Λέγε με Νέσσο»

«Πολύ ωραία. Για ποιο λόγο Νέσσο;»

«Γιατί έχω ήδη σταθερούς συνεργάτες και δεν θέλω να τους αλλάζω, αν δεν υπάρχει λόγος»

«Δεν θα ήθελα να πάρω τη θέση κάποιου άλλου. Προτιμώ να μην εργαστώ αν τίθεται τέτοιο θέμα»

Ο ξάδελφος του τον κοίταξε λοξά υποψιασμένος ότι ήθελε να αποφύγει τη δουλειά και παρενέβη άμεσα «δεν τέθηκε τέτοιο θέμα στη συζήτηση…»

«Ο κύριος Κόβαλος, ο Νέσσος δηλαδή, μόλις είπε ότι…»


imageΚαι μέσα από τα σκοτάδια πετάχτηκαν οι παρακατιανοί πεινασμένοι δούλοι που ζουν για να ευχαριστούν τον αφέντη σε κάθε του διαταγή. Πλήρωσαν το σκοπό τους, που δεν ήταν άλλος από την διατήρηση στην εξουσία αυτού που τους έδινε ένα κομμάτι ξυνισμένο ψωμί βουτηγμένο σε κομμένο γάλα. Εκείνη τη μέρα άρχισαν να ευελπιστούν ότι θα τους ρίξει και μερικά από τα αποφάγια του... Δεν τους πείραζε. Έτσι είχαν μάθει. Γι αυτό πίστευαν ότι προορίζονταν... Δεν ένιωθαν κατώτεροι αλλά κάποιοι, όσο ο αφέντης, τους ανέθετε "καθήκοντα". Πίστευαν σ´ αυτόν όπως ο πιστός στο Θεό του. Δεν ήθελαν άλλον αφέντη εκτός κι αν αυτός ήταν πιο δυνατός από το δικό τους. Δεν ήθελαν ούτε το φως της ημέρας και την ανασφάλεια της δουλειάς. Έκοβαν βόλτες στα μαύρα και υγρά μπουντρούμια μέχρι να λάβουν εντολή να αφήσουν την προσωπική τους κόλαση και παράδεισο για να την εκτελέσουν...
Σ´ αυτούς βασίζονταν ο φεουδάρχης για να επιβάλλεται στο φως της ημέρας...


imageΜια ψηλή χυμώδης παρουσία κατηφόρισε το μικρό μονοπάτι προς την παραλία. Ψηλή, ξανθιά με κοντό μαλλί και μεγάλα μαύρα γυαλιά. Φορούσε ένα παρεό σφιχτά δεμένο στη μέση που διέγραφε έντονα και προκλητικά τις καμπύλες της. Ο μικρός στηθόδεσμος του μαγιό με το ζόρι κρατούσε τις δύο μεγάλες σφαίρες μέσα του. Με μικρά και αργά βήματα γεμάτα χάρη, που έκαναν τη λυγερή κορμοστασιά της να λικνίζεται αιθέρια, περπάτησε στην άμμο μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό σημείο. Εκεί άπλωσε με χάρη την ψάθα της και έλυσε το παρεό και το στηθόδεσμο της, αφήνοντας απελευθερωμένα τα στήθη της να πάλλονται δεξιά και αριστερά και ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω της. Οι στητές της ρώγες καρφώθηκαν με μανία πάνω στην ψάθα, λες και ήθελαν να την τρυπήσουν, όσο τα στήθη της ξεχείλισαν από το πλάι του σώματός της.

Το μικροσκοπικό μπικίνι αποκάλυπτε δύο ολοστρόγγυλα ημισφαίρια που σχημάτιζαν μια χορταστική πανσέληνο μέσα στο καταμεσήμερο. Ο καυτός ήλιος έλουζε γλυκά με τις ακτίνες του το μπρούτζινο κορμί της, την ώρα που όλος ο αντρικός πληθυσμός είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της.


Η τρίχα του συγγραφέα - Εξώφυλλο

Η νύχτα του έπεσε βαριά. Βογκητά και παραμιλητά συνόδευαν τον ύπνο του. Έβλεπε κόσμο να τον κυνηγά, πρόσωπα άγνωστα που του ήταν όμως οικεία. Ο ξάδελφος Νίκος τον κοίταζε μέσα στα όνειρα του και τον έδειχνε με το δάχτυλο γελώντας σαρκαστικά. Ιδρώτας τον έλουζε πατόκορφα κι ένας κόμπος στο λαιμό του τον έπνιγε. Κάποιοι φίλοι του από το καφέ τον περιγελούσαν, ενώ άλλοι τον κοίταζαν απαξιωτικά σαν κάτι κατώτερο.

«Δουλεία…» άκουσε έναν από αυτούς να λέει και όλοι αποτροπιάσαν με τη βδελυρή και ανόσια λέξη. Έβλεπε να τον αποφεύγουν και να τον περιφρονούν.

«Σκλάβος…» ακούστηκε ένας δεύτερος και όλοι έσκασαν στα γέλια.

Η ντροπή τον έκανε φύγει, να χαθεί στους δρόμους μέσα στον καλοκαιρινό καυτό ήλιο. Ένιωσε να καίγεται, να ψήνεται, να διψά ψάχνοντας για ένα ποτήρι νερό και η Αθήνα να είναι άδεια, έρημη, τα περίπτερα κλειστά. Μια δροσιά μικρή τον ανακούφισε. Κοίταξε το χέρι του που βρισκόταν μέσα σ’ ένα κουβά νερό.

«Επιτέλους λίγη δροσιά. Θα ξεδιψάσω!» είπε αλλά ένα συνεχές κορνάρισμα αυτοκινήτου που ερχόταν κατά πάνω του τον έκανε να ουρλιάξει.



image«Θα σκάσεις ρε καραγκιόζη;» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του δρόμου, τη στιγμή που ο Πέτρος είχε καβαλήσει το κάγκελο.
«Ποιος είναι; Σε μένα μιλάς;» φώναξε κοιτώντας ερευνητικά με το βλέμμα μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή της.
«Σ’ εσένα ρε τρελέ με τη χλαίνη! Τι έχεις πάρει πάλι και κάνεις τον ινδιάνο; Άντε τράβα μέσα να κοιμηθούμε. Δουλεύουμε αύριο, δεν είμαστε κοπρίτες όπως εσύ!»
Τότε ακούστηκε το τηλέφωνο να χτυπά επίμονα.
«Έχε χάρη που χτυπά το τηλέφωνο αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ…» σιγομουρμούρισε και ξεκαβάλησε το εικονικό του άλογό.
Το τηλέφωνο τηρούσε το δικό του σιωπητήριο για μήνες. Βλέπεις, κανείς δεν το καλούσε σχεδόν ποτέ, εκτός από τους δικούς του, μια στο τόσο, απλά για να δουν αν ζει ή πέθανε. Ούτως ή άλλως, τους είχε αποκόψει από τις πολλές συνδιαλέξεις γιατί δεν είχαν την ‘κουλτούρα’ του. Όλοι τους ήταν εργαζόμενοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και δεν ταίριαζαν με το ‘πνευματικό’ του προφίλ.

imageΠροσπάθησα να σε δω, μα δεν σε πρόλαβα. Προσπάθησα να σε αγγίξω αλλά φτερούγισες. Προσπάθησα να σε ακούσω, μα εσύ δεν μίλησες. Προσπάθησα να σε μυρίσω, αλλά μου κρύφτηκες. Θέλησα να σε γευτώ και λίγο μ´ άφησες. Γλυκιά αμαρτία σαν από κόλαση βγαλμένη.
Βούτηξα τη γλώσσα στο μυαλό μου και σ´ άπλωσα σε όλες μου τις αισθήσεις. Τότε σε είδα, σε μύρισα, σ´ αγκάλιασα, σε άκουσα στην καρδιά μου. Έτσι χωρίστηκα στα δύο, κομμάτια ανόμοια, ανάξια της μορφής σου. Το ένα να σε μισεί που έφυγες, το άλλο να σ´ αγαπά που το 'κανες νωρίς. Το ένα να θέλει να σε πιει, το άλλο να σ´ εξατμίσει.
Διαλύομαι στη σκέψη σου, μαζεύω τα συντρίμμια, μα δεν τολμώ να ψιθυρίσω ούτε το όνομα σου. Τα λόγια τυφώνας στο μυαλό μου. Οι σκέψεις κόλαση στην ψυχή μου. Οι αισθήσεις σκοτάδι στο φως μου.
Άφταστη μικρή μου ομορφιά, κράτα με μη σε ξεχάσω. Γλυκιά ανάμνηση ζέστη, παρθένα παρουσία.


imageΚοιτάζω το παράθυρο ψηλά και πασχίζω να πιάσω τις ακτίνες του ήλιου αλλά αυτές όλο και μου ξεφεύγουν, όλο και πηδούν ψηλότερα την ώρα που το χέρι μου πάει να τις αγγίξει. Είναι λες και θέλουν να μου ξεφύγουν, να με αφήσουν στο πηχτό σκοτάδι, να ελπίζω πω κάποια μέρα θα τις πιάσω, πως κάποια μέρα θα γίνουν δικές μου και θα με ζεστάνουν ολόκορμα.

Μου δίνουν ελπίδα αλλά δεν με πλησιάζουν. Φωτίζουν αμυδρά το κελί μου κάθε φορά και σε άλλο σημείο, σαν να προσπαθούν να με αφήσουν να δω ένα μέρος του μόνο. Σκουπίζουν από τους τοίχους την υγρασία με την κάψα τους αλλά και πάλι, πάντα σε κάποιο διαφορετικό σημείο, κάθε μέρα που ξημερώνει.

Με αφήνουν να ζω μες το όνειρο του φωτός αλλά κάθε φορά μου το παίρνουν πίσω. Με βασανίζουν, με ταλαιπωρούν, βιάζουν το μυαλό μου. Αναρωτιέμαι αν το φως αυτό είναι αληθινό ή ζει στα φαντασία μου. Αν η αγάπη μου για τη ζωή είναι τόσο μεγάλη που έχει δημιουργήσει μια δημιουργική τρέλα που με κρατά ζωντανό μέσα σε τέσσερεις μουσκεμένους τοίχους.

«Να, ήρθαν πάλι» λέω και κάθε μέρα προσπαθώ να τις πιάσω. Το βασανιστήριο έχει γίνει πια παιχνίδι χωρίς να το καταλάβω… αυτές παίζουν κρυφτό με την ψυχή μου και έχουν βαλθεί να με τρελάνουν. Ώρες ώρες χτυπούν τα νοτισμένα σκεπάσματα μου, χωρίς όμως να τ’ αφήνουν να στεγνώσουν ολότελα. Το κάνουν λες και θέλουν να τις έχω ανάγκη, να τις αποζητώ καθημερινά μέσα στο φριχτό μέρος που έχω καθηλωθεί.


imageΈκλεισα για λίγο τα μάτια μου και αφουγκράστηκα την αναπνοή μου. Άκουσα τον δροσερό αέρα να μπαίνει και να βγαίνει από το σώμα μου ρυθμικά. Στην αρχή γρήγορα και μετά ολοένα και πιο αργά. Προσπάθησα να τον σταματήσω, χωρίς αποτέλεσμα. Ήθελα να δω πως θα είναι αν κάποιος δεν αναπνέει πια, να αισθανθώ την πλήρη σιγή, την απόλυτη ηρεμία που δίνει ένα άψυχο σώμα. Τότε ήταν που άκουσα την καρδιά μου να χτυπά στο δικό της τέμπο, να δίνει παράσταση ζωής σε όλο μου το κορμί, να το κρατά στη ζωή. Αναρίγησα με τη σκέψη της. Αυτή ήταν που δεν με άφηνε να πάψω να αναπνέω. Αυτή έδινε εντολή στους πνεύμονες μου να ρουφούν τον καθάριο θαλασσινό αέρα και να τον στέλνουν παντού. Τον ένιωσα να κυλά στις φλέβες μου, στα όργανά μου. Γεύτηκα την αλμύρα του, ακόμα και το ιώδιο στο στόμα μου. Έκαψα τα ρουθούνια μου μαζί του.

Αυτή φταίει για όλα σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή άλλαξα γνώμη και προσπάθησα να την σταματήσω, να δω πως θα είναι η ζωή χωρίς αυτή, ακόμα και αν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς το χτύπο της και τα συναισθήματα της. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έσφιξα τα μάτια περισσότερο και την κράτησα μέσα μου, σα να βουτούσα στα βάθη του ωκεανού, σαν εξερευνητής μιας άλλης ζωής, μακριά από όλα αυτά.

Την άκουσα να χτυπά δυνατά μέσα στα μηνίγγια μου. Ένιωσα τα πόδια μου να ριζώνουν στο έδαφος και τα χέρια μου να με τυλίγουν σαν κλαδιά έτοιμα να πετάξουν βλαστούς. Ο τυμπανιστός της ήχος άρχισε να γίνεται πιο αργός και σιγά-σιγά να απομακρύνεται γεμίζοντας με ελπίδες. Ίσως να κατάφερνα να κάνω αυτό που δεν έχει κάνει κανείς άλλος. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να επιτύγχανα να της επιβληθώ. Ήθελα τόσο πολύ να το κάνω. Να της δώσω να καταλάβει ότι δεν μπορούσε να κυριαρχεί επάνω μου όποτε αυτή θέλει. Δεν μπορούσε να χτυπά για όποιον και όποια ήθελε χωρίς να με ρωτά. Έπρεπε να της δώσω ένα μάθημα.


 
imageΚάποτε ήταν ένας συγγραφέας, ο Πέτρος. Ολημερίς κι ολονυχτίς, έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, ξανάσβηνε. Που τον έχανες που τον έβρισκες ήταν πάνω από ένα σωρό χαρτιά με σημειώσεις ανάκατες, άλλες σημαντικές κι άλλες αδιάφορες.
Προσπαθούσε να τελειώσει ένα μυθιστόρημα που έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια πυρετωδώς. Τα βράδια, στο μισοσκότεινο δωμάτιο του, κάτω από το αχνό φως ενός λαμπατέρ βαρούσε τα πλήκτρα της γραφομηχανής μεθοδικά κοιτώντας τις σημειώσεις του. Ήθελε να αποκτήσει τη στόφα του διανοούμενου. Τον υπολογιστή που είχε κοντά του δεν τον χρησιμοποιούσε, παρά μόνο για να μπαίνει στο ιντερνέτ και να γράφει στο Facebook ή στο blog που διαχειριζόταν, προσπαθώντας να τύχει αναγνώρισης.
Παρίστανε τον αριστερό και τον άθεο, αν και δεν ήξερε τι ήταν, γιατί έτσι είχε μάθει από τους άλλους. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι αριστερός και άθεος για ν’ αναδειχθεί. Έτσι, άφηνε επικριτικά σχόλια κατά των δεξιών, της εκκλησίας, των άλλων αριστερών -γιατί αυτός ανήκε σε μια ιδιαίτερη κάστα-, εκτός κι αν θεωρούσε ότι κάποιοι από αυτούς θα τύγχαναν της απόλαυσης των γραπτών του, σε πιθανή μελλοντική έκδοση του αριστουργήματος, που όλο ετοίμαζε και ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα.
Τα πρωινά ντυνόταν όπως ένας καθώς πρέπει συγγραφέας. Τον χειμώνα φορούσε ένα παλτό σαν χλαίνη ή ένα παλιό πράσινο τζάκετ, ένα μπερέ λίγο στραβά για να δημιουργεί τύπο κι ένα κασκόλ. Περισσότερο έμοιαζε με διαφήμιση αντιγριπικού παρά με σοφό… Μετά, έβαζε το χέρι στην τσέπη και μετρούσε τα ψιλά που του είχαν περισσέψει από το επίδομα ανεργίας ή από την πώληση κανενός άρθρου για μια ελάχιστη αμοιβή κι έπαιρνε το λεωφορείο για να βρεθεί στα Εξάρχεια μαζί με άλλους ομόσταυλους του, συζητώντας περί κουλτούρας και τέχνης.


image «Κοίτα ρε τους καραγκιόζηδες τι έκαναν!»
«Τι έγινε πάλι ρε Πέτρο;»
«Τι να γίνει ρε συ Νίκο; Δεν βλέπεις; Στραβός είσαι;»
«Που να δω;»
«Μπροστά σου, αυτό το ωραίο μέρος που το έκαναν βόθρο! Καλά, εδώ βρήκε να πετάξει ο ηλίθιος τον κουβά του; Κοίτα ρε τι έχει κάνει ο γελοίος!»
Στα τρία μέτρα από τα πόδια τους βρισκόταν ένας πεταμένος κουβάς από χρώμα, απομεινάρι της εργασίας ενός ασυνείδητου που θεώρησε κάποια παραλία χωματερή. Η θάλασσα τον είχε ξεβράσει κοντά στα πόδια τους τσιτώνοντας τα νεύρα του Πέτρου. Ο Νίκος, ως πιο ήρεμος, από τη φύση του, προσπαθούσε να καθησυχάσει τον αγανακτισμένο φίλο του.
«Έχεις δίκιο Πέτρο αλλά ας μην αντιδρούμε έτσι. Στο κάτω-κάτω μια βόλτα στην παραλία ήρθαμε να κάνουμε, μέχρι να έρθει η ώρα να βρούμε τα κορίτσια. Πάμε να φύγουμε…»
«Δεν μπορώ. Κάτσε να τον μαζέψω και φεύγουμε. Άντε με τους…»
«Εγώ λέω να τον αφήσεις εκεί. Θα έρθει ο δήμος να το κάνει αύριο»
«Σιγά μην έρθει» ανταπάντησε ο Πέτρος και έσκυψε να πιάσει τον κουβά.


image Το ξύλινο πάτωμα γεμάτο χρώματα. Στο βάθος ένα μαρμάρινο μικροσκοπικό αντίγραφο του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου, μ’ ένα σακάκι πεταμένο πάνω στο κεφάλι της. Μια μάσκα ηθοποιού από τη Βενετία, κρεμασμένη στον τοίχο λες και περιμένει κάποιον να την φορέσει κρύβοντας την «ασχήμια» του πραγματικού του ρόλου. Στο τραπέζι πίσω του σκόρπια χαρτιά και μια παλιά πένα, απομεινάρι κάποιων αποτυχημένων συγγραφικών προσπαθειών του παρελθόντος. Όλα ανακατεμένα σε μία περίεργη τάξη, καταδεικνύουν το ανήσυχο πνεύμα του ιδιοκτήτη τους.
Ο Γιώργος στη μέση του σχεδόν άδειου δωματίου κοιτά ένα τεντωμένο τεράστιο καμβά μπροστά του και του πετά συνεχώς χρώματα, λες και θέλει να κυριαρχήσει πάνω του. Μια με το χέρι, μια με το πινέλο κι άλλες φορές με τον κουβά. Δεν ξέρει πλέον αν ζωγραφίζει ή αν προσπαθεί να καταστρέψει ότι είχε φτιάξει πριν από λίγο, σε μια αέναη και κτηνωδώς επίμονη προσπάθεια του, ξανά και ξανά και ξανά. Τίποτα δεν του φαίνεται καλό. Κάθε επόμενο σχέδιο, του φαίνεται χειρότερο από το προηγούμενο.
Εκεί που νομίζει ότι έχει τρελαθεί και είναι έτοιμος να πάρει ένα μαχαίρι και να σκίσει τον πίνακα σε κομμάτια, το δροσερό αεράκι που μπαίνει από το ορθάνοιχτο παράθυρο τον βγάζει προς στιγμής από το καλλιτεχνικό αμόκ.


imageΚαι τώρα μόνο, βρίσκομαι σε μία παραλία, παρατημένο, παραπεταμένο. Να περιμένω κάποιον να με μαζέψει. Να με κάνει πάλι σύντροφο του, στις χαρές, στις λύπες, στον εκνευρισμό του. Να με πετά με μανία στον τοίχο για να ξεθυμάνει και να νιώσει καλύτερα κι εγώ να γυρνώ πίσω για να τον αφήσω να το ξανακάνει. Να με χτυπά με όλη του τη δύναμη πάνω σε μια ρακέτα κι εγώ να χαίρομαι…
Ναι, να χαίρομαι γιατί αυτή είναι η δουλειά μου, να κάνω τους άλλους χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Γι’ αυτό φτιάχτηκα και επενδύθηκα με τόσο ωραίο χνούδι, δοκιμάστηκα τόσο σκληρά πριν βγω στην αγορά και σταλώ σαν στρατιώτης να εκτελέσω την αποστολή της διασκέδασης. Γι’ αυτό με αγόρασαν και με χάιδευαν με τόση στοργή, κλείνοντας με μέσα στις παλάμες τους. Γι’ αυτό με ζούλαγαν τόσο τρυφερά.


imageΗ Μυρτώ κάθεται μόνη της σ’ ένα βρώμικο και παγωμένο παγκάκι στο σταθμό του τρένου. Ακουμπισμένη νωχελικά προς τα πίσω, με τα χέρια ανάμεσα στα σταυρωμένα πόδια της έχει σκύψει το κεφάλι, λες και θέλει να το χώσει μέσα στο στήθος της, και σκέφτεται. Σκέφτεται τη ζωή της, αυτή που αφήνει πίσω αλλά και αυτή που πάει να βρει. Δεν φαίνεται να τη φοβίζει το άγνωστο πλέον, αν και από μικρή άκουγε συνέχεια τη μάνα της να της λέει ότι είναι φοβητσιάρα. Βλέπεις, η αδελφή της που ήταν πάντα πιο ατίθαση έχαιρε της εκτίμησης της μάνας, που ήθελε οι κόρες της να είναι, όπως έλεγε, «κωλοπετσωμένες». Αυτά τους έλεγε πάντα, θέλοντας να πάρει ουσιαστικά σιωπηλή εκδίκηση από τον αυταρχικό άντρα της, που όπως διατείνονταν, της τον είχαν φορτώσει για μην μείνει στο ράφι.
Τώρα είχε έρθει η ώρα που η ντροπαλή και συνεσταλμένη Μυρτώ σήκωνε επιτέλους το δικό της μπαϊράκι, έστω και χωρίς να το θέλει. Θα άρχιζε μια νέα ζωή που θα την έστελνε μακριά από το σπίτι της. Είχε περάσει στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα και είχε έρθει η ώρα να φύγει από το χωριό. Ένα χωριό που της άρεσε αλλά δεν το ήθελε καθόλου και αν και δεν είχε ούτε μία ώρα που βρισκόταν στο σταθμό είχε αρχίσει να νοσταλγεί.


Κάντε κλικ στην εικόνα

image


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις