imageΕλευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Τρεις λέξεις μαγικές που όλοι τις ενστερνίζονται αν τους ρωτήσεις αλλά κανείς δεν τις πιστεύει.

Ελευθερία, στο λόγο, στην κίνηση στις πράξεις, στη ζωή. Λένε ότι η ελευθερία σου σταματά εκεί που αρχίζει του άλλου. Υποσύνολα στο σύνολο όπως θα λέγαμε στα μαθηματικά. Τι γίνεται όμως αν η δική σου ελευθερία θέλεις να είναι τόσο τεράστια που να ξεσκίζει αυτή των άλλων ή αν δεν θέλεις να έχεις τόση ελευθερία και οικειοθελώς αποποιείσαι του δικαιώματός σου να έχεις αρκετή; Μπορεί να υπάρξει ελευθερία σε μια ουσιαστικά άναρχη πολιτική κοινωνία με νόμους; Θα μου πείτε τώρα, πως γίνεται να έχεις άναρχη κοινωνία με νόμους. Γίνεται, αν δεν εφαρμόζονται, αν είναι ανενεργοί και αν ο κάθε ένας κάνεις ότι γουστάρει επικαλούμενος το δικαίωμα στην ελευθερία. Εκεί πρέπει να διαλέξεις αν θα είσαι νόμιμα ή παράνομα ελεύθερος, αν θα ασκήσεις το δικαίωμα σου στην ελεύθερη παρανομία κάνοντας τους νομιμόφρονες υποτελείς ή αν θα είσαι νόμιμα ελεύθερος εκμεταλλευόμενους τους νόμους με άλλοθι την παρανομία των ελευθέρων, κάτι σαν τον Εφραίμ. Είσαι πράγματι ελεύθερος να μιλάς, να γράφεις και να κινείσαι όπως θέλεις ή πρέπει να ακολουθείς κανόνες που ο κάθε ελεύθερος πολιτικός θα σου επιβάλλει στερώντας σου το δικαίωμα, γιατί από το λόγο σου στερείται η δική του ελευθερία να σε εξαπατά με το δικό του λόγο και τις πράξεις;


image

Η νύχτα έπεσε βαριά στην πόλη. Ο μοναχικός άντρας που περιδιάβαινε τους δρόμους της ένιωθε μια γλυκιά χειμερινή μελαγχολία. Ντυμένος ζεστά με ένα μάλλινο παλτό πάνω στο ακριβό κουστούμι του περπατούσε τραβώντας βαθιές ανάσες από τον κρύο αέρα που έδειχνε καθαρότερος λόγω της σπάνιας κίνησης των αυτοκινήτων.

Τα λιγοστά φώτα των δρόμων και των ελάχιστων ανοιχτών καταστημάτων έκαναν παρέα με τις φωτεινές πινακίδες των κλειστών και όλα μαζί τον συντρόφευαν διακριτικά στο βραδινό του περίπατο.

Οι παράταιρες και σπασμένες πλάκες του πεζοδρομίου με το γκριζωπό χρώμα χάνονταν κάτω από τη γυαλάδα των παπουτσιών του. Συνέχισε να ανεβαίνει τον κεντρικό δρόμο με τα χέρια στις τσέπες και ασυναίσθητα να παρατηρεί για πολλοστή φορά τα λιγοστά δέντρα του γειτονικού πάρκου. Κάθε φορά που τα έβλεπε ήταν όλο και πιο μαραζωμένα, όλο και πιο αραιά, λες κι ένα αόρατο χέρι τα κρατούσε να μην αναπτυχθούν και τα έσπρωχνε να αραιώσουν μεταξύ τους για να δώσουν θέση στο τσιμέντο. Είχαν και αυτά την τύχη της υπόλοιπης μη προνομιούχας κοινωνίας.

Αυτή η άσχημη και διεφθαρμένη πόλη μεταμορφωνόταν σε πόρνη κάθε βράδυ και τον σαγήνευε. «Πόλη – πόρνη», δεν ήταν και άσχημη η έκφραση σκέφτηκε.


imageΆφησα τα χνάρια μου στον αγρό. Μύρισα τη φύση και λούστηκα στον ήλιο. Έστρεψα το βλέμμα πίσω μου και είδα το πράσινο μονοπάτι που σμίλεψα στο πέρασμα μου.

Ένιωσα πως άνοιγα τον δρόμο στους επόμενους που θα έρθουν κάποια στιγμή να αισθανθούν όπως εγώ. Να αγαλλιάσει η ψυχή τους, να αισθανθούν την ελευθερία του νου και της όρασης, την απόλαυση της ακοής από το θρόισμα των φύλλων στο δροσερό αεράκι και το κελάιδισμα των πουλιών.

Σήκωσα το κεφάλι ευχαριστώντας την φύση. Έκλεισα τα μάτια για να μην θαμπωθώ από το λαμπερό φως και άνοιξα διάπλατα τα χέρια για ν’ αγκαλιάσω όλη τη γη, ότι υπάρχει γύρω μου.

Έκανα ένα μικρό βήμα και κοίταξα προς το χώμα που με βαστούσε πάνω σε αυτό το θαύμα. Τότε είδα ένα μικρό λουλούδι, με λυγισμένο και σπασμένο το κορμάκι του κάτω από το πόδι μου. Τα πέταλά του δεν είχαν διαλυθεί, στέκονταν ακόμα στητά και ζωηρά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Θα έλεγα πως το μικρό του ανθοστόλιστο κεφαλάκι με κοίταξε με πόνο.

Είναι δυνατόν ένα λουλούδι να νιώθει πόνο; Δεν το ήξερα αυτό, η ψυχή μου όμως το δήλωνε με σαφήνεια. Το είδα ακόμα ριζωμένο αλλά τσακισμένο ν’ αγκομαχά κάτω από το βάρος μου. Εκείνη τη στιγμή τράβηξα το πόδι μου και το έπιασα μαλακά με τη χούφτα μου. Προσπάθησα να το στήσω όπως ήταν. Κάθε φορά όμως που το σήκωνα όρθιο αυτό συνέχιζε να πέφτει.


me-santa claussΔεν υπάρχεις, στο λέω, δεν υπάρχεις. Ακόμα κι αν υπήρχες εγώ δεν θα σε πίστευα.

Τι κόκκινες φορεσιές και σαχλαμάρες ακούω από μικρός;

Τι σάκους με δώρα και τζάκια με καμινάδες;

Αν υπήρχες σήμερα, σίγουρα θα ήσουν ένας μπεκρής κοιλαράς που θα κοίταζε να πληρώσει τους λογαριασμούς της ΔΕΗ ή κανένας λεπτός ριφιφής που θα προσπαθούσε να κατέβει από καμιά καμινάδα για να κάνει πλιάτσικο στα δώρα που αγοράζουν οι γονείς στα μικρά που πιστεύουν, όσα πιστεύουν και όσα έχουν την τύχη να παίρνουν δώρα γιατί για τα υπόλοιπα, όπως πάντα, δεν ενδιαφέρεσαι….

Εγώ δεν σε πίστεψα ποτέ και μια φορά που έκαναν την προσπάθεια να μου το περάσουν οι δικοί μου τους κοιτούσα σα να ήταν χαζοί ή είχαν πάθει τίποτα.

Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι ένας Πάγκαλος με μούσι μπορεί να κατεβεί από μια καμινάδα, όπου υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει, τότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.

Ευτυχώς οι δικοί μου κατάλαβαν το βλέμμα μου και το «αφού αυτά τα πήρε ο μπαμπάς…» και δεν ξανάκαναν την απερισκεψία να το προσπαθήσουν πάλι να πείσουν εμένα ή τα αδέλφια μου.


imageΠριν πάρα, μα πάρα πολλά χρόνια ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τα έβαλε με τον Ομέρ Βρυώνη στο χάνι της Γραβιάς για τα πιστεύω του και νίκησε. Έμεινε στην ιστορία και αν και λίγοι ξέρουν την ιστορία όλοι έχουν ακουστά το μέρος της μάχης και το χρησιμοποιούν σαν παράδειγμα στο λόγο τους.
Σήμερα ζούμε μια άλλη μάχη, αυτή του χανείου της γραβιέρας. Μια παρωδία που κι αυτή θα μείνει στην ιστορία ως η πιο ηλίθια μάχη από τη νεολιθική εποχή έως σήμερα. Γιατί, ενώ από την Ελλάδα πέρασαν πολλοί, πατριώτες, προδότες, κλέφτες, ευεργέτες, ποτέ, μα ποτέ στην ιστορία μας αλλά και αυτή της Ευρώπης δεν έχουν υπάρξει τόσοι ηλίθιοι μαζεμένοι στο ανώτατο επίπεδο ηγεσίας και κυβερνήσεως και τόσοι βολεμένοι «πολίτες».
Αν το πρόβλημα ήταν μόνο ελληνικό θα λέγαμε «πάει στο διάολο…», εδώ όμως πρόκειται για τη συνομωσία των ηλιθίων και των απατεώνων, που προφανώς εκκολάπτονται και αναπαράγονται μεταξύ τους -ευτυχώς για μας δηλαδή- γιατί απ’ ότι φαίνεται το ζήτημα είναι άκρως γονιδιακό και συμπεριφορικό…

imageΗ βαριά δρύινη πόρτα άνοιξε με έναν γλυκό θόρυβο. Ένας αμίλητος και ανέκφραστος κύριος γύρω στα 65 με γυαλάκια και κουστούμι μπήκε μέσα. Η όψη του δεν ήταν σημαντική, μάλλον αδιάφορη θα έλεγε κάποιος που τον έβλεπε για πρώτη φορά. Μια συνηθισμένη φυσιογνωμία. Έκανε ένα μικρό βήμα και πάτησε στο παχύ χαλί που βρισκόταν μπροστά του βυθίζοντας το παπούτσι του στο πυκνό μαλλί.

"Καλώς ήλθατε!" ακούστηκε μια βραχνή γεροντίστικη φωνή από τα δεξιά του. "Σας περιμέναμε καιρό. "Νομίζουμε ότι πλέον ήρθε η ώρα να αποτελειώσετε τη δουλειά που σας ετοιμάσαμε όπως την σχεδιάσατε πριν δέκα χρόνια..." συνέχισε.

Ένα ελαφρύ μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του και δυνατά γέλια αντήχησαν μέσα στην αίθουσα από τους παραβρισκόμενους...

Ένα δεύτερο βήμα τον έφερε κοντά στη βελούδινη πολυθρόνα που τον περίμενε. Κάθισε πάνω της λες και ήταν δικιά του και άπλωσε τα χέρια του στα χοντρά ξύλινα μπράτσα της χαϊδεύοντας τα. Ο ηλικιωμένος που τον υποδέχθηκε έσκυψε και υπέβαλε τα σέβη του με μια βαθιά υπόκλιση. Τα κούτσουρα στο τζάκι συμπλήρωναν την περισσή εικόνα της χλιδής που απέπνεε η ατμόσφαιρα. Ένας – ένας όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα του μεγάρου τον πλησίασαν και του φιλούσαν το χέρι σιωπηλά όσο εκείνος τους θωρούσε ακίνητος με σταθερό και σίγουρο βλέμμα, χωρίς όμως να τους δίνει καμία σημασία.

Βρισκόταν στον κόσμο του που δεν είχε καμία σχέση με τον κόσμο που πίστευαν οι άλλοι ότι ζούσε. Αυτή η ένδειξη υποταγής ήταν αναμενόμενη για τον ίδιο που είχε βρεθεί πολλές φορές στην ίδια θέση με τους υποταγμένους ακόμα και σε αυτή την ηλικία, ακόμα και σε αυτή τη θέση.

Περίμενε πότε θα τελειώσει αυτή η μικρή δόση ικανοποίησης για να φιλήσει κι αυτός τα χέρια στα οποία χρωστούσε και που βρίσκονταν πολύ μακρύτερα από εκείνο τον τόπο…


imageΕίπα κι εγώ ότι θα ζήσω για πρώτη φορά στη ζωή μου ένα δημοψήφισμα.

Να δω πως είναι να έχεις άποψη πάνω σε ένα ζήτημα ρε αδελφέ.

Να ζήσω κι εγώ λίγη από τη δημοκρατία της Ισλανδίας, εκτός από αυτή των ελληνικών εκλογών.

Να πω τη γνώμη μου για θέματα που αφορούν την Ευρώπη και την Ελλάδα και να τους κάνω μια μεγάλη πλάκα μαζί με άλλους Έλληνες και να βγει ένα αποτέλεσμα 80% ότι θέλουμε να φύγουμε από την ευρωζώνη και να χεστούν.

Αλλά δεν με άφησαν… τελευταία στιγμή όλα τα κόμματα έγιναν ένα και λυσσαλέα μου είπαν πάλι ότι είμαι ανεύθυνος και δεν μπορώ να αποφασίσω για την τύχη της χώρας μου.

«Ρε δεν ψηφίζουμε γονείς, πολιτικούς ψηφίζουμε!» θέλω να τους πω και να τους τρίψω στη μούρη την «υπευθυνότητα» τους που μας έχει φέρει σε αυτά τα χάλια.


imageΜα καλά για πόσο γίδια μας έχετε ρε πολιτικάντηδες της πλάκας;

Πόσο ηλίθιοι νομίζετε ότι είμαστε;

Τόσο;

Έ όχι, ούτε τόσο, ούτε καν τόσο δα. Το ότι δεν μιλά ο κόσμος όταν σας ακούει να τον λέτε τεμπέλη ή οι πιτσιρικάδες που τους λέτε αποβλακωμένους και κοπρόσκυλα δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν. Απλά σας έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια αλλά που να το αντιληφθείτε;

Γι’ αυτό όταν έρθει η ώρα τρέξτε να κρυφτείτε κι αν δεν το κάνετε από ντροπή, ως οφείλετε, να το κάνετε από φόβο.


imageΑύριο 28η Οκτωβρίου. Εβδομήντα ένα χρόνια μετά το ΟΧΙ οι σημερινοί πολιτικοί μας είχαν το θάρρος να ξαναπούν ΟΧΙ.

Το θέμα είναι όμως ότι αυτή τη φορά δεν το είπαν στη Γερμανίδα τουρίστρια Μέρκελ, στην οποία προφανώς δεν της είχε κάτσει καλά ή μάλλον καθόλου ο τριχωτός Γκρίκ λάβερ του 70 και γι’ αυτό έχει λυσσάξει να μας τα ξυρίσει και να μας τα κουρέψει όλα...

Αυτή τη φορά το είπαν στους Έλληνες. Σε αυτούς που τους πληρώνουν για να τον υπηρετούν αλλά τους έχουν κάνει υπηρέτες.

Οι «Έλληνες» πολιτικοί ύψωσαν το ανάστημα τους για άλλη μια φορά, μας έδειξαν την πόρτα υπηρεσίας και μας είπαν.

ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ !

Κι εμείς το ακούσαμε. Στην αρχή γελάσαμε. Μετά παραξενευτήκαμε. Αργότερα εξαγριωθήκαμε. Και στο τέλος απογοητευτήκαμε.


image

Αφορμή πάλι για ένα κείμενο μου είναι μια δημοσίευση μου στο Facebook που έκφραζε την απέχθεια μου προς το λυντσάρισμα του Καντάφι.

Αποκλήθηκα από έναν «πολιτισμένο φίλο», δικό μου, της κλασσικής μουσικής και της όπερας, «ρατσιστής» γιατί δεν αντέχω να βλέπω, ούτε καν ένα τύραννο, να βασανίζεται με σβήσιμο τσιγάρων στο κορμί, το ξέσκισμα του πτώματος του και την σκύλευση, όχι μόνο του ιδίου, αλλά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπόστασης, ακόμα και των βασανιστών του. Μέμφθηκα γιατί δεν άντεχα να βλέπω την υπέρμετρη χαρά της «κυρίας» Κλίντον με το κομμάτιασμα του, ενώ στο παρελθόν έκλαιγε με μαύρο δάκρυ για τους πονεμένους αμερικανούς εισβολείς της Σομαλίας, που είχαν την ίδια τύχη.

Επιπλέον, άκουσα ή μάλλον διάβασα ότι, σ’ έναν εμφύλιο αυτά είναι «σταγόνες που λερώνουν το χαλί» και είναι «φυσικό και δικαιολογημένο», να βλέπουμε ανθρώπους να περιφέρονται με κομμένα κεφάλια στα χέρια.


imageΕίχα ένα φίλο στη δουλειά που έλεγε κοροϊδευτικά την Ελλάδα, «Ελλαδία». Τώρα που το σκέπτομαι, μετά τα σημερινά επεισόδια, μάλλον είχε δίκιο. Γιατί έτσι έχουν καταντήσει οι πολιτικοί την Ελλάδα. Την έχουν κάνει Ελλαδία, κάτι σαν την Πομπηία την εποχή της παρακμής της.

Όχι απλά μια συρρικνωμένη χώρα αλλά μια παρηκμασμένη πόλη όπου κυριαρχούσαν τύραννοι αυτοκράτορες, λουκούλλεια γεύματα, διαφθορά, επιβολή της δικής τους προσωπικής «τάξης» με το ζόρι, σκόρπισμα χρημάτων δεξιά και αριστερά και άλλα πολλά.

Μ’ όλα αυτά που γίνονται χάνονται τα λόγια μας, δεν μπορούμε να μιλήσουμε, να εκφραστούμε πια. Ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι έχουμε χούντα, όπως επίσης αυξάνονται και οι υποστηρικτές του Παπαδόπουλου. Αυτό δείχνει ότι ο κόσμος είναι πλέον πελαγωμένος και ψάχνει να βρει από κάπου να κρατηθεί.

Προσωπικά εμένα δεν με ενδιαφέρουν ούτε τα κόμματα, ούτε τα αποκόμματα, ούτε οι φθαρμένες ή μη ιδεολογίες που λειτουργούν σαν ναρκωτικό για τον περισσότερο κόσμο, ούτε οι χούντες, ούτε οι φούντες. Με ενδιαφέρει όμως η ποιότητα ζωής και ο τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας που ζω και αυτό βλέπω να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.


image«Αριστόδικε τον βλέπεις αυτόν που κάθεται στην κορφή του βουνού απέναντι;»

«Τον βλέπω Εύδωρε»

«Αυτός είναι ο Ξέρξης!»

«Αυτός είναι ο περιβόητος Ξέρξης;»

«Ναι αυτός…»

«Και τι κάνει εκεί πάνω καθισμένος στο θρόνο με όλη αυτή την κουστωδία που φτάνει μέχρι τους πρόποδες;»

«Περιμένει να δει τη νίκη του. Να μας δει όλους να χάνουμε όπως στο Αρτεμίσιο και μετά να εφορμήσει σε όλο τον κόσμο…»

«Παντού;»

«Ναι παντού! Κρύψου κάποιος κοιτά προς τα δω!»

Ο Αριστόδικος και ο Εύδωρος κρύφτηκαν σε μια μικρή πέτρινη σπηλιά καλυμμένοι από δρύες, ενός εκ των κορυφών του όρους Αιγάλεω, που τους έδινε άπλετη ορατότητα προς τη ναυμαχία που λάμβανε χώρα στα στενά και το στρατό του Ξέρξη που είχε σκαρφαλώσει με την ίδια επιθυμία, ακολουθώντας τον βασιλιά του.

Από εκεί παρακολουθούσαν τον γεμάτο έπαρση Πέρση να παρατηρεί τα τεράστια δυσκίνητα πλοία του που εφορμούσαν κατά των ευέλικτων ελληνικών, κυνηγώντας τα στα στενά, μέσα στα οποία πίστευαν ότι τα είχαν στριμώξει. Τα χρυσά του κοσμήματα, η πορφυρή φορεσιά του από μετάξι και οι καλογυαλισμένες στολές και τα όπλα της προσωπικής του φρουράς, καθρέφτιζαν τις ακτίνες του ήλιου χιλιόμετρα μακριά, δημιουργώντας έναν αντικατοπτρισμό της αλαζονείας που τον διακατείχε, λαμπυρίζοντας σαν ένα δεύτερο άστρο την «θεϊκή», κατά πως πίστευε, παρουσία του.

«Αριστόδικε θα χάσουμε… Είναι πολλοί και τα πλοία τους τεράστια!»


imageΜε λένε Γιώργο. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Κόκκινο Γιώργο, ενίοτε σκέτο Κόκκινο, σχεδόν ποτέ όμως Γιώργο.

Κάθομαι σ’ ένα μικρό καρεκλάκι σαν αυτά που έχουν οι τσαγκάρηδες και όλο και κάτι φτιάχνω. Καμιά φορά κοιτάζω έξω από το παράθυρο της παράγκας που είμαι, προς το πάρκο, στο ξέφωτο, μέσα από τα δέντρα. Βλέπω διάφορους να περνούν, τις περισσότερες φορές αδιάφορα. Δεν ξέρουν πως μέσα σ’ αυτή την ξύλινη κατασκευή βρίσκεται ένας άνθρωπος που δουλεύει ή μάλλον για να το πω καλύτερα καλλιτεχνεί.

Βρίσκομαι στην άκρη ενός πάρκου που είναι η συνέχεια και η άκρη ενός δάσους μέσα στην πόλη. Δε νομίζω να υπάρχουν πολλές πόλεις με αυτό το προνόμιο, η δικιά μου όμως το έχει. Δεν έχει όνομα, απλά τη λέω η πόλη μου. Δεν ξέρω που είναι, ούτε και μ’ ενδιαφέρει, αρκεί που μένω εδώ και περνώ ωραία.

Όσοι καταφέρνουν να με δουν, κοιτούν περίεργα, εξαιτίας μάλλον των μακριών μαλλιών και της γενειάδας που έχω αφήσει. Κανείς όμως δεν με φοβάται. Ίσως φταίει το καλοσυνάτο ύφος μου και η λεπτή κορμοστασιά μου που με κάνουν να δείχνω σαν τους άγιους στις εικόνες.

Ορισμένοι λένε πως είμαι οικολόγος, άλλοι λένε πως είμαι αναρχικός και άλλοι τρελός. Κανένας όμως δεν έχει δίκιο γιατί απλά δεν είμαι τίποτα. Είμαι ένας ελεύθερο πνεύμα που δεν γουστάρει πολύ τους άλλους ανθρώπους, ειδικά αυτούς που δεν ξέρει. Δεν είμαι μισάνθρωπος, απλά δεν θέλω πολλά-πολλά με όλο τον κόσμο. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου ως υπαρξιστή αλλά το μετάνιωσα. Δεν μου άρεσε και δεν με αντιπροσώπευε.


imageΛέω να γράψω κάτι ευχάριστο για τις πρώτες βροχούλες και τη δροσούλα που ήρθε μετά τον παρατεταμένο καύσωνα. Να μιλήσω για ωραία πράγματα που ζει ο κόσμος αλλά μετά ανοίγω την πόρτα και βλέπω το τσιμέντο, τη μουντίλα του και την κακομοιριά που έχουν μεταφέρει στον μελαγχολικό κόσμο, που δεν είναι έτσι λόγω εποχής και αναρωτιέμαι τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; Που ζούμε;

Πιάνω τον εαυτό μου να γράφω σαν δυσλεκτικός τις λέξεις ανάποδα ή με λειψά γράμματα από τα νεύρα μου και να κοκκινίζει το κείμενο από τα λάθη στον κειμενογράφο.

Ακούω τα ρεμάλια να μου λένε ότι σε άλλες χώρες πληρώνουν μεγαλύτερη φορολογία και δεν υπάρχει αφορολόγητο και προσπαθώ να σκεφτώ που έχω δει παρόμοιο χάλι.

Αναπολώ τη Γερμανία, την Αυστρία, την Πολωνία, την Ιρλανδία, την Τσεχία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ουγγαρία, την Κύπρο, όλες τις χώρες που έχω επισκεφθεί αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ πουθενά να υπάρχει αυτό το άναρχο τσιμενταρισμένο τοπίο με τόσο άθλιους δρόμους και τόσο άθλιες υπηρεσίες και ρωτώ τον εαυτό μου μήπως είμαι μαλακ…ός πολύ και δεν αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει.

Θυμάμαι επίσης, μια εκπομπή που έλεγε ότι οι Σουηδοί πληρώνουν 80% φορολογία αλλά έχουν κεντρική θέρμανση για όλους στις πόλεις, όλες τις παροχές εκπαίδευσης και πρόνοιας δωρεάν και κανένα σπίτι στην Στοκχόλμη δεν απέχει περισσότερο από 500 μέτρα από πάρκο εντός του αστικού ιστού κι ευχαριστώ το θεό που δεν έχω πάει ακόμα να το δω γιατί δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα αν γύριζα, αν…


imageΜπουνιές, κλωτσιές, μαύρες κουκούλες, κόκκινα κεφάλια γεμάτα αίματα, γκλοπ και ρόπαλα ν’ ανεβοκατεβαίνουν, άνθρωποι να τρέχουν σαν φοβισμένα σκυλιά στα στενάκια και στις σκάλες του μετρό, φωτιές ν’ ανάβουν και κανείς να μην σβήνει τον πανικό.

Διαδήλωση θα λέγανε κάποιοι, μακελειό κάποιοι άλλοι, επιβολή της τάξης οι πολιτικοί. Ζούμε σ’ ένα κράτος που πρέπει να υπάρχει τάξη ακούω να διαλαλούν με μεγαλοστομία οι μεταξωτές γραβάτες, οι «πατερούληδες» που μας κάνουν «ντα» όταν δεν είμαστε «καλά παιδιά», όταν ζητούμε κάτι που δεν πρέπει να πάρουμε γιατί ο μπαμπάς θέλει να πληρώσει το κινητό για να μιλάει με τη γκόμενα και η μαμά να ψωνίσει καλλυντικά για να μην έχει ο μπαμπάς γκόμενα ή για να νιώσει επιθυμητή.

Έτσι, μας κόβουν το γάλα, το γλυκό, το φαγητό γιατί δεν φτάνουν αλλά η γραβάτα του μπαμπά είναι πάλι καινούργια, το αυτοκίνητο 4000 κυβικά υβριδικό και το κινητό 1000ης γενιάς για να μπαίνει στο ιντερνέτ όταν είναι στο δρόμο και κάθε Σάββατο πάει στο καζίνο.

Τα δάνεια πέφτουν βροχή αλλά όχι για μας τα κακομαθημένα που ζητούμε να μας πάρουν ένα ζευγάρι παπούτσια που έχουν τρυπήσει. Και το ξύλο πέφτει κι αυτό βροχή. Οι ανάγκες των «γονιών» είναι πάντα πιο μεγάλες. Αυτοί «ξέρουν καλύτερα».


imageΈνας άνθρωπος μόνος, τρελός, μιλάει στον αέρα κι αυτός ακόμα πιο τρελός, τον ακούει. Στέκεται αδιάφορα μέσα στον κόσμο κι όμως συνεχίζει να μιλά γελώντας και χειρονομώντας στο βοριαδάκι, που μεταφέρει σιωπηλά τ’ ασύνδετα λόγια του στ’ αυτιά μου.

Σταματημένος στο φανάρι, τον ακούω αλλά δεν τον καταλαβαίνω, παρόλο που είναι κοντά στο παράθυρό μου. Ο αέρας όμως μπορεί. Τριγυρνά γύρω του και συζητά μαζί του, κι αυτός τον καταλαβαίνει από το άγγιγμα του στο πρόσωπο και τα χέρια.

Συντροφιά, στέκουν στη νησίδα στη μέση του δρόμου και κρατούν παρέα ο ένας στον άλλον.

«Σ’ ακούω, δεν είσαι τρελός» αφουγκράζομαι να του λέει ο άνεμος κρυφά στ’ αυτί σαν ερωμένη «δεν είσαι τρελός, συνέχισε, εγώ σ’ ακούω…»

Κι αυτός συνεχίζει να βγάζει λόγους μέσα στο μισοσκόταδο και τ’ αυτοκίνητα να περνούν από δίπλα του στο αντίθετο ρεύμα και οι οδηγοί να τον κοιτούν φευγαλέα. Κανείς δεν θα τον θυμάται σε λίγο.

Αυτός όμως δεν θα τους θυμάται ούτε για λίγο γιατί δεν τους βλέπει. Με το σαστισμένο βλέμμα του θωρεί μόνο τον αέρα που του ανακατεύει τα μαλλιά, που του μπερδεύει τα λόγια.

Τον φαντάζομαι να του λέει τον πόνο του, την πίκρα του και τη χαρά του. Σ’ αυτόν που θα το μεταφέρει παντού αλλά δεν θα το πει πουθενά. Στον φίλο και σύντροφο του, που άλλοτε είναι η γλυκιά του παρηγοριά κι άλλοτε το ξέσπασμα του.

Το βλέπω στο απλανές κοίταγμά του, στις ανύποπτες και νευρικές κινήσεις του.


 

imageΆθλιες παρουσίες, μαύρες, βρωμερές, κουστούμια και γραβάτες ντυμένες, γυρνούν, μας κοιτούν και βγάζουν τ’ άθλια δόντια τους.

Μπροστά τους κουφάρια, ζωντανά, μισοπεθαμένα, να περιμένουν το σκίσιμο της σάρκας που θα τα τελειώσει. Παρακαλούν τα τελειώσει, δεν θέλουν πια να γλυτώσουν όπως στην αρχή. Θέλουν να ξεμπερδεύουν. Να μην δουν ξανά στο διάβα τους τα τομάρια αυτά που τα εξαπάτησαν όπως κάνουν οι παιδόφιλοι που παρουσιάζονται σαν καλοσυνάτοι που θα λύσουν τα προβλήματα και θα δώσουν στο παιδί ότι θέλει, παιχνίδι, λεφτά, γλυκά, δουλειά…

Έτσι μας εξαπάτησαν, έτσι αποπλάνησαν έναν ολόκληρο λαό και τώρα αυτοί που ήταν «εχθροί» μεταξύ τους βιάζουν το ανήμπορο να αντισταθεί κορμί μας και του κόβουν κομμάτια, το ένα μετά το άλλο, μέχρι να τελειώσουμε αλλά δεν θέλουν να τελειώσουμε γι’ αυτό κατά διαστήματα μας αφήνουν να κάνουμε καινούργιο αίμα, νέα σάρκα και μετά γυρνούν να ξαναφάνε, να ξαναπιούν κι εμείς παρακαλάμε να σταματήσουν ή να σταματήσει η ζωή μας.

Κοιτάμε δεξιά κι αριστερά να βρούμε σωτηρία, ψάχνουμε με την άκρη του ματιού μας να βρούμε τους ήρωες μας, τους πνευματικούς και πολιτικούς γονείς μας αλλά τους βλέπουμε να περιμένουν στη γωνία και να μας κοιτούν σαρκαστικά, περιμένοντας κι αυτοί τη σειρά τους να βιάσουν, να ξεσκίσουν, να κομματιάσουν, γιατί όλα ήταν συμφωνημένα…

Κανείς δεν ήταν μαζί μας από την αρχή, κανείς δεν ήθελε να γλυτώσουμε. Όλοι μαζί μας παγίδευσαν, άλλοι κάνοντας μας τον καλό και άλλοι τον κακό. Ζητούμε σωτηρία από τις γυναίκες που είναι και μάνες αλλά αυτές έχουν άλλα παιδιά να φροντίσουν, τα δικά τους… Εμάς μας ήθελαν μόνο για να πάρουν τη σάρκα μας για τα δικά τους, τα φυσικά και όχι τα πνευματικά.


imageΗ νέα ερωτική απογοήτευση, που επανέφερε ο παλιός έρωτας, έκανε τον Πέτρο να νιώσει σμπαραλιασμένος, σωματικά και ψυχολογικά. Μια σφοδρή σύγκρουση συνέβαινε στο μυαλό του, η οποία χτύπησε την ψυχή του και τον έριξε σε μελαγχολία. Πίστευε ότι ήταν καταδικασμένος από τη μοίρα να μην γνωρίσει ποτέ τον πραγματικό έρωτα, την αγάπη, να αισθανθεί την καρδιά του να σκιρτά όπως όταν ήταν νέος. Έβλεπε τα χρόνια να περνούν μπροστά από τα μάτια του σαν ταινία και τα ένιωσε χαμένα. Τόσα χρόνια άσκοπα, βαλμένα στην άκρη, μέσα σε ψεύτικα όνειρα και πληγές που είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο κυνήγι της χίμαιρας.

Στην απόλυτη σιγή της μοναξιάς, άκουσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά μέσα στ’ αυτιά του. Μια πίεση, σαν από πόδι ελέφαντα, στο στήθος, του έκοψε την ανάσα. Θυμήθηκε ότι είχε διαβάσει σ’ ένα από τα email που έρχονταν κατά καιρούς ότι αυτά ήταν ανησυχητικά σημάδια και άρχισε να πράττει όπως έλεγαν στο μήνυμα. Έβηχε δυνατά και χτυπούσε το στήθος του, προσπαθώντας να επαναφέρει τον οργανισμό του στην πρότερη κατάσταση.

Προσπάθησε να φτάσει το τηλέφωνο ή την πόρτα αλλά δεν τα κατάφερε. Είδε τον κόσμο να γυρνά γύρω του και τον έχασε από μπροστά του.

Όταν άνοιξε και πάλι τα μάτια του βρισκόταν στο νοσοκομείο, γυμνός και σκεπασμένος μ’ ένα πράσινο σεντόνι, σ’ ένα από τα κρεβάτια της εντατικής.

«Που είμαι;» ρώτησε μια νοσοκόμα που ήταν κοντά.

«Στον Ερυθρό Σταυρό κύριε» του απάντησε, συνεχίζοντας τη δουλειά της.

«Στον Ερυθρό Σταυρό; Τι έγινε;»

«Αυτό θα σας το πει ο γιατρός. Δεν έχω τέτοια αρμοδιότητα. Σε μισή ώρα θα είναι εδώ»

Τα σωληνάκια που έβγαιναν από τα χέρια του πρόδιδαν ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Η νοσοκόμα του άλλαξε τον ορό πάνω από το κεφάλι του και του πήρε την πίεση.

«Πόσο έχω;»

«12 με 8»

«Είναι καλό αυτό;»

«Μια χαρά» του απάντησε και του έχωσε ένα κρύο θερμόμετρο στη μασχάλη.

Ο Πέτρος κοίταξε το ταβάνι και την κουρτίνα που τον χώριζε από το διπλανό κρεβάτι. Δύο ακίνητα πόδια εξείχαν από την άκρη της κι ένα βαρύ ροχαλητό αναμεμιγμένο μ’ ένα μουγκρητό ακούγονταν από πίσω της.


imageΝα ξέραμε ποιο είναι αυτό το άλλο που ψάχνουμε και όλο το βρίσκουμε και όλο ανακαλύπτουμε ότι δεν ήταν αυτό που νομίσαμε.

Αυτό που καμιά φορά μας παγιδεύει μέσα του ή μας στοιχειώνει για μια ολόκληρη ζωή.

Αυτό το άλλο που κρύβει τη μοναξιά μας, την αγάπη, τον έρωτά μας σαν σάβανο.

Αυτό που καλύπτει τις ενοχές μας, τις προκαταλήψεις μας και τα στερεότυπά μας.

Αυτό που μας εξαπάτησε γιατί είναι το άλλο και όχι εκείνο που θέλαμε.

Εκείνο που αποζητούσαμε από τη νιότη μας ή που νομίζαμε ότι θέλαμε.

Τον πρίγκιπα, τη βασίλισσα, το βάλσαμο στην ψυχή μας.

Εκείνο που μας πλάνεψε στιγμιαία για να το ζήσουμε για πάντα και που θα μας πάρει μαζί του χωρίς ν' αφήσει τα ίχνη του στον κόσμο αλλά το αυλάκι του στην καρδιά και την ψυχή μας.

Αυτό που μας έχει εγκλωβίσει σε μια υποτιθέμενη καλοκαιρινή Αίγλη.

Το άλλο είναι η ζωή των άλλων που θα θέλαμε να ζήσουμε.

Τυχεροί όσοι μένουν στο εκείνο του είναι τους.

Μακάριοι όσοι δεν έχουν κανένα από τα δύο μέσα τους...


imageΑυτές τις μέρες ήμουν σκεφτικός πολύ και θα μπορούσα να πω εκνευρισμένος. Όλη αυτή η λαγνεία για τη χρεοκοπία και τη ζητιανιά των δόσεων, συνδυασμένα με την κατήφεια και την κατάντια του πολιτικού συστήματος των κολλητών, που δεν λέει να ξεκολλήσει από πάνω μας, με έριξαν ψυχολογικά, όπως πιστεύω τον κάθε Έλληνα ή ακόμα και αλλοδαπό που αποφάσισε να ζήσει μόνιμα σε αυτή τη χώρα.

Μίλησα με αρκετούς φίλους και διαπίστωσα ότι το ίδιο κλίμα επικρατεί παντού σχεδόν, εκτός των κομματόσκυλων που χαρωπά κουνούν ακόμα την ουρά στα αφεντικά τους.

Είδα την αθλιότητα των απολύσεων στο ΚΚΕ «γιατί δεν βγαίνει» η «επιχείρηση», όπως είδα την υποκρισία και τη μουγκαμάρα όλων σχεδόν των «πολιτικών», από όλα τα κόμματα, οι οποίοι ως γνωστόν, κάνουν την πάπια σε παρόμοιες περιπτώσεις ακόμα και αν αφορούν τους εχθρούς ή αντιπάλους τους, διότι οι «καλοί τρόποι» της «οικογένειας» το απαιτούν.

Οικογένειες εξ αίματος ή μη, που ακολουθούν την τακτική της ομερτά ως πάγια τακτική και διαδικασία. Γιατί σήμερα είναι οι απολυμένοι του ενός κόμματος, αύριο του άλλου, κοκ.

Εντωμεταξύ, τα δημοσιεύματα για βολέματα συζύγων υπουργών και επιδόματα τριτέκνων σε πλούσιους και «διάσημους αλλά και «κυρίες» πολιτικών, έχουν γεμίσει το ιντερνέτ.

Η αθλιότητα δεν σταματά στην εξαθλίωση της μικρής και μεσαίας τάξης, σε μια δήθεν αταξική και σοσιαλιστική κοινωνία που ευαγγελίζεται την ισότητα αλλά επεκτείνεται στην ανισότητα μεταξύ των «φίλων», συγγενούς και πολιτικής εξ αγχιστείας σχέσεως.


Ψυχική Ανατολή - Εξώφυλλο 6x9

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ISBN: 978-960-93-3325-2

Κατεβάστε την δωρεάν σε μορφή PDF ή διαβάστε την online:

  1. από το free-ebooks.gr

  2. από το lulu.com

  3. από το scribd.com

  4. από το issuu.com

  5. από το calameo.com

  6. από το yudu.com

  7. από το youblisher.com


imageΤο επόμενο πρωί, ξεκούραστος από τον βαθύ ύπνο, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Τεντώθηκε, ξύθηκε σε όλο του το κορμί μ’ ευλάβεια και σκούπισε την τσίμπλα από το μάτι.

Κατόπιν, κατευθύνθηκε προς ένα σερβάν που του είχε αφήσει μαζί με το διαμέρισμα κληρονομιά η μάνα του. Άνοιξε το ντουλάπι και ξετρύπωσε μέσα από ένα μεταλλικό κουτί, ένα από τα τσιγάρα που κρατούσε για ώρα ανάγκης. Αυτό το κουτί από σοκολατένια πουράκια του είχε φανεί σωτήριο σε δύσκολες περιόδους. Εκεί έκρυβε τσιγάρα από τις τράκες που έκανε, δήθεν για το δρόμο, όταν ήταν με κανέναν φίλο που κουβαλούσε γεμάτο πακέτο. Ακόμα και μερικά στριμμένα τσιγάρα φώλιαζαν μέσα του. Εκείνη τη μέρα είχε διάθεση για κάτι πιο βαρύ κι έτσι διάλεξε ένα Camel εξαμήνου, που το φυλούσε σαν παλιό καλό κρασί.

Αμφιταλαντεύτηκε για λίγο για το αν θα έπρεπε να καπνίσει ένα Rothmans ή ένα Dunhill που κρατούσε για τις εορταστικές μέρες. Αν και αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί τέτοια, το άφησε για μια ακόμα πιο εξαιρετική περίπτωση. Πήρε ένα διαφημιστικό κουτάκι σπίρτα που ήταν μαζί τους και άναψε το τσιγάρο, βγαίνοντας με τις πυτζάμες στο μπαλκόνι.

Πήρε μια βαθιά τζούρα, μαζί με αρκετό καυσαεριούχο οξυγόνο, και τα εξέπνευσε με αγαλλίαση. Ακούμπησε στα κάγκελα και σεργιάνισε τον πολύβουο δρόμο. Κρατώντας στα δάχτυλα το τσιγάρο χαιρέτησε τη νεαρή γειτόνισσα από την απέναντι πολυκατοικία που του είχε δανείσει, από καφέ μέχρι μακαρόνια, αρκετές φορές αλλά ακόμα της χρώσταγε είκοσι ευρώ δανεικά, εδώ κι ένα χρόνο. Αυτή, έκανε πως δεν τον είδε και τράβηξε τις κουρτίνες για ν’ αποφύγει περαιτέρω επαφές, οποιουδήποτε τύπου.

Κάποια στιγμή, είδε τον ψιλικατζή που κοίταγε προς το μέρος του κι αμέσως έκανε πίσω για να μην τον εντοπίσει. Χαμήλωσε το κορμί και με αργά βήματα, πλάτη-πλάτη στον τοίχο, μπήκε ύπουλα στο δωμάτιο, σφραγίζοντας την έξοδο προς την ελευθερία και τους δανειστές.


imageΒλέποντας ένα βίντεο που δημοσίευσε ένας φίλος στο Facebook και αφορούσε μια πολιτική εκδήλωση, άρχισα να πιστεύω ότι, είτε πρέπει να υπάρχει μηχανή του χρόνου και να μην μας το έχουν πει είτε κάποιοι τύποι είναι κρυμμένοι σε ντουλάπες μαζί με ναφθαλίνη και κατά διαστήματα βγαίνουν σαν βρικόλακες για να μας στοιχειώσουν.

Παρατήρησα έναν περίεργο με μαλλί-χαίτη δεκαετίας 70 και αρχές 80, με το ανάλογο ντύσιμο, δηλαδή ανοιχτό πουκάμισο, τρίχες θώρακα φόρα παρτίδα και περπάτημα αναστενάρη, να επιτίθεται ‘δημοκρατικά’ σ’ ένα νεώτερο γιατί δεν του άρεσε η ομιλία του. Ηχητικό υπόβαθρο μια μεσήλικη καρακάξα να τσιρίζει στο νεαρό «κάτσε κάτω βρε! Δεν βολεύτηκες και τα λες…» και άλλα τέτοια όμορφα και ευγενικά λόγια.

Η αλήθεια είναι ότι μου ήρθε αμέσως στο μυαλό η εικόνα του Greek Kamaki με τη σιχαμένη καμπάνα και τις τριχωτές φοιτήτριες εκείνων των εποχών που καμία σχέση δεν έχουν με τη νέα γενιά.

Τότε ήταν που σκέφτηκα τη μηχανή του χρόνου. Γιατί ή υπάρχει κρυμμένη κάπου ή κάποιος μας κάνει πλάκα ή τέλος μερικοί άνθρωποι γιορτάζουν τις αποκριές όλο το χρόνο…

Είναι δυνατόν όταν η σημερινή νεολαία κοντεύει να νοικιάσει διαστημόπλοιο για διακοπές στον Άρη να εμφανίζονται τέτοιοι άνθρωποι σαν κλειδοκράτορες των τυχών τους;


imageΤα χειρόγραφα ξεφορτώθηκαν και ο ξάδελφος έφυγε. Ο Πέτρος, μόνος πια στο μικρό διαμέρισμα-γκαρσονιέρα, ξάπλωσε για λίγο στον πτυσσόμενο καναπέ που τον είχε μόνιμα ανοιχτό σαν κρεβάτι, μιας και δεν δεχόταν, σχεδόν ποτέ, επισκέψεις.

Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βάλει τις σκέψεις του σε μία τάξη, όπως έκανε όταν ένιωθε αγχωμένος.

Δεν φοβόταν μήπως δεν τα καταφέρει στη δουλειά που είχε αναλάβει. Αυτό που φοβόταν ήταν το μέλλον του. Αντί να βρίσκεται σε παρουσιάσεις για το δικό του βιβλίο είχε βρεθεί να διαβάζει χειρόγραφα άλλων υποψήφιων συγγραφέων.

Κάτι που τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα ήταν, μην τυχόν και αδικήσει έναν από τους επίδοξους συγγραφείς με την κρίση του. Ήθελε να είναι όσο πιο αντικειμενικός μπορούσε, όπως θα ήθελε να είναι και οι άλλοι με τον ίδιο. Άλλωστε στη ζωή του μπορεί να μην δούλευε γιατί απεχθανόταν αυτό το σπορ και κανείς ‘σωστός’ συγγραφέας δεν έχει και άλλο επάγγελμα, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του, αλλά δεν είχε ‘γλύψει’ ποτέ κανέναν για να ζητήσει χάρη. Είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και το ‘ταλέντο’ του που ένιωθε ότι δεν είχε αναγνωριστεί ακόμα λόγω των συγκυριών και της τελειομανίας του να τελειώσει το έργο του, το οποίο κόντευε να γίνει έπος.

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος χαλαρά και ξεκίνησε να παίρνει μικρές ρυθμικές ανάσες, όπως είχε μάθει σ’ ένα σεμινάριο αυτογνωσίας και πνευματικής διαύγειας. Η εικόνα όμως της υπεύθυνης του εκδοτικού οίκου που τον αντιμετώπισε ως ‘μικρόβιο’ δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη σκέψη του, όπως και αυτή του Νέσσου με την καθαρά επαγγελματική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Όταν ένιωσε έτοιμος, σηκώθηκε με μια αποφασιστική κίνηση λες και ήθελε να προλάβει κάτι και έβαλε τα ογκώδη χειρόγραφα στη σειρά. Προβληματίστηκε με το ποιο έπρεπε να διαβάσει πρώτο, έτσι διάλεξε ένα στην τύχη. Άρχισε να το διαβάζει προσεκτικά και να κρατά σημειώσεις σ’ ένα χαρτί. Σε λίγη ώρα το ένα χαρτί έγινε δύο και μέχρι να τελειώσει αρκετές ώρες μετά είχε μαζέψει μια ντουζίνα γραμμένες κόλλες δίπλα του. Το μυθιστόρημα που διάβασε δεν του είχε φανεί τίποτα σπουδαίο αλλά τον είχε εξαντλήσει η λεπτομερής καταγραφή των αδυναμιών του και των δυνατών του σημείων.


imageΣήμερα διάβαζα στο ιντερνέτ για τη φύση του ανθρώπου. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι καλή και διαφθείρεται και άλλοι πιστεύουν ότι είναι κακή και απλά το δείχνει σε κάθε ευκαιρία.

Αυτό το δίλλημα ανέκαθεν ταλαιπωρούσε και βασάνιζε φιλόσοφους, ιστορικούς αλλά και στρατηγούς. Κανείς δεν μπόρεσε να δώσει μια επαρκή εξήγηση, κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει χωρίς να βρει υπέρμαχους της αντίθετης άποψης γιατί ο άνθρωπος ταλαιπωρεί τους ομοίους του, τους σκοτώνει, τους βασανίζει ή του πολεμά.

Κάποιοι λένε ότι έχει σχέση με το κεφάλαιο και την οικονομία. Άλλοι ότι έχει σχέση με την αιμοβόρα φύση του ανθρώπου και τα πρωτόγονα ένστικτά του που δεν μπορεί να κατευνάσει όσο ‘πολιτισμένος’ και αν γίνει. Μερικοί πολιτικολογούν και θεωρητικολογούν όσον αφορά το κέρδος, τα κόμματα και τη φτώχια.

Κανείς όμως δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ένας άνθρωπος, χωρίς προφανές όφελος, βασανίζει παιδιά, ζώα, αδύναμους και όσους θεωρεί ‘του χεριού του’. Σε αυτές τις πράξεις δεν υπάρχει προφανές κέρδος ή σκοπιμότητα.

Εδώ θα αναφέρει ένας άλλος ότι είναι μια ψυχοπαθολογική συμπεριφορά. Ίσως, αλλά είναι σε τόσο μεγάλη κλίμακα που φτάνει πλέον στα όρια της ολικής επικράτησης, εκτός φυσικά εξαιρέσεων.

Πόσοι δεν δεχθήκατε επιθετική συμπεριφορά από ανθρώπους που έχουν παρεξηγήσει τα λόγια σας ή μια πρόταση γραμμένη στο Facebook, ένα email ή ένα blog;

Πόσες φορές δεν διαπιστώσατε έναν άλλον άνθρωπο κρυμμένο μέσα σε αυτόν που νομίζατε ότι γνωρίζετε;

Και πόσοι δεν βρεθήκατε στη θέση να περάσει από το μυαλό σας να κάνετε κάτι τέτοιο, όπως αυτό που σας έκαναν;


imageΣτην Ελλάδα -πολύ παλιά- είχαμε την πλάκα, το καλαμπούρι και το χαβαλέ, τα οποία είχαν διακριτούς ρόλους. Κανένα από τα τρία δεν μεταφράζεται επαρκώς σε μια ξένη γλώσσα.

Υπήρχαν βέβαια πάντα αυτοί που είχαν χιούμορ και μάλιστα πολύ εκλεπτυσμένο.

Επικράτησαν όμως αυτοί ενός ερμαφρόδιτου υβριδίου, μεταξύ πλάκας, καλαμπουριού, χαβαλέ, σαχλαμάρας, χιούμορ, φάρσας και κρύου αστείου, χωρίς όρια.

Η αποθέωση ήταν στα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, χωρίς να αποκλείονται και οι εφημερίδες ή τα βιβλία, με αποκορύφωμα τα τελευταία χρόνια, το διαδίκτυο.

Η μία ανοησία ακολουθούσε την άλλη και όλοι μαζί επικροτούσαν τους αρχιανόητους, δημιουργώντας ένα κίνημα ηλιθιότητας που προσπαθούσε να μιμηθεί κάτι απροσδιόριστο και ονόμαζε όλο αυτό το βλακώδες συνονθύλευμα χιούμορ, το οποίο δεν είχε τίποτα να προσφέρει στον αποδέκτη του.

Μέσα από αυτό λοιδορούνταν άνθρωποι σαν άτομα του περιθωρίου από πραγματικά περιθωριακούς που δεν ‘κοίταζαν την καμπούρα τους’ και κλαψούριζαν όταν ερχόταν η σειρά τους.

Κανείς από αυτούς δεν κατάλαβε ποτέ την προσβολή του προς τους άλλους αλλά κυρίως στον εαυτό του γιατί ποτέ κανείς δεν είδε τι έλεγαν οι ‘συναγελαζόμενοι’ για τον ίδιο πίσω από την πλάτη του.

Κάποιοι από αυτούς πλούτισαν ή βρήκαν τρόπο ανάδειξης και έγιναν πρότυπο μίμησης και θαυμασμού και τότε επήλθε το μοιραίο…

Οι ομάδες των χαμηλοεπίπεδων πλημμύρισαν τον τόπο και οι αναδεδειγμένοι τους, που βρέθηκαν σε χώρους που δεν τους ταίριαζαν -αλλά ήθελαν να είναι- αποφάσισαν να καλύψουν το κενό αυτό με τη ‘σοβαρότητα’ του ανώνυμου ή του επώνυμου βλάκα, ο οποίος, όταν δεν μπορεί να αντιδράσει με τον τρόπο που θέλει κατεβάζει ρολά και αφήνει ανέκφραστο ή σκυθρωπό το πρόσωπό του ή επιτίθεται χωρίς λόγο.

Όταν όμως μπορεί… εκεί γίνεται το θαύμα. Αμέσως θα βάλει τον αναπτήρα στον κώλο του για ν’ ανάψει φωτιά με την κλανιά, γελώντας με τους άλλους για το ‘χιούμορ’ του!

Αυτή η συμπεριφορά δεν έχει ούτε ηλικία, ούτε διασημότητα ή ασημότητα, ούτε μορφωτικό επίπεδο ή μη αλλά ούτε και φύλο. Είναι θέμα χαρακτήρα και προσωπικού επιπέδου, το οποίο αν δεν το καλλιεργήσεις, θα το πάρεις μαζί σου όπως είναι…


image«Γεια σου Πετράν, ονομάζομαι Νέσσος Κόβαλος» είπε και του πρότεινε το χέρι.

«Χάρηκα κύριε Κόβαλε. Θα προτιμούσα όμως να με λέτε Πέτρο και όχι Πετράν»

«Έγινε Πετράκη, κάθισε»

Αφού στρογγυλοκάθισαν όλοι στις καρέκλες τους, ο Κόβαλος πήρε το λόγο «ο ξάδελφος σου πρέπει να σε αγαπάει πολύ. Είναι καιρός που μου μιλάει για σένα αλλά να σου πω την αλήθεια, ήμουν λίγο επιφυλακτικός»

«Για ποιο λόγο κύριε Κόβαλε;»

«Λέγε με Νέσσο»

«Πολύ ωραία. Για ποιο λόγο Νέσσο;»

«Γιατί έχω ήδη σταθερούς συνεργάτες και δεν θέλω να τους αλλάζω, αν δεν υπάρχει λόγος»

«Δεν θα ήθελα να πάρω τη θέση κάποιου άλλου. Προτιμώ να μην εργαστώ αν τίθεται τέτοιο θέμα»

Ο ξάδελφος του τον κοίταξε λοξά υποψιασμένος ότι ήθελε να αποφύγει τη δουλειά και παρενέβη άμεσα «δεν τέθηκε τέτοιο θέμα στη συζήτηση…»

«Ο κύριος Κόβαλος, ο Νέσσος δηλαδή, μόλις είπε ότι…»


imageΚαι μέσα από τα σκοτάδια πετάχτηκαν οι παρακατιανοί πεινασμένοι δούλοι που ζουν για να ευχαριστούν τον αφέντη σε κάθε του διαταγή. Πλήρωσαν το σκοπό τους, που δεν ήταν άλλος από την διατήρηση στην εξουσία αυτού που τους έδινε ένα κομμάτι ξυνισμένο ψωμί βουτηγμένο σε κομμένο γάλα. Εκείνη τη μέρα άρχισαν να ευελπιστούν ότι θα τους ρίξει και μερικά από τα αποφάγια του... Δεν τους πείραζε. Έτσι είχαν μάθει. Γι αυτό πίστευαν ότι προορίζονταν... Δεν ένιωθαν κατώτεροι αλλά κάποιοι, όσο ο αφέντης, τους ανέθετε "καθήκοντα". Πίστευαν σ´ αυτόν όπως ο πιστός στο Θεό του. Δεν ήθελαν άλλον αφέντη εκτός κι αν αυτός ήταν πιο δυνατός από το δικό τους. Δεν ήθελαν ούτε το φως της ημέρας και την ανασφάλεια της δουλειάς. Έκοβαν βόλτες στα μαύρα και υγρά μπουντρούμια μέχρι να λάβουν εντολή να αφήσουν την προσωπική τους κόλαση και παράδεισο για να την εκτελέσουν...
Σ´ αυτούς βασίζονταν ο φεουδάρχης για να επιβάλλεται στο φως της ημέρας...


imageΜια ψηλή χυμώδης παρουσία κατηφόρισε το μικρό μονοπάτι προς την παραλία. Ψηλή, ξανθιά με κοντό μαλλί και μεγάλα μαύρα γυαλιά. Φορούσε ένα παρεό σφιχτά δεμένο στη μέση που διέγραφε έντονα και προκλητικά τις καμπύλες της. Ο μικρός στηθόδεσμος του μαγιό με το ζόρι κρατούσε τις δύο μεγάλες σφαίρες μέσα του. Με μικρά και αργά βήματα γεμάτα χάρη, που έκαναν τη λυγερή κορμοστασιά της να λικνίζεται αιθέρια, περπάτησε στην άμμο μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό σημείο. Εκεί άπλωσε με χάρη την ψάθα της και έλυσε το παρεό και το στηθόδεσμο της, αφήνοντας απελευθερωμένα τα στήθη της να πάλλονται δεξιά και αριστερά και ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω της. Οι στητές της ρώγες καρφώθηκαν με μανία πάνω στην ψάθα, λες και ήθελαν να την τρυπήσουν, όσο τα στήθη της ξεχείλισαν από το πλάι του σώματός της.

Το μικροσκοπικό μπικίνι αποκάλυπτε δύο ολοστρόγγυλα ημισφαίρια που σχημάτιζαν μια χορταστική πανσέληνο μέσα στο καταμεσήμερο. Ο καυτός ήλιος έλουζε γλυκά με τις ακτίνες του το μπρούτζινο κορμί της, την ώρα που όλος ο αντρικός πληθυσμός είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της.


Η τρίχα του συγγραφέα - Εξώφυλλο

Η νύχτα του έπεσε βαριά. Βογκητά και παραμιλητά συνόδευαν τον ύπνο του. Έβλεπε κόσμο να τον κυνηγά, πρόσωπα άγνωστα που του ήταν όμως οικεία. Ο ξάδελφος Νίκος τον κοίταζε μέσα στα όνειρα του και τον έδειχνε με το δάχτυλο γελώντας σαρκαστικά. Ιδρώτας τον έλουζε πατόκορφα κι ένας κόμπος στο λαιμό του τον έπνιγε. Κάποιοι φίλοι του από το καφέ τον περιγελούσαν, ενώ άλλοι τον κοίταζαν απαξιωτικά σαν κάτι κατώτερο.

«Δουλεία…» άκουσε έναν από αυτούς να λέει και όλοι αποτροπιάσαν με τη βδελυρή και ανόσια λέξη. Έβλεπε να τον αποφεύγουν και να τον περιφρονούν.

«Σκλάβος…» ακούστηκε ένας δεύτερος και όλοι έσκασαν στα γέλια.

Η ντροπή τον έκανε φύγει, να χαθεί στους δρόμους μέσα στον καλοκαιρινό καυτό ήλιο. Ένιωσε να καίγεται, να ψήνεται, να διψά ψάχνοντας για ένα ποτήρι νερό και η Αθήνα να είναι άδεια, έρημη, τα περίπτερα κλειστά. Μια δροσιά μικρή τον ανακούφισε. Κοίταξε το χέρι του που βρισκόταν μέσα σ’ ένα κουβά νερό.

«Επιτέλους λίγη δροσιά. Θα ξεδιψάσω!» είπε αλλά ένα συνεχές κορνάρισμα αυτοκινήτου που ερχόταν κατά πάνω του τον έκανε να ουρλιάξει.



image«Θα σκάσεις ρε καραγκιόζη;» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του δρόμου, τη στιγμή που ο Πέτρος είχε καβαλήσει το κάγκελο.
«Ποιος είναι; Σε μένα μιλάς;» φώναξε κοιτώντας ερευνητικά με το βλέμμα μέσα στο σκοτάδι, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή της.
«Σ’ εσένα ρε τρελέ με τη χλαίνη! Τι έχεις πάρει πάλι και κάνεις τον ινδιάνο; Άντε τράβα μέσα να κοιμηθούμε. Δουλεύουμε αύριο, δεν είμαστε κοπρίτες όπως εσύ!»
Τότε ακούστηκε το τηλέφωνο να χτυπά επίμονα.
«Έχε χάρη που χτυπά το τηλέφωνο αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ…» σιγομουρμούρισε και ξεκαβάλησε το εικονικό του άλογό.
Το τηλέφωνο τηρούσε το δικό του σιωπητήριο για μήνες. Βλέπεις, κανείς δεν το καλούσε σχεδόν ποτέ, εκτός από τους δικούς του, μια στο τόσο, απλά για να δουν αν ζει ή πέθανε. Ούτως ή άλλως, τους είχε αποκόψει από τις πολλές συνδιαλέξεις γιατί δεν είχαν την ‘κουλτούρα’ του. Όλοι τους ήταν εργαζόμενοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και δεν ταίριαζαν με το ‘πνευματικό’ του προφίλ.

imageΠροσπάθησα να σε δω, μα δεν σε πρόλαβα. Προσπάθησα να σε αγγίξω αλλά φτερούγισες. Προσπάθησα να σε ακούσω, μα εσύ δεν μίλησες. Προσπάθησα να σε μυρίσω, αλλά μου κρύφτηκες. Θέλησα να σε γευτώ και λίγο μ´ άφησες. Γλυκιά αμαρτία σαν από κόλαση βγαλμένη.
Βούτηξα τη γλώσσα στο μυαλό μου και σ´ άπλωσα σε όλες μου τις αισθήσεις. Τότε σε είδα, σε μύρισα, σ´ αγκάλιασα, σε άκουσα στην καρδιά μου. Έτσι χωρίστηκα στα δύο, κομμάτια ανόμοια, ανάξια της μορφής σου. Το ένα να σε μισεί που έφυγες, το άλλο να σ´ αγαπά που το 'κανες νωρίς. Το ένα να θέλει να σε πιει, το άλλο να σ´ εξατμίσει.
Διαλύομαι στη σκέψη σου, μαζεύω τα συντρίμμια, μα δεν τολμώ να ψιθυρίσω ούτε το όνομα σου. Τα λόγια τυφώνας στο μυαλό μου. Οι σκέψεις κόλαση στην ψυχή μου. Οι αισθήσεις σκοτάδι στο φως μου.
Άφταστη μικρή μου ομορφιά, κράτα με μη σε ξεχάσω. Γλυκιά ανάμνηση ζέστη, παρθένα παρουσία.


imageΚοιτάζω το παράθυρο ψηλά και πασχίζω να πιάσω τις ακτίνες του ήλιου αλλά αυτές όλο και μου ξεφεύγουν, όλο και πηδούν ψηλότερα την ώρα που το χέρι μου πάει να τις αγγίξει. Είναι λες και θέλουν να μου ξεφύγουν, να με αφήσουν στο πηχτό σκοτάδι, να ελπίζω πω κάποια μέρα θα τις πιάσω, πως κάποια μέρα θα γίνουν δικές μου και θα με ζεστάνουν ολόκορμα.

Μου δίνουν ελπίδα αλλά δεν με πλησιάζουν. Φωτίζουν αμυδρά το κελί μου κάθε φορά και σε άλλο σημείο, σαν να προσπαθούν να με αφήσουν να δω ένα μέρος του μόνο. Σκουπίζουν από τους τοίχους την υγρασία με την κάψα τους αλλά και πάλι, πάντα σε κάποιο διαφορετικό σημείο, κάθε μέρα που ξημερώνει.

Με αφήνουν να ζω μες το όνειρο του φωτός αλλά κάθε φορά μου το παίρνουν πίσω. Με βασανίζουν, με ταλαιπωρούν, βιάζουν το μυαλό μου. Αναρωτιέμαι αν το φως αυτό είναι αληθινό ή ζει στα φαντασία μου. Αν η αγάπη μου για τη ζωή είναι τόσο μεγάλη που έχει δημιουργήσει μια δημιουργική τρέλα που με κρατά ζωντανό μέσα σε τέσσερεις μουσκεμένους τοίχους.

«Να, ήρθαν πάλι» λέω και κάθε μέρα προσπαθώ να τις πιάσω. Το βασανιστήριο έχει γίνει πια παιχνίδι χωρίς να το καταλάβω… αυτές παίζουν κρυφτό με την ψυχή μου και έχουν βαλθεί να με τρελάνουν. Ώρες ώρες χτυπούν τα νοτισμένα σκεπάσματα μου, χωρίς όμως να τ’ αφήνουν να στεγνώσουν ολότελα. Το κάνουν λες και θέλουν να τις έχω ανάγκη, να τις αποζητώ καθημερινά μέσα στο φριχτό μέρος που έχω καθηλωθεί.


imageΈκλεισα για λίγο τα μάτια μου και αφουγκράστηκα την αναπνοή μου. Άκουσα τον δροσερό αέρα να μπαίνει και να βγαίνει από το σώμα μου ρυθμικά. Στην αρχή γρήγορα και μετά ολοένα και πιο αργά. Προσπάθησα να τον σταματήσω, χωρίς αποτέλεσμα. Ήθελα να δω πως θα είναι αν κάποιος δεν αναπνέει πια, να αισθανθώ την πλήρη σιγή, την απόλυτη ηρεμία που δίνει ένα άψυχο σώμα. Τότε ήταν που άκουσα την καρδιά μου να χτυπά στο δικό της τέμπο, να δίνει παράσταση ζωής σε όλο μου το κορμί, να το κρατά στη ζωή. Αναρίγησα με τη σκέψη της. Αυτή ήταν που δεν με άφηνε να πάψω να αναπνέω. Αυτή έδινε εντολή στους πνεύμονες μου να ρουφούν τον καθάριο θαλασσινό αέρα και να τον στέλνουν παντού. Τον ένιωσα να κυλά στις φλέβες μου, στα όργανά μου. Γεύτηκα την αλμύρα του, ακόμα και το ιώδιο στο στόμα μου. Έκαψα τα ρουθούνια μου μαζί του.

Αυτή φταίει για όλα σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή άλλαξα γνώμη και προσπάθησα να την σταματήσω, να δω πως θα είναι η ζωή χωρίς αυτή, ακόμα και αν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς το χτύπο της και τα συναισθήματα της. Πήρα μια βαθιά ανάσα, έσφιξα τα μάτια περισσότερο και την κράτησα μέσα μου, σα να βουτούσα στα βάθη του ωκεανού, σαν εξερευνητής μιας άλλης ζωής, μακριά από όλα αυτά.

Την άκουσα να χτυπά δυνατά μέσα στα μηνίγγια μου. Ένιωσα τα πόδια μου να ριζώνουν στο έδαφος και τα χέρια μου να με τυλίγουν σαν κλαδιά έτοιμα να πετάξουν βλαστούς. Ο τυμπανιστός της ήχος άρχισε να γίνεται πιο αργός και σιγά-σιγά να απομακρύνεται γεμίζοντας με ελπίδες. Ίσως να κατάφερνα να κάνω αυτό που δεν έχει κάνει κανείς άλλος. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να επιτύγχανα να της επιβληθώ. Ήθελα τόσο πολύ να το κάνω. Να της δώσω να καταλάβει ότι δεν μπορούσε να κυριαρχεί επάνω μου όποτε αυτή θέλει. Δεν μπορούσε να χτυπά για όποιον και όποια ήθελε χωρίς να με ρωτά. Έπρεπε να της δώσω ένα μάθημα.


 
imageΚάποτε ήταν ένας συγγραφέας, ο Πέτρος. Ολημερίς κι ολονυχτίς, έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε, ξανάσβηνε. Που τον έχανες που τον έβρισκες ήταν πάνω από ένα σωρό χαρτιά με σημειώσεις ανάκατες, άλλες σημαντικές κι άλλες αδιάφορες.
Προσπαθούσε να τελειώσει ένα μυθιστόρημα που έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια πυρετωδώς. Τα βράδια, στο μισοσκότεινο δωμάτιο του, κάτω από το αχνό φως ενός λαμπατέρ βαρούσε τα πλήκτρα της γραφομηχανής μεθοδικά κοιτώντας τις σημειώσεις του. Ήθελε να αποκτήσει τη στόφα του διανοούμενου. Τον υπολογιστή που είχε κοντά του δεν τον χρησιμοποιούσε, παρά μόνο για να μπαίνει στο ιντερνέτ και να γράφει στο Facebook ή στο blog που διαχειριζόταν, προσπαθώντας να τύχει αναγνώρισης.
Παρίστανε τον αριστερό και τον άθεο, αν και δεν ήξερε τι ήταν, γιατί έτσι είχε μάθει από τους άλλους. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι αριστερός και άθεος για ν’ αναδειχθεί. Έτσι, άφηνε επικριτικά σχόλια κατά των δεξιών, της εκκλησίας, των άλλων αριστερών -γιατί αυτός ανήκε σε μια ιδιαίτερη κάστα-, εκτός κι αν θεωρούσε ότι κάποιοι από αυτούς θα τύγχαναν της απόλαυσης των γραπτών του, σε πιθανή μελλοντική έκδοση του αριστουργήματος, που όλο ετοίμαζε και ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα.
Τα πρωινά ντυνόταν όπως ένας καθώς πρέπει συγγραφέας. Τον χειμώνα φορούσε ένα παλτό σαν χλαίνη ή ένα παλιό πράσινο τζάκετ, ένα μπερέ λίγο στραβά για να δημιουργεί τύπο κι ένα κασκόλ. Περισσότερο έμοιαζε με διαφήμιση αντιγριπικού παρά με σοφό… Μετά, έβαζε το χέρι στην τσέπη και μετρούσε τα ψιλά που του είχαν περισσέψει από το επίδομα ανεργίας ή από την πώληση κανενός άρθρου για μια ελάχιστη αμοιβή κι έπαιρνε το λεωφορείο για να βρεθεί στα Εξάρχεια μαζί με άλλους ομόσταυλους του, συζητώντας περί κουλτούρας και τέχνης.


image «Κοίτα ρε τους καραγκιόζηδες τι έκαναν!»
«Τι έγινε πάλι ρε Πέτρο;»
«Τι να γίνει ρε συ Νίκο; Δεν βλέπεις; Στραβός είσαι;»
«Που να δω;»
«Μπροστά σου, αυτό το ωραίο μέρος που το έκαναν βόθρο! Καλά, εδώ βρήκε να πετάξει ο ηλίθιος τον κουβά του; Κοίτα ρε τι έχει κάνει ο γελοίος!»
Στα τρία μέτρα από τα πόδια τους βρισκόταν ένας πεταμένος κουβάς από χρώμα, απομεινάρι της εργασίας ενός ασυνείδητου που θεώρησε κάποια παραλία χωματερή. Η θάλασσα τον είχε ξεβράσει κοντά στα πόδια τους τσιτώνοντας τα νεύρα του Πέτρου. Ο Νίκος, ως πιο ήρεμος, από τη φύση του, προσπαθούσε να καθησυχάσει τον αγανακτισμένο φίλο του.
«Έχεις δίκιο Πέτρο αλλά ας μην αντιδρούμε έτσι. Στο κάτω-κάτω μια βόλτα στην παραλία ήρθαμε να κάνουμε, μέχρι να έρθει η ώρα να βρούμε τα κορίτσια. Πάμε να φύγουμε…»
«Δεν μπορώ. Κάτσε να τον μαζέψω και φεύγουμε. Άντε με τους…»
«Εγώ λέω να τον αφήσεις εκεί. Θα έρθει ο δήμος να το κάνει αύριο»
«Σιγά μην έρθει» ανταπάντησε ο Πέτρος και έσκυψε να πιάσει τον κουβά.


image Το ξύλινο πάτωμα γεμάτο χρώματα. Στο βάθος ένα μαρμάρινο μικροσκοπικό αντίγραφο του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου, μ’ ένα σακάκι πεταμένο πάνω στο κεφάλι της. Μια μάσκα ηθοποιού από τη Βενετία, κρεμασμένη στον τοίχο λες και περιμένει κάποιον να την φορέσει κρύβοντας την «ασχήμια» του πραγματικού του ρόλου. Στο τραπέζι πίσω του σκόρπια χαρτιά και μια παλιά πένα, απομεινάρι κάποιων αποτυχημένων συγγραφικών προσπαθειών του παρελθόντος. Όλα ανακατεμένα σε μία περίεργη τάξη, καταδεικνύουν το ανήσυχο πνεύμα του ιδιοκτήτη τους.
Ο Γιώργος στη μέση του σχεδόν άδειου δωματίου κοιτά ένα τεντωμένο τεράστιο καμβά μπροστά του και του πετά συνεχώς χρώματα, λες και θέλει να κυριαρχήσει πάνω του. Μια με το χέρι, μια με το πινέλο κι άλλες φορές με τον κουβά. Δεν ξέρει πλέον αν ζωγραφίζει ή αν προσπαθεί να καταστρέψει ότι είχε φτιάξει πριν από λίγο, σε μια αέναη και κτηνωδώς επίμονη προσπάθεια του, ξανά και ξανά και ξανά. Τίποτα δεν του φαίνεται καλό. Κάθε επόμενο σχέδιο, του φαίνεται χειρότερο από το προηγούμενο.
Εκεί που νομίζει ότι έχει τρελαθεί και είναι έτοιμος να πάρει ένα μαχαίρι και να σκίσει τον πίνακα σε κομμάτια, το δροσερό αεράκι που μπαίνει από το ορθάνοιχτο παράθυρο τον βγάζει προς στιγμής από το καλλιτεχνικό αμόκ.


imageΚαι τώρα μόνο, βρίσκομαι σε μία παραλία, παρατημένο, παραπεταμένο. Να περιμένω κάποιον να με μαζέψει. Να με κάνει πάλι σύντροφο του, στις χαρές, στις λύπες, στον εκνευρισμό του. Να με πετά με μανία στον τοίχο για να ξεθυμάνει και να νιώσει καλύτερα κι εγώ να γυρνώ πίσω για να τον αφήσω να το ξανακάνει. Να με χτυπά με όλη του τη δύναμη πάνω σε μια ρακέτα κι εγώ να χαίρομαι…
Ναι, να χαίρομαι γιατί αυτή είναι η δουλειά μου, να κάνω τους άλλους χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Γι’ αυτό φτιάχτηκα και επενδύθηκα με τόσο ωραίο χνούδι, δοκιμάστηκα τόσο σκληρά πριν βγω στην αγορά και σταλώ σαν στρατιώτης να εκτελέσω την αποστολή της διασκέδασης. Γι’ αυτό με αγόρασαν και με χάιδευαν με τόση στοργή, κλείνοντας με μέσα στις παλάμες τους. Γι’ αυτό με ζούλαγαν τόσο τρυφερά.


imageΗ Μυρτώ κάθεται μόνη της σ’ ένα βρώμικο και παγωμένο παγκάκι στο σταθμό του τρένου. Ακουμπισμένη νωχελικά προς τα πίσω, με τα χέρια ανάμεσα στα σταυρωμένα πόδια της έχει σκύψει το κεφάλι, λες και θέλει να το χώσει μέσα στο στήθος της, και σκέφτεται. Σκέφτεται τη ζωή της, αυτή που αφήνει πίσω αλλά και αυτή που πάει να βρει. Δεν φαίνεται να τη φοβίζει το άγνωστο πλέον, αν και από μικρή άκουγε συνέχεια τη μάνα της να της λέει ότι είναι φοβητσιάρα. Βλέπεις, η αδελφή της που ήταν πάντα πιο ατίθαση έχαιρε της εκτίμησης της μάνας, που ήθελε οι κόρες της να είναι, όπως έλεγε, «κωλοπετσωμένες». Αυτά τους έλεγε πάντα, θέλοντας να πάρει ουσιαστικά σιωπηλή εκδίκηση από τον αυταρχικό άντρα της, που όπως διατείνονταν, της τον είχαν φορτώσει για μην μείνει στο ράφι.
Τώρα είχε έρθει η ώρα που η ντροπαλή και συνεσταλμένη Μυρτώ σήκωνε επιτέλους το δικό της μπαϊράκι, έστω και χωρίς να το θέλει. Θα άρχιζε μια νέα ζωή που θα την έστελνε μακριά από το σπίτι της. Είχε περάσει στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα και είχε έρθει η ώρα να φύγει από το χωριό. Ένα χωριό που της άρεσε αλλά δεν το ήθελε καθόλου και αν και δεν είχε ούτε μία ώρα που βρισκόταν στο σταθμό είχε αρχίσει να νοσταλγεί.


Κάντε κλικ στην εικόνα

image


...

Όταν η υπεροψία δεν προέρχεται από επίπλαστη εικόνα για τις δυνατότητες σου, τότε είναι θεμιτή και αναγκαία για τον διαχωρισμό από τη μάζα που σε κρατά στάσιμο.

Αναζήτηση

Φόρτωση...

Ενημερωθείτε με Email

Αναγνώστες

Προβολές από 24/8/11

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρχείο